05/23/17

Στην πραγματικότητα, η συμφωνία αυτή είναι πολύ πιθανό να ανοίξει την πόρτα της συμμετοχής στην ποσοτική χαλάρωση, αλλά πολύ απέχει από το να αναγγέλλει την απαλλαγή από τα μνημόνια... 


Με το επί θύραις, όπως φαίνεται, κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης βρισκόμαστε σε μια κατάσταση, που δεν προσφέρεται για απλοποιήσεις. Είναι καλό που κλείνει η αξιολόγηση, αλλά είναι κακό που το κλείσιμο συνοδεύεται από μέτρα που θα επιβαρύνουν σημαντικά τις λαϊκές τάξεις, έστω κι αν αυτό θα συμβεί σε δύο χρόνια και όχι άμεσα. Είναι καλό που από τη διαπραγμάτευση προέκυψε η δέσμη των αντίμετρων, αλλά είναι κακό που η ελάφρυνση από αυτά δεν αντισταθμίζει ακριβώς στην επιβάρυνση που θα υποστούν ολόκληρες κατηγορίες. Είναι καλό που αποκτούν υπόσταση ξανά οι συλλογικές διαπραγματεύσεις και συμβάσεις, καθώς και ότι οι ομαδικές απολύσεις παρέμειναν στο 5%, είναι, όμως, κακό που αυτό το 5% δεν διασφαλίζεται πλήρως από την εργοδοτική αυθαιρεσία. Είναι καλό που, όπως φαίνεται, θα προσδιοριστούν επιτέλους τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος, αλλά είναι κακό που καθυστερούν και πιθανότατα θα συνοδεύονται από διαρκείς ελέγχους…

Με λίγα λόγια, το να ονομάζεις με μεγάλη ευκολία τη συμφωνία για το κλείσιμο της αξιολόγησης και τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για την ελάφρυνση του χρέους τέταρτο μνημόνιο, είναι μια καλή λύση για τους κατασκευαστές συνθημάτων, ωστόσο δεν διευκολύνει όσους θα προσπαθήσουν να χαράξουν συγκεκριμένη πολιτική για την αντιμετώπιση της συγκεκριμένης κατάστασης. Γιατί υιοθετώντας άκριτα το σύνθημα που η ΝΔ φιλοτέχνησε, προσχωρείς ουσιαστικά στη λογική ότι όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα της όποιας διαπραγμάτευσης, η ουσία είναι μία: η κυβέρνηση που έτσι ή αλλιώς καταλήγει σε μια συμφωνία έχει δεμένα τα χέρια της, και συνεπώς το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να φύγει, να παραιτηθεί, γιατί δεν είναι σε θέση τίποτε άλλο να προσφέρει.

Χωρίς ωραιοποίηση


Πρόκειται για τον αντίποδα ακριβώς της τάσης ωραιοποίησης της συμφωνίας, που τις τελευταίες μέρες, και στη βουλή, μπορούσε να διακρίνει κάποιος στην υπερβολική αισιοδοξία, με την οποία επενδυόταν μερικές φορές η πολιτική ερμηνεία της. Στην πραγματικότητα, η συμφωνία αυτή είναι πολύ πιθανό να ανοίξει την πόρτα της συμμετοχής στην ποσοτική χαλάρωση, αλλά πολύ απέχει από το να αναγγέλλει την απαλλαγή από τα μνημόνια. Για τον απλό λόγο ότι και μετά τη λήξη του προγράμματος προσαρμογής θα μας συνοδεύουν για πολύ τα μνημονιακά επιβεβλημένα μέτρα, και μάλλον θα χρειαστούμε χρόνια για να απαλλαγούμε από αυτά και, έστω, να συμπλεύσουμε μόνο με τους καταναγκασμούς του «συμφώνου σταθερότητας». Ωστόσο, δεν είναι, μια συμφωνία όπως όλες, οι άλλες. Και όχι μόνο ή κυρίως επειδή περιέχει αντίμετρα.

