Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ θα επιβάλλει νέους δασμούς οι οποίοι αθροιστικά θα φθάνουν σε αξία ακόμη και τα 60 δισεκατομμύρια δολάρια σε εισαγόμενα είδη που παράγονται στην Κίνα... 


Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ θα υπογράψει σήμερα Πέμπτη στις 18:30 (ώρα Ελλάδας) επίσημο έγγραφο με το οποίο θα ανακοινώσει την επιβολή δασμών σε σειρά εισαγόμενων προϊόντων που παράγονται στην Κίνα, γνωστοποίησε ο Λευκός Οίκος, κίνηση με στόχο να παταχθεί η κλοπή αμερικανικής τεχνολογίας και πνευματικής ιδιοκτησίας για την οποία κατηγορεί η κυβέρνηση του ρεπουμπλικάνου το Πεκίνο, αλλά ενδέχεται να οδηγήσει στο ξέσπασμα παγκόσμιου εμπορικού πολέμου.


Η αμερικανική προεδρία δεν έδωσε στην ανακοίνωσή της λεπτομέρειες για το μέγεθος και τους στόχους των νέων δασμών. Ο εκπρόσωπος των ΗΠΑ για το διεθνές εμπόριο Ρόμπερτ Λάιτχαϊζερ δήλωσε την Τετάρτη ότι θα στοχοθετήσουν τον τομέα της τεχνολογίας της Κίνας, προσθέτοντας ότι η Ουάσινγκτον θα ανακοινώσει ταυτόχρονα την επιβολή περιορισμών στις κινεζικές επενδύσεις στις ΗΠΑ. Και άλλες κινεζικές βιομηχανίες, όπως αυτή των ενδυμάτων, μπορεί επίσης να μπουν στο στόχαστρο της αμερικανικής κυβέρνησης.

Ο Λευκός Οίκος ανέφερε ότι ο Τραμπ θα υπογράψει ένα προεδρικό υπόμνημα το οποίο θα «στοχοθετεί την οικονομική επιθετικότητα της Κίνας».

Έρευνες που πραγματοποιήθηκαν στις ΗΠΑ βάσει του άρθρου 301 του νόμου περί Εμπορίου του 1974 οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι υπήρξε κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας και εξαναγκασμός αμερικανικών εταιρειών να παραδώσουν την πνευματική τους ιδιοκτησία σε κινεζικές καθώς και εξαγορές αμερικανικών επιχειρήσεων από κινεζικές για να αποκτήσουν την τεχνολογία τους.
Ο Λάιτχαϊζερ διαβεβαίωσε καταθέτοντας σε επιτροπή της Βουλής των Αντιπροσώπων αρμόδια για οικονομικά θέματα ότι ένας από τους σκοπούς των νέων μέτρων είναι να ελαχιστοποιηθούν οι επιπτώσεις των δασμών για τους Αμερικανούς καταναλωτές.

Η Κίνα έχει διαμηνύσει ότι θα προχωρήσει σε αντίποινα, βάζοντας στο στόχαστρο τα αγροδιατροφικά εξαγόμενα αμερικανικά προϊόντα, σε περίπτωση επιβολής δασμών από την Ουάσινγκτον που με βάση όσα έχουν γίνει γνωστά αναμένεται αθροιστικά να ανέλθουν στα 60 δισεκ. δολάρια.

Οι ΗΠΑ καταγράφουν έλλειμμα ύψους 375 δισεκ. δολαρίων στο ισοζύγιο τρεχουσών εμπορικών συναλλαγών με την Κίνα. Οι εκτιμήσεις για το κόστος των προϊόντων που αποτελούν αντικείμενο παραποιήσεων και απομιμήσεων, του πειρατικού λογισμικού και της κλοπής εμπορικών μυστικών κάνουν λόγο ακόμη και για 600 δισεκ. δολάρια, κατά μία μελέτη.

Ο Λάιτχαϊζερ παραδέχθηκε ότι η Κίνα ενδέχεται να ανταποδώσει παίρνοντας μέτρα εναντίον αμερικανικών αγροδιατροφικών προϊόντων, και πρόσθεσε πως εάν συμβεί αυτό, η Ουάσινγκτον θα επιβάλλει «αντίμετρα», αν και σημείωσε πως «κανένας δεν κερδίζει σε έναν εμπορικό πόλεμο», κάνοντας μια τοποθέτηση διαμετρικά αντίθετη από τη θέση του αμερικανού προέδρου, που διαβεβαιώνει πως οι εμπορικοί πόλεμοι είναι «καλοί» και θα αποδειχθεί «εύκολο» οι ΗΠΑ να «κερδίσουν».

«Η Κίνα δεν θέλει να εμπλακεί σε εμπορικό πόλεμο με κανέναν. Αλλά αν οποιοσδήποτε μας αναγκάσει να εμπλακούμε σε έναν, ούτε θα φοβηθούμε, ούτε θα κρυφτούμε», δήλωσε η εκπρόσωπος του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών Χουά Τσουνγίνγκ. «Εάν, τελικά, οι ΗΠΑ αναλάβουν δράσεις που πλήττουν τα συμφέροντα της Κίνας, τότε η Κίνα θα αναγκαστεί να λάβει αποφασιστικά και απαραίτητα μέτρα για να απαντήσει ώστε να προστατεύσει τα νόμιμα συμφέροντά της», συμπλήρωσε.

Κατά πληροφορίες το Πεκίνο θα στοχοθετήσει τα σπέρματα σόγιας, ένα προϊόν που εισφέρει στην αμερικανική οικονομία τζίρο 14 δισεκ. δολαρίων τον χρόνο. Η ΕΕ, από την πλευρά της, έχει αντιδράσει στην απειλή των δασμών στον χάλυβα και στο αλουμίνιο εξαγγέλλοντας ότι θα βάλει στο δικό της στόχαστρο προϊόντα που θα πονέσουν τους Ρεπουμπλικάνους, για παράδειγμα τις μοτοσικλέτες Harley-Davidson, που παράγονται στο Ουισκόνσιν, την Πολιτεία του προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων Πολ Ράιαν.

Ένας παγκόσμιος εμπορικός πόλεμος, εάν ξεσπάσει, θα έχει σοβαρές συνέπειες, εξασθενίζοντας το δολάριο, ωθώντας σε πτώση το χρηματιστήριο και άλλα νομίσματα, από το μεξικανικό πέσο ως το αυστραλιανό δολάριο, σύμφωνα με αναλυτές της τράπεζας Morgan Stanley.