07/22/17

Στην έκθεση βιωσιμότητας εκτιμάται ότι οι ετήσιες χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας θα ξεπεράσουν το όριο του 15% μέχρι το 2028, θα υπερβούν το 20% έως το 2033 και θα έχουν φθάσει στο αστρονομικό ύψος του 45% έως το 2060 αν δεν ληφθούν μέτρα για το χρέος...


Το ελληνικό χρέος είναι «εξαιρετικά μη βιώσιμο», επιμένουν οι οικονομολόγοι του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στην ανάλυση βιωσιμότητας που παρουσίασαν, χθες, στο εκτελεστικό συμβούλιο του διεθνούς οργανισμού. Η ανάλυση συνυπολογίζει τα βραχυπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους που αποφάσισε τo Eurogroup του περασμένου Δεκεμβρίου, ωστόσο θεωρεί ότι αυτά είναι ασαφή και ανεπαρκή. Παρά τα μέτρα που ενέκρινε η Ευρωζώνη, το ΔΝΤ εκτιμά ότι μέχρι το 2060 το ελληνικό χρέος θα έχει εκτοξευθεί στο 275% του ΑΕΠ, με τις ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας την ίδια περίοδο να απορροφούν το 62% του ΑΕΠ, γεγονός που τις καθιστά «εκρηκτικές». Οπως σημειώνει στην έκθεσή του, «λύσεις που παρέχουν μόνο προσωρινή ανακούφιση, αλλά δεν οδηγούν σε μια πτωτική πορεία του χρέους στον χρονικό ορίζοντα έως το 2060, δεν είναι συνεπείς με τη βιωσιμότητα».

Το ΔΝΤ τονίζει
την ανάγκη σημαντικά μεγαλύτερης ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους, ώστε να διατηρηθούν οι χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας εντός ενός πλαισίου 15%-20% του ΑΕΠ, που θεωρεί βιώσιμο. Προκειμένου να επιτευχθεί αυτό, προτείνει επέκταση της περιόδου χάριτος και αναβολές καταβολής τόκων έως το 2040, επέκταση των ωριμάνσεων των ευρωπαϊκών δανείων έως το 2070 και τη μείωση των επιτοκίων των δανείων του EFSF και του ESM σε επίπεδα χαμηλότερα του 1,5% για περίοδο 30 ετών. Ακόμη και με αυτά τα μέτρα ωστόσο, το ΔΝΤ εκτιμά ότι η δυναμική του χρέους θα παραμείνει «εξαιρετικά ευαίσθητη» σε σοκ.

Η ανάλυση των οικονομολόγων του διεθνούς οργανισμού βασίζεται σε χαμηλότερες εκτιμήσεις για την ανάπτυξη στην Ελλάδα, καθώς υπολογίζει ότι θα είναι κατά μισή μονάδα του ΑΕΠ χαμηλότερα από τις εκτιμήσεις των ευρωπαϊκών θεσμών, στο 1%, ενώ το πρωτογενές πλεόνασμα το περιορίζει στο 1,5% του ΑΕΠ για το 2018 και μετά, αντί του 3,5% που προβλέπει το ευρωπαϊκό πρόγραμμα. Οπως αναφέρει χαρακτηριστικά η έκθεση, οι αισιόδοξες προβλέψεις για την ανάπτυξη και τα πρωτογενή πλεονάσματα προτείνονται από τους Ευρωπαίους αντί της περαιτέρω ελάφρυνσης του χρέους. Μάλιστα, στην ανάλυσή του το ΔΝΤ προβλέπει και ένα ακόμη πιο απαισιόδοξο σενάριο, στο οποίο το πρωτογενές πλεόνασμα θα περιοριστεί στο 1% του ΑΕΠ, και προειδοποιεί ότι τότε η βιωσιμότητα του χρέους θα είναι και πάλι στον αέρα. Σε μια τέτοια περίπτωση, τα επιτόκια των δανείων του EFSF και του ESM θα πρέπει να μειωθούν σε σχεδόν μηδενικά επίπεδα, στο 0,25%, για 30 χρόνια.