Η αλήθεια είναι ότι δεν θα απαλλαγούμε σε μια νύχτα από τα μνημόνια, μόλις έρθει το πλήρωμα του χρόνου (το 2018), ούτε είμαστε, όμως, καταδικασμένοι μέχρι τότε απλώς να κλαίμε τη μοίρα μας. Εν γνώσει του ότι τα περιθώρια είναι ασφυκτικά, υπάρχουν πάρα πολλά πράγματα που μπορούν να γίνουν και να αλλάζουν αργά αλλά σταθερά την καθημερινή ζωή των ανθρώπων, ακόμα και να μετασχηματίζουν την πραγματική κοινωνική και οικονομική κατάστασή τους. Πράγματα, δηλαδή, που μπορεί να απαιτήσει κάποιος από την κυβέρνηση, και η κυβέρνηση να μην μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν γίνονται. Κάτι τέτοιο, βέβαια, μπορεί να γίνει μόνο με πλήρη συνείδηση ότι τα μνημόνια ορθώνουν πραγματικά εμπόδια, αλλά δεν είναι επιτρεπτό να λειτουργούν, έστω και υποσυνείδητα, σαν άλλοθι για μια παραλυτική απραξία, ή ακόμα για μια τρέχουσα διαχείριση των πραγμάτων. Μια καλή αρχή γι’ αυτό είναι το γεγονός ότι ακόμη και την Πέμπτη το βράδυ δεν διεκδικήθηκε η λεγόμενη ιδιοκτησία του προγράμματος. Κι αυτό δεν πρέπει να μείνει μόνο στο συμβολικό επίπεδο.

Δυαδικά υπουργεία


Σε προηγούμενο σημείωμα, υποστηρίζαμε την ανάγκη να υπάρξει μια δυαδική λειτουργία σε όλα τα υπουργεία, σε όλους τους κρίσιμους τομείς της κοινωνίας και της οικονομίας. Η ανάγκη αυτή γίνεται σήμερα ακόμα πιο επιτακτική για τρεις λόγους: πρώτον, γιατί με τη μασημένη τροφή περί διαιώνισης των μνημονίων (γιατί αυτό κάνει η συνθηματοποίηση περί τέταρτου μνημονίου) παράλληλα με τον ισχυρισμό ότι δεν αφήνουν περιθώρια άσκησης οποιασδήποτε άλλης πολιτικής, ευνοείται η παθητικότητα, που για να αντιμετωπιστεί χρειάζεται εντατική και συστηματική προσπάθεια· δεύτερον, γιατί η φυσιολογική ανάγκη ανακούφισης και χαλάρωσης από την ένταση της διαπραγμάτευσης μπορεί να οδηγήσει στη δευτερογενή ανάγκη καλλιέργειας μιας υπερβολικής και αβάσιμης αισιοδοξίας ότι τώρα όλα από μόνα τους θα πάρουν το δρόμο τους· τρίτον, γιατί καιροφυλακτεί ένας άλλος κίνδυνος, να καλλιεργηθεί η προσδοκία ότι με το αίσιο τέλος του προγράμματος, σχεδόν αυτόματα, θα σημειώσει εκπληκτική άνοδο η οικονομική δραστηριότητα, πράγμα που θα ευνοήσει τις εξελίξεις στα δημοσιονομικά και, συνεπώς, θα μεγιστοποιήσει την ευχέρεια κινήσεων της κυβέρνησης, εφόσον θέλει να ασκήσει και δική της πολιτική.

Η οικονομία δεν θα τα λύσει όλα


Πράγματι, υπάρχει αυτή η δυνατότητα να ανακάμψει η οικονομία. Όμως, δεν πρόκειται αυτό να γίνει ανεμπόδιστα. Οι ίδιοι οι δανειστές, με τα μέτρα που επιβάλλουν, αντιστρατεύονται αυτή την προοπτική. Και δεν το κάνουν μόνο με «λάθος» οικονομικές συνταγές. Το επιλέγουν πολιτικά, ώστε να μην αφήσουν μεγάλα περιθώρια κινήσεων στην ελληνική κυβέρνηση, για να δράσει προς επίτευξη δικών της στόχων. Χρειάζονται, λοιπόν, και σ’ αυτό το πεδίο «αντίμετρα», που να εξουδετερώνουν αυτές τις παρεμβάσεις και να διευρύνουν το χώρο δράσης της ελληνικής κυβέρνησης.

