03/16/19

Τώρα που γίνεται λόγος για «γέφυρες» στη μικροπολιτική κονίστρα, για να στηθεί το κεντροαριστερό σχέδιο του Τσίπρα, ξεχνιέται ή συγκαλύπτεται η μεγάλη «γέφυρα» που στήνεται στο Αιγαίο. Όχι μια γέφυρα φιλίας ή καλής γειτονίας...


 του Ρούντι Ρινάλντι *

Αρκετά είχε συζητηθεί και είχαν εκφραστεί απορίες για τη βιασύνη του Αλ. Τσίπρα, μόλις κυρώθηκε η συμφωνία των Πρεσπών, να σπεύσει να συναντήσει τον Ερντογάν στην Άγκυρα. Εκεί, αφού κουβέντιασαν μόνοι οι δυο τους για 3 ώρες (χωρίς να υπάρξει σοβαρή πληροφόρηση για το περιεχόμενο όσων είπαν), εμφανίστηκαν ικανοποιημένοι και ανακοίνωσαν μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης. Λίγες βδομάδες μετά, έχει καταστεί σαφές πως η ελληνική πλευρά είναι διατεθειμένη να εφαρμόσει ένα «μοντέλο Πρεσπών», δηλαδή να εξευμενίσει την Τουρκία σχετικά με τις διεκδικήσεις της και να γίνει αυτή αποδεκτή ως κυρίαρχη δύναμη στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου.
Τώρα που γίνεται λόγος για «γέφυρες» στη μικροπολιτική κονίστρα, για να στηθεί το κεντροαριστερό σχέδιο του Τσίπρα, ξεχνιέται ή συγκαλύπτεται η μεγάλη «γέφυρα» που στήνεται στο Αιγαίο. Όχι μια γέφυρα φιλίας ή καλής γειτονίας
Τα όσα «ξέφυγαν» από τα χείλη Καραγιαννίδη και Δουζίνα στη συνεδρίαση της επιτροπής του ΝΑΤΟ που συνεδρίασε στην Αθήνα (μετά διαψεύστηκαν σαν λάθος αποδιδόμενα από τα ΜΜΕ), δεν αφήνουν περιθώρια παρερμηνειών. Ο πολυπράγμων Κοτζιάς φρόντισε να δώσει διευκρινήσεις στους Δελφούς. Οι δηλώσεις του για το Καστελόριζο, δικαιώνουν τις τουρκικές αιτιάσεις περί ΑΟΖ. Αυτό δεν είναι ένα «λαθάκι», είναι το πιο φανερό και ενεργό σημάδι ενδοτισμού και εγκατάλειψης – παραχώρησης κυριαρχικών συμφερόντων σε μια κρίσιμη γραμμή που αγκαλιάζει Κύπρο και Κρήτη. Στη συνέχεια, με το αμίμητο περί «μοναχοφάηδων» Ελλήνων, πάλι δικαιώνει την τουρκική πλευρά που ζητά το μισό Αιγαίο, και ανακοινώνει «γαλάζιες πατρίδες» και «σύνορα της καρδιάς» που περιλαμβάνουν ξανά και ξανά τη Θεσσαλονίκη και τη Θράκη. Η ένταση για τα κοιτάσματα υδρογονανθράκων στα «οικόπεδα» της Κύπρου, ανάγει την τουρκική προκλητικότητα σε χαρτί για να πάρει μέρος στη μοιρασιά που θα γίνει. Η τοποθέτηση της Τουρκίας είναι σαφής: Δεν μπορεί να αποκλειστεί η Τουρκία από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Όσοι χειρίζονται άμεσα θέματα εξωτερικής πολιτικής (δηλαδή Τσίπρας, Κατρούγκαλος, Κοτζιάς, Αναγνωστοπούλου, Καραγιαννίδης, Καλπαδάκης κ.λπ.) έχουν υπερβεί εδώ και καιρό τα σημεία μιας εξωτερικής πολιτικής που ακολουθούνταν σε νευραλγικά ζητήματα (ελληνοτουρκικά, κυπριακό, σκοπιανό και αλβανικό), δημιουργώντας έντονα την εντύπωση ότι «πρέπει να κλείσουν τα ζητήματα» επ’ ωφελεία των ΗΠΑ και των ισχυρών της Ε.Ε.