Το ΔΝΤ τονίζει ότι ακόμη και αν κάνει όλες τις μεταρρυθμίσεις, η Ελλάδα δεν μπορεί να βγει μέσω της ανάπτυξης από τα προβλήματά της και ζητεί η ελάφρυνση του χρέους να αποφασιστεί με το τέλος του ευρωπαϊκού προγράμματος το 2018. Στο βασικό τους σενάριο, οι οικονομολόγοι του ΔΝΤ εκτιμούν ότι το ελληνικό χρέος αναμένεται στο 170% του ΑΕΠ μέχρι το 2020 και στο 164% του ΑΕΠ το 2022, ωστόσο στη συνέχεια θα αυξηθεί, φτάνοντας το 275% του ΑΕΠ μέχρι το 2060. Αντίστοιχα, οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες της Ελλάδας θα ξεπεράσουν το 15% του ΑΕΠ το 2024, θα φτάσουν το 33% του ΑΕΠ το 2040 και θα εκτοξευθούν στο 62% του ΑΕΠ μέχρι το 2060.

Στις 15 Ιουλίου συμπληρώθηκαν 43 χρόνια από το πραξικόπημα που επιχείρησε η χούντα του Ιωαννίδη εναντίον του Μακαρίου, το οποίο έδωσε την αφορμή που χρόνια περίμενε η Τουρκία . Πέντε μέρες αργότερα εισέβαλε στην Κύπρο και με τον Αττίλα 1 και 2 να κατέλαβε το 37% του εδάφους της...

 
του Γιάννη Ανδρουλιδάκη (*)

Στις 15 Ιουλίου συμπληρώθηκαν 43 χρόνια από το πραξικόπημα που επιχείρησε η χούντα του Ιωαννίδη εναντίον του Μακαρίου, το οποίο έδωσε την αφορμή που χρόνια περίμενε η Τουρκία . Πέντε μέρες αργότερα εισέβαλε στην Κύπρο και με τον Αττίλα 1 και 2 να κατέλαβε το 37% του εδάφους της. Όλο αυτό το διάστημα έγιναν πολλές προσπάθειες επίλυσης του προβλήματος, όλοι οι Πρόεδροι της κυπριακής δημοκρατίας φιλοδόξησαν να υπογράψουν τη λύση, προτάθηκαν σχέδια και χάρτες(που κατά κανόνα ήταν σε βάρος της ελληνοκυπριακής πλευράς), αλλά η κατάληξη ήταν η ίδια: αδιέξοδο. Τελευταία απόπειρα οι συνομιλίες στο Grans Montana της Ελβετίας οι οποίες είχαν την ίδια τύχη.

Πολλά γράφτηκαν για αυτήν την αποτυχία και ακόμη περισσότερα ψιθυρίζουν διάφοροι κύκλοι. Αυτό που έχει σημασία, ωστόσο, είναι ότι το κυπριακό συνεχίζει να χρονίζει και να γίνεται πιο περίπλοκο, επειδή οι δυνάμεις που θα μπορούσαν να συμβάλλουν ουσιαστικά στη λύση του με βάση το διεθνές δίκαιο και να πιέσουν την Τουρκία (η οποία πήγε στην Κύπρο για να μείνει) δεν το πράττουν, αφού με την υπάρχουσα κατάσταση εξυπηρετούνται μια χαρά τα συμφέροντα τους. Αποδείχθηκε, επιπλέον, πόσο ουτοπική ήταν η άποψη που θεωρούσε ότι το πρόβλημα θα λυθεί με την ένταξη του νησιού στην ΕΕ, γιατί , υποτίθεται, η πολιτισμένη Ευρώπη της δημοκρατίας και της αλληλεγγύης δε θα ανεχόταν ούτε την παράνομη κατοχή ευρωπαϊκού εδάφους, ούτε το να παραμένει μέχρι σήμερα η Λευκωσία η μοναδική διχοτομημένη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Ακόμη διαψεύστηκαν οι ελπίδες όσων υποστήριζαν ότι η λύση θα έρθει λόγω του υποθαλάσσιου πλούτου του μαρτυρικού νησιού. Τα γεωπολιτικά συμφέροντα άλλαξαν στην περιοχή, έγιναν νέες συμμαχίες(Ισραήλ), οι γεωτρήσεις θα ξεκινήσουν, οι πολυεθνικές θα εκμεταλλευτούν πιθανά κοιτάσματα, αλλά το κυπριακό παραμένει γόρδιος δεσμός. Φάνηκε ,τέλος, πόσο δίκιο είχε ο μακαρίτης Πρόεδρος της Κύπρου, ο Τάσσος Παπαδόπουλος , όταν σχεδόν μόνος αντιστάθηκε σθεναρά και παρά τις απειλές και τις αφόρητες πιέσεις δεν υπέκυψε και δεν αποδέχτηκε το σχέδιο Ανάν. Τα λόγια του «παρέλαβα κράτος διεθνώς αναγνωρισμένο, δε θα παραδώσω κοινότητα» σε εκείνο το συναισθηματικά φορτισμένο διάγγελμα της 7ης Απριλίου του 2004 αποτελούν παρακαταθήκη και οδηγό για το μέλλον.