«Αντίμετρα» πολιτικά, όμως, χρειάζονται και εκεί που τα ψηφισμένα πια μέτρα κλονίζουν τις κοινωνικές συμμαχίες, οι οποίες έκαναν το 2014 εφικτή τη μη αναμενόμενη ανατροπή του δικομματισμού. Αυτές οι συμμαχίες οικοδομήθηκαν (και επιβεβαιώθηκαν το 2015) στη βάση της προσδοκίας ότι μια κυβέρνηση της αριστεράς έχει περισσότερες δυνατότητες να προστατέψει τις πληττόμενες τάξεις, ιδίως σε συνθήκες επώδυνου συμβιβασμού. Αν αυτή η προσδοκία διαψευστεί, δεν μπορεί η απώλειά της να αντισταθμιστεί από μια υπόσχεση καλύτερων ημερών με τη βοήθεια απλώς της οικονομικής ανάκαμψης. Γιατί η έλευσή τους μπορεί να καλύψει τις άμεσες βιοτικές ανάγκες των ανθρώπων, αλλά δεν θα ενισχύσει αυτόματα τους πολιτικούς και ιδεολογικούς δεσμούς τους με την αριστερά.
Χαράλαμπος Γεωργούλας/Εποχή

Πρώτα σχόλια για τα (μη) αποτελέσματα του χθεσινού Eurogroup στις ηλεκτρονικές εκδόσεις των γερμανικών ΜΜΕ. Κάποιοι επισημαίνουν ότι αυτή τη φορά είναι οι πιστωτές που καθυστερούν την εξεύρεση λύσης...


 
"Αυτή τη φορά είναι οι πιστωτές που απογοητεύουν την Ελλάδα" επιγράφεται σχετική ανάλυση στην ηλεκτρονική έκδοση της συντηρητικής Die Welt του Βερολίνου. Όπως επισημαίνει ο αρθρογράφος "το ότι η Αθήνα αγωνιά μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο για την εκταμίευση των άκρως απαραίτητων δανείων, είναι κάτι που το έχουμε συνηθίσει τα τελευταία χρόνια. Αλλά αυτή τη φορά, κατ΄εξαίρεση, η υπαιτιότητα για την καθυστέρηση δεν βαραίνει τους Έλληνες. Το αντίθετο συμβαίνει".

Το δημοσίευμα αναφέρεται επίσης στον ρόλο του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε: "Το Βερολίνο επιμένει στη συμμετοχή του ΔΝΤ. Φοβάται ότι η Κομισιόν θα ήταν υπερβολικά επιεικής με τους Έλληνες. Τη Δευτέρα πάντως, ο Σόιμπλε φάνηκε πρόθυμος να το συζητήσει. Ήταν η πρώτη φορά που συζητήθηκε στο Eurogroup με ποιoν τρόπο θα μπορούσε να βοηθηθεί η Ελλάδα σε περίπτωση που αποδειχθούν υπερβολικά φιλόδοξοι οι δημοσιονομικοί στόχοι, ανέφερε μετά το πέρας των διαβουλεύσεων ο (επικεφαλής του Eurogroup) Ντάισελμπλουμ. Αυτή είναι η εξειδικευμένη προσέγγιση που απαιτεί το ΔΝΤ, είπε. Κύριοι πρωταγωνιστές σε αυτή τη συζήτηση ήταν ο υπουργός Οικονομικών Σόιμπλε και ο διευθυντής του Ευρωπαϊκού Τμήματος του ΔΝΤ Τόμσεν. Κάθε τόσο οι δυο τους αποσύρονταν για ιδιαίτερες συνομιλίες. Διαμεσολαβητικό ρόλο είχε ο επικεφαλής του Γιούρογκρουπ Ντάισελμπλουμ και ο νέος υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας Μπρουνό Λεμέρ".