Στη διεθνή διπλωματία, υπάρχει ο όρος «φιλανδοποίηση». Αυτός ορίζει μια διαδικασία με την οποία μια ισχυρή χώρα επιβάλλει σε μια μικρότερη γειτονική, στάση «ουδετερότητας» και μη ενεργοποίησης κυριαρχικών δικαιωμάτων, σύμφωνα με τα συμφέροντα της ισχυρής χώρας. Ο βαθμός πίεσης και οι τρόποι που ακολουθούνται ποικίλουν. Στην περίπτωσή μας, αποφάσεις όπως το casus belli που έχει κηρύξει η Τουρκία απέναντι στην Ελλάδα εάν ανακηρύξει χωρικά ύδατα στα 12 μίλια, είναι μια μορφή άσκησης της πίεσης. Η στρατιωτική κατάληψη του 40% της Κύπρου, υπενθυμίζει διαρκώς πως η Τουρκία δεν δίνει καμιά σημασία στο διεθνές δίκαιο και τις διεθνείς συμφωνίες (πριν λίγες μέρες, τουρκικά στρατεύματα κατοχής προωθήθηκαν κι άλλο στην περιοχή των Στροβιλιών, αυξάνοντας το έδαφος που κατέχουν και εγκλωβίζοντας κι άλλους Ελληνοκύπριους). Με συνεχείς στρατιωτικές ασκήσεις και την κλιμάκωσή τους, όπως τώρα, με τη «Γαλάζια Πατρίδα», δημιουργεί ντε φάκτο μια κατάσταση νέων διεκδικήσεων σε βάρος της Ελλάδας. Η αντανάκλαση της πίεσης και η γοργή ενδυνάμωση της Τουρκίας (έστω στην κόψη του ξυραφιού και σε σύγκρουση και διαπραγμάτευση με πολλές δυνάμεις) έχουν δημιουργήσει όρους αποδοχής πολλών διεκδικήσεων σε τμήματα των ελληνικών (και ελληνοκυπριακών) ελίτ και σε μεγάλο μέρος του πολιτικού κόσμου.

Η περίφημη «ελληνοτουρκική φιλία»


Εδώ και δεκαετίες, κυκλοφορεί η ιδέα και η πρακτική πως μέσω της προσέγγισης ανάμεσα στις δύο πλευρές, μπορεί να εξευρεθεί μια κοινά αποδεκτή λύση. Στην ουσία, υπό το σύνθημα της «ελληνοτουρκικής φιλίας» υιοθετήθηκε μια στάση εξευμενισμού του τουρκικού επεκτατισμού και αναζητήθηκαν συνεννοήσεις που φυσικά θα έθιγαν κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας. Το δόγμα Νταβούτογλου (αλλά και η πολιτική των κεμαλιστών για το Αιγαίο) προέβλεπε την ανάπτυξη της Τουρκίας ως μεγάλης θαλάσσιας δύναμης που θα κυριαρχούσε στην ΝΑ Μεσόγειο. Η έξοδός της στις θάλασσες έγινε και γίνεται με τον μεγάλης κλίμακας ναυτικό υπερεξοπλισμό και τη διαρκή παρουσία και ασκήσεις σε πολλές περιοχές.

Η γραμμή των ελληνικών κυβερνήσεων ήταν ενιαία: Σταδιακή αποδοχή πολλών διεκδικήσεων, ώστε να μην ενταθούν οι σχέσεις με την Τουρκία. Τώρα, δημοσιογράφοι της ΕφΣυν (π.χ. Τ. Παππάς) χαρακτηρίζουν «καραμανλικό μύθο» την πολιτική ότι με την Τουρκία έχουμε μία μόνο διαφορά, τον ορισμό της υφαλοκρηπίδας των νησιών. «Μύθος» λοιπόν κι αυτός, για να φτάσουμε σήμερα να αποδεχόμαστε μια τεράστια ατζέντα τουρκικών διεκδικήσεων, ιδίως στο Αιγαίο. Τι ζητούν; Απλά το μισό Αιγαίο, έως τον 25ο μεσημβρινό. Ο Ερντογάν μιλά για το «Αιγαίο μας». Έχουμε, είπε πρόσφατα, το Αιγαίο μας, τη Μαύρη Θάλασσά μας, δεν έχουμε Κουρδιστάν…

