Η Ελλάδα εγκλωβισμένη στον παραλογισμό ΔΝΤ και Γερμανίας

Το ΔΝΤ θεωρεί ότι τα βραχυπρόθεσμα μέτρα που ανακοινώθηκαν για το ελληνικό χρέος δεν αρκούν και απαιτεί δραστική αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους - με τα λεγόμενα μεσοπρόθεσμα μέτρα - αλλά η Ευρωζώνη, υποτασσόμενη στις πολιτικές σκοπιμότητες του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε αναβάλλει τις σχετικές αποφάσεις για τα μέσα του 2018...



Για άλλη μια φορά η χώρα μας κινδυνεύει να εγκλωβιστεί στο θέατρο του παραλόγου που εκτυλίσσεται τα τελευταία έξι χρόνια.

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εκτιμά ότι η Ελλάδα δεν αντέχει τη σκληρή λιτότητα, η οποία θα προκύψει εάν δεσμευτεί για υψηλά πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ και μετά τη λήξη του προγράμματος το 2018.

Αυτό, όμως, δεν εμποδίζει το Ταμείο να απαιτεί την υλοποίηση τέτοιων «μη βιώσιμων» πλεονασμάτων προκειμένου να δεχθεί να χρηματοδοτήσει και αυτό το ελληνικό πρόγραμμα.

Και τούτο παρά το γεγονός ότι και η Τράπεζα της Ελλάδος η οποία εκφράζει τη γραμμή της ΕΚΤ, αλλά πιθανότατα και η Κομισιόν, θεωρούν τα πλεονάσματα της τάξης του 3,5% του ΑΕΠ ως μη βιώσιμα τόσο από οικονομική όσο και από πολιτική σκοπιά.

Το Ταμείο θεωρεί ότι τα βραχυπρόθεσμα μέτρα που ανακοινώθηκαν για το ελληνικό χρέος δεν αρκούν και απαιτεί δραστική αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους -με τα λεγόμενα μεσοπρόθεσμα μέτρα- αλλά η Ευρωζώνη, υποτασσόμενη στις πολιτικές σκοπιμότητες του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε αναβάλλει τις σχετικές αποφάσεις για τα μέσα του 2018.

Η αντίφαση είναι προφανής: Το Ταμείο από τη μια λέει ότι η Ελλάδα δεν αντέχει άλλη λιτότητα και ότι πρέπει να της γίνει ελάφρυνση χρέους, αλλά από την άλλη… αφού δεν γίνεται ελάφρυνση χρέους δέχεται να επιβληθεί στη χώρα η λιτότητα.

Δεν είναι η πρώτη φορά που το ΔΝΤ διαπράττει εν γνώσει του ένα «λάθος».  Το έκανε το 2010 όταν παρέκαμψε την υποχρέωση του να πιέσει για αναδιάρθρωση χρέους, το έκανε και το 2012, όταν δέχθηκε να γίνει «μισή» αναδιάρθρωση χρέους αρκούμενο στην πολιτική δέσμευση των Ευρωπαίων ότι θα έπαιρναν μέτρα ελάφρυνσης αργότερα -δέσμευση την οποία ακόμα δεν έχουν σεβαστεί.

Βέβαια, ο χαρακτηρισμός ως «λάθους» είναι ανεπαρκής για χειρισμούς που έχουν οδηγήσει μια χώρα της ευρωζώνης σε οικονομική και κοινωνική καταστροφή και τώρα απειλούν να παρατείνουν το αδιέξοδο.

Διότι η άρνηση του ΔΝΤ να αποδεχθεί τα βραχυπρόθεσμα μέτρα και η απαίτησή του για σκληρή λιτότητα (με υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα) και μετά το 2018 που λήγει το τρέχον πρόγραμμα, μπλοκάρουν τη δεύτερη αξιολόγηση και δεν επιτρέπουν στην ΕΚΤ να εντάξει και την Ελλάδα στην ποσοτική χαλάρωση.

Η κυβέρνηση έχει στηρίξει τη στρατηγική της στην ένταξη στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (το λεγόμενο Quantitative Easing – QE) με την προσδοκία ότι εάν η ΕΚΤ αρχίσει να αγοράζει και ελληνικά κρατικά ομόλογα από την ελεύθερη αγορά, τότε οι αποδόσεις (επιτόκια) των τελευταίων θα υποχωρήσουν και το υπουργείο Οικονομικών θα μπορέσει να δανειστεί εκδίδοντας νέα ομόλογα με ένα λογικό κόστος.

Αυτή η επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές είναι σημαντική ακόμα κι αν τα ποσά που θα δανειστεί η χώρα είναι μικρά, διότι θα σηματοδοτήσει την επιστροφή της χώρας στην κανονικότητα.

Εάν συμβεί αυτό θα ανοίξει ο δρόμος και για να χρηματοδοτηθούν οι τράπεζες και οι μεγάλες επιχειρήσεις αλλά και για να προχωρήσουν όσοι έχουν σκοπό να επενδύσουν στην Ελλάδα.

Αυτό είναι το όφελος στο οποίο είχε αρχικά επενδύσει η κυβέρνηση, με το σκεπτικό ότι η ποσοτική χαλάρωση θα βοηθούσε την ανάταξη της οικονομίας, αλλάζοντας την εικόνα, ακόμη κι αν οι ουσιαστικές παρεμβάσεις για το χρέος, τα λεγόμενα μεσοπρόθεσμα μέτρα, αναβληθούν για τα μέσα του 2018.

Όμως η εμπλοκή είναι γεγονός, με ευθύνη του ΔΝΤ και της γερμανικής κυβέρνησης και δεν είναι ακόμα ορατό με ποιο τρόπο μπορεί να ξεπεραστεί.
Γιώργος Χ. Παπαγεωργίου/ΕΡΤ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΔΝΤ, Γερμανία,

Ετικέτα:

Δημοσίευση σχολίου

[disqus]

Author Name

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Από το Blogger.