Η ελβετική Neue Zürcher Zeitung τονίζει ότι ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε μπορεί να ήταν μέχρι σήμερα αντίθετος σε οποιαδήποτε συζήτηση για το χρέος πριν το τέλος του τρέχοντος προγράμματος, αλλά τη Δευτέρα "προφανώς φάνηκε διατεθειμένος να εξειδικεύσει" τα πιθανά μέτρα. Ωστόσο η εφημερίδα επικαλείται εκτιμήσεις του Γερούν Ντάισελμπλουμ, σύμφωνα με τις οποίες για να ολοκληρωθεί η συμφωνία, θα πρέπει το ΔΝΤ να αποδεχθεί δύο βασικές αρχές: "Πρώτον, τα μέτρα να κυμαίνονται στο πλαίσιο που είχε προσδιοριστεί τον Μάιο του 2016. Και δεύτερον, τα κράτη-μέλη να λάβουν μετά το τέλος του τρέχοντος προγράμματος (τον Αύγουστο του 2018) την οριστική απόφαση για το τι πραγματικά είναι απαραίτητο και υλοποιήσιμο".

"Χρειάζονται διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις"

Σε σχόλιο-ανταπόκριση από τις Βρυξέλλες για το online πρόγραμμα του πρώτου καναλιού της γερμανικής τηλεόρασης (ARD) ο δημοσιογράφος Ραλφ Σίνα αναφέρει ότι "το κούρεμα χρέους είναι ήδη εδώ". Πιο συγκεκριμένα: "Η άφεση χρέους για την Ελλάδα αποτελεί προ πολλού μία πραγματικότητα, καθώς έχουν συμφωνηθεί μακρά περίοδος χάριτος και γελοιωδώς χαμηλά επιτόκια.

 Όσο σθεναρά κι αν αντιτάσσεται ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε στην επίσημη απομείωση χρέους πριν από τις γερμανικές εκλογές, οι ευρωπαίοι φορολογούμενοι θα δουν, στην καλύτερη περίπτωση, να επιστρέφει ένα ελάχιστο ποσοστό των δανείων που έχουν χορηγήσει στην Ελλάδα. Αυτό το έχουν συνειδητοποιήσει όλοι. Για την Αθήνα η ΕΕ έχει γίνει προ πολλού μία ένωση μεταφοράς πόρων. Το τρέχον, τρίτο πρόγραμμα βοήθειας θα πρέπει να αντικατασταθεί τον επόμενο χρόνο από ένα τέταρτο πρόγραμμα βοήθειας. Σε διαφορετική περίπτωση η κρατική χρεοκοπία είναι προγραμματισμένη. Και αυτό γιατί η Ελλάδα δεν θα έχει, σε εύλογο χρονικό διάστημα, την απαραίτητη αξιοπιστία για να σταθεί στις αγορές. 

Όλες οι προβλέψεις της Κομισιόν για τους ρυθμούς ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας αποτελούν, εδώ και χρόνια, απλό ευχολόγιο. Οι προσπάθειες για περικοπές και οι φορολογικές επιβαρύνσεις των τελευταίων ετών, καθώς και η άνθηση του τουρισμού δεν αλλάζουν το γεγονός ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να σταθεί στα πόδια της χωρίς διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις".

"Η Ελλάδα πρέπει να περιμένει" επιγράφεται σύντομο δημοσίευμα στην online έκδοση της οικονομικής επιθεώρησης Handelsblatt. Σε ανταπόκριση από τις Βρυξέλλες σημειώνεται ότι "παρά τις σκληρές προσπάθειες περικοπών, η απειλούμενη με χρεοκοπία Ελλάδα θα συνεχίσει να περιμένει μία ρητή διαβεβαίωση για την παροχή νέων δανείων. Όπως προκύπτει από διαπραγματευτικούς κύκλους, οι υπουργοί Οικονομικών της ευρωζώνης δεν κατάφεραν να συμφωνήσουν σε νέα βοήθεια".
Deutsche Welle 


Μπορεί η σχέση της Ελλάδας με τους εταίρους της να έχει εδώ και καιρό αλλάξει, αλλά δεν έχει αλλάξει όσο χρειάζεται για να εξέλθει από την παγίδα «αργού θανάτου». Κι αυτό, παρότι έχει πληρώσει βαρύ τίμημα, που με την υπερψήφιση των πρόσθετων μέτρων την περασμένη εβδομάδα γίνεται βαρύτερο.

 

 του Σταύρου Λυγερού

Το γεγονός ότι η Ελλάδα δεν είναι πλέον απομονωμένη, είναι αναγκαία, αλλά όχι και ικανή συνθήκη για να ξεφύγει από την παγίδα. Στην πραγματικότητα, το μίγμα οικονομικού εθνικισμού και πολιτικής αδιαλλαξίας που χαρακτηρίζει τη στάση του Βερολίνου μας υποχρεώνει να κρατάμε μικρό καλάθι. Η στάση του Σόιμπλε στο Eurogroup της 22ας Μαΐου επιβεβαιώνει αυτή τη θεώρηση.