Γέφυρα 1


Τώρα που γίνεται λόγος για «γέφυρες» στη μικροπολιτική κονίστρα, για να στηθεί το κεντροαριστερό σχέδιο του Τσίπρα, ξεχνιέται ή συγκαλύπτεται η μεγάλη «γέφυρα» που στήνεται στο Αιγαίο. Όχι μια γέφυρα φιλίας ή καλής γειτονίας. Στήνεται η γέφυρα αριθ. 1 του εξευμενισμού της Τουρκίας, του καλωσορίσματός της στο μισό Αιγαίο, στην Κύπρο, νότια της Κρήτης, της παραχώρησης του Καστελόριζου (με ό,τι αυτό σηματοδοτεί). Στήνεται μια γέφυρα αποδοχής του τσαμπουκά και των απειλών που εκτοξεύει διαρκώς η επεκτατική Τουρκία. Γέφυρα αποδοχής της επικυριαρχίας (φιλανδοποίησης), των όρων που θέτει η Άγκυρα και βεβαίως «συνεργασίας» μαζί της.
Τα επιτελεία διερευνούν από κοινού μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης. Γιατί δεν τίθεται από ελληνικής πλευράς άμεσα θέμα άρσης του casus belli; Το αστείο είναι πως οι «σοβαροί» αναλυτές προεξοφλούν ότι κάποια μέρα θα αναγκαστούμε να πάμε στο διεθνές δικαστήριο με ατζέντα όλα ανεξαιρέτως τα θέματα που θέτει ως διεκδικήσεις η Τουρκία και τότε έτσι κι αλλιώς θα της παραχωρηθούν πολλά. Οπότε…

Η γέφυρα αριθ. 1 χτίζεται με τόνους νεοραγιάδικου πνεύματος, τη στιγμή που η απέναντι μεριά ομιλεί μια απεχθή στρατιωτική, «καουμπόικη» γλώσσα: Θα σας σπάσουμε τα πόδια, θα σας ρίξουμε στην θάλασσα όπως τότε, θα σας κάνουμε παστούς, θα δείτε τι σας περιμένει γκιαούρηδες και άλλα φιλικά.

Γέφυρα 2


Η δεύτερη «γέφυρα» που στήνεται, στοχεύει στη συνείδηση και το φρόνημα του λαού μπροστά στις απειλές και τους κινδύνους. Είναι επείγον να σπάσουν όσα αποθέματα αντίστασης υπάρχουν μέσα στον λαό, να κτυπηθεί αυτό που ονομάζουν «εθνολαϊκισμό», «εθνικισμό» ή πατριωτικό πνεύμα. Να διευρυνθεί ο νεοραγιαδισμός και η ιδεολογία της υποδούλωσης στους ισχυρούς δυτικούς εν πρώτοις και στη συνέχεια και στον «σκληρό γείτονα», έστω με όρους. Μην τον αγριέψουμε κιόλας. Να τον καλοπιάσουμε. Οι κατεργασίες γίνονται χρόνια τώρα, αλλά σήμερα πιο απροκάλυπτα και ιδεολογικά «απενεχοποιημένα».

Αυτή η δεύτερη γέφυρα κάνει μεγαλύτερο ή εξίσου κακό με την πρώτη. Αφοπλίζει τον λαό, τον μετατρέπει σε έρμαιο απειλών και φόβου. Τον αποκοιμίζει, ενώ στην ατζέντα γράφει «λιγότερη Ελλάδα» και πιθανά μέσα από μεγάλη εθνική καταστροφή. Αυτά βέβαια δεν είναι ευχάριστα να λέγονται, αλλά μια νηφάλια ματιά στο τι συμβαίνει στην περιοχή (Βαλκάνια, Μέση Ανατολή, δρόμοι ενέργειας κ.λπ.) μπορεί να δώσει μια γεύση. Δεν είναι σε εξέλιξη μόνο ο οικονομικός πόλεμος, έχουν βγει τα σιδερικά και ετοιμάζονται νέες μοιρασιές.