Σήμερα 43 χρόνια μετά η κυπριακή τραγωδία συνεχίζεται. Με δεδομένο ότι η τουρκική πλευρά όχι μόνο παραμένει αμετακίνητη, αλλά εγείρει συνεχώς νέες αξιώσεις πολλοί θεωρούν ότι θα πρέπει η ελληνοκυπριακή πλευρά να αναπροσαρμόσει την τακτική της. Το κυπριακό ασφαλώς και δεν πρόκειται να λυθεί άμεσα και ο δρόμος θα είναι μακρύς μέχρι την επανένωση του νησιού. Γι αυτό επιβάλλεται μέσα σ αυτό το τέλμα και τη στασιμότητα να τεθεί το θέμα στην πραγματική του διάσταση κα να ξαναμπεί στη σωστή βάση του. Πρέπει να ειπωθεί και πάλι η αδιαμφισβήτητη αλήθεια, ότι δηλαδή είναι πρόβλημα διεθνές, εισβολής και παράνομης κατοχής του 37% της κυπριακής δημοκρατίας, ενός κράτους ανεξάρτητου, μέλους της ΕΕ και άλλων διεθνών οργανισμών. Δεν είναι ζήτημα διμερές ,τετραμερές ή πενταμερές, όπως επιχειρεί να το παρουσιάσει η Τουρκία και άλλοι παράγοντες. Πρόκειται για στρατιωτική απόβαση και κατάληψη εδάφους, με εκατοντάδες αγνοούμενους τόσα χρόνια μετά, για ωμή παραβίαση του διεθνούς δικαίου και γι αυτό η λύση πρέπει να στηρίζεται στα ψηφίσματα και τις αποφάσεις του ΟΗΕ. Είναι ο σταθερός διπλωματικός δρόμος που μακροπρόθεσμα μπορεί να φέρει καρπούς και να οδηγήσει σε άρση του αδιεξόδου.

Σε αυτήν την κατεύθυνση, νομίζω, πρέπει να κινητοποιηθεί εκτός από τη διπλωματία και η ευρωπαϊκή αριστερά. Το κυπριακό είναι ανάγκη να προβάλλεται με ένταση σε κάθε ευκαιρία από κάθε δημοκρατική και προοδευτική φωνή που αγωνίζεται κατά της αδικίας. Για να δοθεί μια λύση όχι προβληματική και θνησιγενής, αλλά δίκαιη , για το συμφέρον των δύο κοινοτήτων, χωρίς εγγυήτριες δυνάμεις, χωρίς ξένους στρατούς, σε μια Κύπρο με μία ιθαγένεια και μία κρατική οντότητα, ενιαία και αδιαίρετη με ισονομία και ισοπολιτεία για όλους τους κατοίκους της. Για να ξανανθίσουν τα χαμόγελα στη γη της λεμονιάς και της ελιάς.

(*) Ο Γιάννης Ανδρουλιδάκης είναι Εκπαιδευτικός στο 6ο Λύκειο Καλαμάτας
(πηγή: iskra.gr)

Author Name

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Από το Blogger.