Η γερμανική αδιαλλαξία τορπίλισε τις προσπάθειες να βρεθεί συμφωνία τη Δευτέρα. Η εξέλιξη αυτή έχει αρνητικές επιπτώσεις στην ήδη δραματική κατάσταση της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας. Ταυτοχρόνως, όμως, υποσκάπτει και την πίστη των ευρωπαϊκών λαών στην ικανότητα της Ευρωζώνης να δίνει λύσεις σε ζωτικά προβλήματα των χωρών-μελών, αλλά και στο δικό της υπαρκτό πρόβλημα επιβίωσης.

Όπως φάνηκε και από τις; μετέπειτα δηλώσεις του, ο Σόιμπλε εξαντλεί τα χρονικά περιθώρια σε μία προσπάθεια να εκβιάσει με σκοπό να πάρει αυτό που θέλει. Όλα δείχνουν, ωστόσο, ότι το ΔΝΤ δεν πρόκειται να κάνει πίσω. Και να το ήθελε η Λαγκάρντ δεν έχει περιθώρια.

Είναι πολύ στριμωγμένη από το Συμβούλιο του Ταμείου. Τα περισσότερα μέλη του δεν θέλουν τη συμμετοχή στο ελληνικό πρόγραμμα. Γι’ αυτό θα είναι πολύ αυστηροί με την τήρηση των κανόνων όσον αφορά τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Για να πεισθούν, η Λαγκάρντ πρέπει να πάει με πολύ συγκεκριμένες δεσμεύσεις στα χέρια.

Έτσι όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα, η εκκρεμότητα παραπέμπεται για την επόμενη σύνοδο του Eurogroup, στις 15 Ιουνίου. Μέχρι τότε, η ελληνική οικονομία παραμένει στην παγίδα της αβεβαιότητας. Με άλλα λόγια, τον λογαριασμό θα τον πληρώσουν οι Έλληνες.

Αντικείμενο των διαπραγματεύσεων είναι αφενός ο προσδιορισμός από τώρα των μεσοπρόθεσμων μέτρων για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους, αφετέρου ο καθορισμός του ύψους και της διάρκειας του πρωτογενούς πλεονάσματος για μετά το 2018.
Πριν τη σύνοδο, στην Κομισιόν προεξοφλούσαν πως η ψήφιση των προαπαιτούμενων από την ελληνική Βουλή ουσιαστικά οριστικοποιεί την έγκαιρη εκταμίευση της δόσης. Κι αυτό, παρότι το γερμανικό και το ολλανδικό Κοινοβούλιο έχουν θέσει ως όρο τη συμμετοχή του ΔΝΤ. Προεξοφλούσαν, δηλαδή, ότι δεν πρόκειται να υπάρξει πρόβλημα με την έγκαιρη αποπληρωμή των ελληνικών ομολόγων που έχει στα χέρια της η ΕΚΤ (Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα) και τα οποία λήγουν τον Ιούλιο (περίπου εφτά δισ ευρώ).
Αν και θεωρητικά δεν μπορεί να αποκλεισθεί να προκύψει «ατύχημα» το ενδεχόμενο αυτό συγκεντρώνει πολύ λίγες πιθανότητες. Για την Αθήνα, όμως, αυτό δεν είναι αρκετό. Επιδιώκει από τώρα προσδιορισμό των μεσοπρόθεσμων μέτρων, κατά τρόπο που να οδηγήσουν σε γενναία ελάφρυνση του χρέους. Στην επιδίωξή της αυτή έχει σύμμαχο το Ταμείο. Χωρίς την πίεση που αυτό ασκεί στο Βερολίνο, η Ευρωζώνη δεν υπήρχε περίπτωση να κάνει ουσιαστικά βήματα προς αυτή την κατεύθυνση.