Γέφυρα 3


Δεν πάμε από τα μνημόνια στην κανονικότητα. Τέτοια γέφυρα δεν υπάρχει. Πάμε από μνημόνια σε γεωπολιτικές διευθετήσεις και μεγαλύτερη αστάθεια στην περιοχή. Η ατζέντα δυστυχώς περιλαμβάνει και αλλαγή συνόρων. Ο Ερντογάν έχει κάνε επίσημα λόγο (και μάλιστα επί ελληνικού εδάφους, μέσα στο Μαξίμου) για «τέλος της Λωζάνης». Όσο πιο γρήγορα συνειδητοποιηθεί, τόσο το καλύτερο.

Γέφυρα 4


Η τέταρτη γέφυρα είναι ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ. Σε τι κατάσταση παρέλαβε το λαϊκό φρόνημα και τις ελπίδες ενός λαού και πού τα οδήγησε μέσα σε 4 χρόνια. Γι αυτό τού ανοίγουν όλες οι πόρτες του συστήματος κι αξιολογείται η επίδοσή του, εισπράττοντας συγχαρητήρια. Ο Τσίπρας χαίρεται που έχει αντίπαλο τον Μητσοτάκη, ενώ ο δεύτερος παρακαλά να τελειώνουν οι σημερινοί και με άλλα δύσκολα θέματα μετά τις Πρέσπες. Οι δε ισχυροί της ευρωκρατίας και των ΗΠΑ, τρίβουν τα χέρια τους για το κελεπούρι που βρήκαν στην Αθήνα και τους έκανε τόσο καλά τη δουλειά. Όσο για τον Ερντογάν, τον έχει κοστολογήσει και το δείχνει συνεχώς.

***
Η κατάσταση είναι άσχημη, όχι καλή. Η σοβαρότητά της είναι τέτοια που δεν ταιριάζει ούτε να πούμε το ρεμπέτικο «πιάστε τα γεφύρια». Να καταπολεμήσουμε το πνεύμα του ραγιαδισμού σε όλες τις εκδηλώσεις του, να μην αποκοιμηθούμε με την ακατάσχετη εκλογολογία.
  _____________________
(*) Ο Ρούντι Ρινάλντι είναι στέλεχος της Κομμουνιστικής Οργάνωσης Ελλάδας, πρώην μέλος της Πολιτικής Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ, αρθρογραφεί στην εφημερίδα «Δρόμος της Αριστεράς»... 
πηγή: e-dromos.gr

Η κυβέρνηση δίνει την εντύπωση ότι δεν απέπεμψε αλλά απελευθέρωσε τον κ. Κοτζιά από κυβερνητικές ευθύνες και τον αμόλησε στην πιάτσα να λέει όσα δεν θέλει να πει ή ίδια επισήμως. Η εντύπωση δεν είναι αυθαίρετη αφού η κυβέρνηση τα λεγόμενα Κοτζιά ούτε τα διαψεύδει, ούτε τα αποδοκιμάζει ούτε αντιλέγει...


Ο υπουργός Άμυνας και πρώην ΓΕΕΘΑ κ. Αποστολάκης αλλά και ο Αμερικανός Αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών κ. Τζον Σάλιβαν προειδοποίησαν εσχάτως ότι μπορεί να ξεσπάσει θερμό ελληνοτουρκικό επεισόδιο. Ταυτόχρονα βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζουν ότι τα ελληνοτουρκικά μπορούν να διευθετηθούν με πρότυπο τις Πρέσπες. Και ο Κοτζιάς μας επικρίνει ότι είμαστε «μοναχοφάηδες» και δεν παραχωρούμε δικαιώματα στην Τουρκία όπως ζητάει ο Ερντογάν και η τουρκική ελίτ, κεμαλική, κοσμική, ισλαμική κλπ. Κοτζιάς και Ερντογάν παραμερίζουν, συγχρονισμένοι, το γεγονός ότι οι τουρκικές απαιτήσεις είναι παράνομες.

Η κυβέρνηση δίνει την εντύπωση ότι δεν απέπεμψε αλλά απελευθέρωσε τον κ. Κοτζιά από κυβερνητικές ευθύνες και τον αμόλησε στην πιάτσα να λέει όσα δεν θέλει να πει ή ίδια επισήμως. Η εντύπωση δεν είναι αυθαίρετη αφού η κυβέρνηση τα λεγόμενα Κοτζιά ούτε τα διαψεύδει, ούτε τα αποδοκιμάζει ούτε αντιλέγει. Η αντιπολίτευση εγκρίνει δια της σιωπής της ή διαμαρτύρεται για τους τύπους και για το θεαθήναι.