Το «κόκκαλο» και το «ψαχνό»

Από τη στιγμή που υποχώρησε και αποδέχθηκε τα πρόσθετα μέτρα που ζητούσε το ΔΝΤ, η κυβέρνηση Τσίπρα έχει γίνει υπέρμαχος της συμμετοχής του Ταμείου στο ελληνικό πρόγραμμα. Και είναι λογικό. Αφού πλήρωσε τόσο υψηλό τίμημα, θέλει να πάρει και το θετικό, που είναι η απαίτηση της Λαγκάρντ για γενναία ελάφρυνση του χρέους. Ο πρωθυπουργός, μάλιστα, ξεκαθάρισε πως εάν τελικώς το ΔΝΤ δεν συμμετάσχει και δεν εφαρμοσθούν τα μεσοπρόθεσμα, η κυβέρνηση δεν πρόκειται να εφαρμόσει τα πρόσθετα μέτρα που ψήφισε την Πέμπτη.
Η ελάφρυνση του χρέους είναι πολύτιμο όπλο για την κυβέρνηση Τσίπρα, με την έννοια ότι θα το “πουλήσει” επικοινωνιακά για να εξισορροπήσει κάπως το βαρύ πολιτικό-εκλογικό κόστος από τα νέα επώδυνα μέτρα. Ταυτοχρόνως, όμως, είναι και προϋπόθεση για τη συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα. Αυτή με τη σειρά της είναι προϋπόθεση για την ένταξη της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ, η οποία και θα στείλει το μήνυμα σε επενδυτές και αγορές ότι η χώρα γύρισε σελίδα.

Ο Κερέ (μέλος της εκτελεστικής επιτροπής της ΕΚΤ) ήταν προ ημερών σαφής. Για να συζητήσει η ΕΚΤ την ένταξη της Ελλάδας στην ποσοτική χαλάρωση πρέπει να γίνουν τρία βήματα:
  • Το πρώτο είναι το αυριανό Eurogroup να καταλήξει σε συμφωνία και για το ζήτημα της ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους.
  • Το δεύτερο και δεδομένο βήμα είναι ο ESM (Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας) να δώσει την έκθεσή του για το κλείσιμο της 2ης αξιολόγησης.
  • Το τρίτο βήμα είναι το Συμβούλιο του ΔΝΤ να αποφασίσει τη συμμετοχή στο ελληνικό πρόγραμμα.
Σύμφωνα με καλά ενημερωμένη πηγή, η Λαγκάρντ είχε πριν τη σύνοδο του Eurogroup καταστήσει σαφές στον Σόιμπλε ότι το Ταμείο δεν πρόκειται να συμφωνήσει με μία γενικόλογη απόφαση. Το γεγονός ότι η αντίστοιχη γενικόλογη δέσμευση του Eurogroup το Νοέμβριο του 2012 έμεινε επιταγή χωρίς αντίκρισμα ήταν αιτία που η γενική διευθύντρια Λαγκάρντ είχε γίνει στόχος εσωτερικής κριτικής στο ΔΝΤ . Κι αυτό, επειδή η ίδια είχε δεσμευθεί στο Συμβούλιό του ότι η ελάφρυνση θα γινόταν.
Κατά την ίδια πηγή, η γενική διευθύντρια έχει, επίσης, διαμηνύσει στον Γερμανό υπουργό Οικονομικών ότι η δήλωσή του πως η ελάφρυνση δεν είναι δεδομένη και πως το ζήτημα αυτό θα εξετασθεί μετά το τέλος του 3ου Μνημονίου έχει επιβαρύνει το κλίμα στο ΔΝΤ. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να καθιστά δυσκολότερη τη συμμετοχή του στο ελληνικό πρόγραμμα. Η κυβέρνηση Τραμπ με δυσκολία και με αυστηρούς όρους έχει συναινέσει στη συμμετοχή του Ταμείου και δεν πρόκειται να κάνει επ’ αυτού εκπτώσεις.
Σύμφωνα με άλλες πληροφορίες, στις διαπραγματεύσεις που έχουν γίνει μεταξύ ΔΝΤ και Βερολίνου, η Λαγκάρντ έχει ζητήσει –στο πλαίσιο μίας συνολικότερης πρότασης– το πρωτογενές πλεόνασμα μέχρι το 2022 να πέσει από το 3,5% του ΑΕΠ στο 2,5% και στη συνέχεια να μειώνεται σταδιακά μέχρι το 1%.

Ο Σόιμπλε το είχε απορρίψει, αντιπροτείνοντας μείωση του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα από το 3,5% του ΑΕΠ στο 2,75%, αλλά αυτό να ισχύσει για μία δεκαετία. Με τη σειρά της η γερμανική πρόταση απορρίφθηκε από το ΔΝΤ. Η Ευρωζώνη προς το παρόν τουλάχιστον επιμένει στο 3,5% για μία πενταετία, σύμφωνα με τη δήλωση Ντάισελμπλουμ.

Διαπραγματευτική η γερμανική σκλήρυνση;

Οι πρόσφατες εκλογικές επιτυχίες των Χριστιανοδημοκρατών έχουν αμβλύνει την πολιτική πίεση που ένοιωθε η καγκελάριος. Το γεγονός αυτό της αφήνει μεγαλύτερα περιθώρια κινήσεων στο ελληνικό μέτωπο. Η στάση του Σόιμπλε, όμως, έδειξε ότι δεν υπάρχει πρόθεση -τουλάχιστον προς το παρόν- αξιοποιήσει αυτά τα περιθώρια.

Επιβεβαιώνονται όσοι υπογραμμίζουν τη δομική ανελαστικότητα της γερμανικής πλευράς. Όσοι πριν το Eurogroup εκτιμούσαν πως ο Σόιμπλε θα τράβαγε το σκοινί, θεωρώντας πως έχει την πολυτέλεια να στείλει την ελληνική εκκρεμότητα στα μέσα Ιουνίου.

Είναι αξιοσημείωτο, πάντως, πως πριν τη σύνοδο του Eurogroup συνήλθε το Euro Working Group, ενώ πραγματοποιήθηκε και σύσκεψη (ο Ντάισελμπλουμ, ο Σόιμπλε, ο Γάλλος υπουργός Οικονομικών Λεμέρ και ο Τόμσεν) για εξεύρεση συμβιβασμού. Ο Γιούνκερ προσπάθησε προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά η επιρροή της Κομισιόν σ’ αυτό μέτωπο είναι περιορισμένη.
Παρά το γεγονός ότι δεν έχει ληφθεί πολιτική απόφαση, έχουν -σε τεχνικό επίπεδο– γίνει αντικείμενο επεξεργασίας διάφορα σενάρια, ώστε το Eurogroup να έχει όλες τις επιλογές στο τραπέζι. Σύμφωνα με καλά πληροφορημένη πηγή, μάλιστα, ένα από αυτά τα σενάρια, το οποίο έχουν ετοιμάσει τεχνοκράτες από τον ESM και την ΕΚΤ, έχει τεθεί υπόψη και του ΔΝΤ.
Σύμφωνα με αυτό, προβλέπεται εναλλακτικά εγγύηση, ή πρόωρη αποπληρωμή του ελληνικού χρέους προς το ΔΝΤ. Η πρόωρη αποπληρωμή μπορεί να γίνει με επαναγορά αυτών των δανείων με χρήματα από δύο πηγές:
  • Πρώτον, από το αδιάθετο αποθεματικό που προοριζόταν για την ανακεφαλαιοποίηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος.
  • Δεύτερον, από τα σημαντικά κέρδη που αποκομίζουν οι κεντρικές τράπεζες των κρατών-μελών της Ευρωζώνης από την αποπληρωμή των ελληνικών ομολόγων στο άρτιο. Υπενθυμίζουμε ότι η ΕΚΤ είχε αγοράσει αυτά τα ομόλογα από τη δευτερογενή αγορά σε πολύ χαμηλές τιμές.
Οι οφειλές προς το ΔΝΤ ανέρχονται σε 13 δισ ευρώ για το 2019. Το πλεονέκτημα μιας τέτοιας κίνησης είναι ότι τα επιτόκια του ΕSM είναι εμφανώς χαμηλότερα από τα επιτόκια που χρεώνει το Ταμείο και οι προθεσμίες εξόφλησης μεγαλύτερες. Η Ελλάδα έτσι θα απαλλαγεί από βάρος.
Μία τέτοια διευθέτηση θα διευκόλυνε τη συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα. Αρμόδια πηγή υποστηρίζει ότι ο ESM δεν θα είχε πρόβλημα από μία τέτοια διευθέτηση. Πιθανότατα, άλλωστε, η Ελλάδα δεν θα χρειαστεί όλο το ποσό της δανειακής σύμβασης των 86 δισ ευρώ. Μέχρι σήμερα έχουν εκταμιευθεί 36 δισ.
Επίσης, ο ESM δεν θα είχε πρόβλημα εάν ο χρόνος αποπληρωμής των υφιστάμενων δανείων επιμηκυνόταν κατά 10, 15, 20 ή ακόμη και περισσότερα χρόνια. Το ζήτημα αυτό είναι –σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες– σε ακτίνα συμφωνίας, γεγονός που επίσης διευκολύνει το ΔΝΤ να θεωρήσει το ελληνικό χρέος βιώσιμο.

Δεν ήθελαν να ακούσουν

Μέχρι πρότινος, στη Γερμανία δεν ήθελαν να ακούσουν γι’ αυτά. Σιγά-σιγά, όμως, αρχίζουν αυτά τα σενάρια να συζητούνται. Ο Σόιμπλε, όμως, επιμένει να πετάει την μπάλα μετά το καλοκαίρι του 2018. Από την άλλη, επιμένει για τη συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα, όπως απαιτεί και η Κοινοβουλευτική Ομάδα των Χριστιανοδημοκρατών.
Πάντα σύμφωνα με το ίδιο σενάριο-πρόταση η Ευρωζώνη προσπαθεί να τεκμηριώσει τη χρηματοδοτική βιωσιμότητα της ελληνικής οικονομίας έως το 2025. Εκτιμά πως με την ένταξη της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης και την έξοδο στην Αγορές, η οικονομία θα εισέλθει σε τροχιά μεγέθυνσης. Με βάση υπολογισμούς επιχειρείται να αποδειχθεί ότι είναι εξασφαλισμένες οι αποπληρωμές του χρέους μέχρι το 2022, για την περίοδο δηλαδή που αναμένεται να ισχύει ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ.
Σύμφωνα με αρμόδια ελληνική πηγή, εάν η Ευρωζώνη εγγυηθεί με κάποιον τρόπο τις χρηματοδοτικές ανάγκες της Ελλάδας, το ΔΝΤ δεν θα έχει αντίρρηση. Ζητάει, όμως, εάν χρειασθεί, να εκδοθούν ομόλογα με ευρωπαϊκή εγγύηση. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μία έμμεση μορφή ευρωομολόγων, τα οποία ήταν και παραμένουν κόκκινο πανί για τη γερμανική πλευρά.
Το σενάριο που έχουν επεξεργασθεί ο ESM και η ΕΚΤ για αξιοποίηση ευρωομολόγων με σκοπό τη χρηματοδοτική στήριξη του ελληνικού προγράμματος προβλέπει την έκδοση με αποκλειστικό σκοπό τη χρηματοδότηση αποπληρωμών του ελληνικού χρέους. Η εκτίμηση των ειδικών είναι ότι εάν το επιτόκιο είναι ευνοϊκό οι Αγορές θα ανταποκριθούν.
Μία δεύτερη πηγή θα είναι η έκδοση ασφαλών ομολόγων υπό την εποπτεία της ΕΚΤ, ώστε να μην επηρεάζεται η πιστοληπτική αξιολόγηση κάθε δανειζόμενης χώρας-μέλους της Ευρωζώνης. Τέλος, χρήματα μπορούν να αντληθούν με εκδόσεις που θα έχουν σκοπό να μειώσουν το συνολικό χρέος της Ευρωζώνης.
Η τεχνική προετοιμασία για τα παραπάνω έχει σχεδόν ολοκληρωθεί, αν και είναι πολύ αμφίβολο εάν το Βερολίνο θα ανάψει το πράσινο φως για την υλοποίηση αυτού του σχεδίου. Παρόλα αυτά –σύμφωνα πάντα με τις ίδιες πληροφορίες– όλα τα παραπάνω έχουν ήδη πάρει έγκριση από το European Systemic Risk Board της ΕΚΤ ως εργαλεία που είναι συμβατά με την νομισματική πολιτική της Ευρωζώνης και με τις ευρωπαϊκές συνθήκες.
 πηγή: stavroslygeros.gr

Author Name

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Από το Blogger.