Συνέπεια όλων αυτών είναι ότι αρκετοί του πατριωτικού χώρου υποστηρίζουν δημοσίως ότι ο εθνομηδενισμός είναι κυρίαρχος. Λάθος. Ο εθνομηδενισμός κυριαρχούσε και κυριαρχεί στην ελίτ της χώρας και στο πολιτικό προσωπικό. Αλλά αυτό είναι αιτία ρήξης με τον κόσμο. Όποτε η ηγεσία των κομμάτων και της κυβέρνησης ακολουθούσε γραμμή στοιχειώδους αντίστασης οι τουρκικές απαιτήσεις έπεφταν στο κενό. Και ο κόσμος έχει επανειλημμένα αποδείξει ότι κινείται στο αντίθετο ρεύμα από τις όποιες ενδοτικές κυβερνήσεις. Ο Σημίτης πλήρωσε την ενδοτικότητά του. Θα την πληρώσει και ο ΣΥΡΙΖΑ.

Η Τουρκία δεν έχει παραβιάσει τη διεθνή νομιμότητα χωρίς άδεια των ισχυρών της περιοχής πχ στη Συρία, στο Αιγαίο ή στην Κύπρο. Η όξυνση των διμερών σχέσεων (λόγω S-400) δεν προδιαθέτει ευνοϊκή αμερικανική παρέμβαση για την Τουρκία στο Αιγαίο. Υπάρχει βέβαια η θεωρία ότι ΗΠΑ θα «δώσουν» στην Τουρκία ένα κομμάτι του Αιγαίου για να επαναφέρουν τον Ερντογάν στο δυτικό στρατόπεδο.

Δεν θα είναι η πρώτη φορά που οι ΗΠΑ θέλουν να κάνουν «κηδεία με ξένα κόλλυβα» καθώς το Αιγαίο δεν είναι δικό τους. Ακόμα, όμως, και αν είναι τόσο κοντόθωροι οι Αμερικανοί είναι αξιοθρήνητο ότι η ελληνική πλευρά δεν επιχειρεί με τα μέσα που διαθέτει, να τους μεταπείσει. Και ο πιο απλός τρόπος να πεισθούν οι ΗΠΑ είναι να ξέρουν ότι εμείς θα αμυνθούμε έως εσχάτων αν υποστούμε επίθεση.

Η Τουρκία θα πρέπει να ζυγίσει τις επιπτώσεις εντός και εκτός της χώρας αν μια έστω και στιγμιαία σύγκρουση με την Ελλάδα δεν λήξει νικηφόρα γι’ αυτήν, τη στιγμή που παριστάνει ότι έχει φοβερές και τρομερές Ένοπλες Δυνάμεις και προβάλλει υψηλές απαιτήσεις στη Συρία/Μέση Ανατολή.

Συσχετισμοί στο Αιγαίο


Γιατί, όμως, οι ΗΠΑ να θέλουν ανακατάταξη των συσχετισμών στο Αιγαίο υπέρ της Τουρκίας; Οι ΗΠΑ δεν έχουν λόγους να ενισχύσουν μια χώρα που δεν μπορούν πλέον να εμπιστευτούν στο ελάχιστο. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, μετά τις Πρέσπες και το ορατό εκλογικό κόστος, θα διακινδυνεύσει μια ήττα από την Τουρκία; Κοντά σε όλα αυτά η Ρωσία, δήλωσε πρόθυμη να πουλήσει στην Ελλάδα S-400. Παρά το ότι η Ελλάδα έχει ήδη S-300 και ουδείς ενοχλείται όχι επειδή είναι κατώτερο όπλο από τους S 400 του Ερντογάν αλλά επειδή η Ελλάδα είναι πιστή ενώ η Τουρκία άπιστη. Τα παιδία παίζει.

Τα ελληνικά ΜΜΕ δημοσιοποιούν πλέον ανοιχτά πληροφορίες (ή απειλές…) ξένων κύκλων για ένα «στημένο» θερμό επεισόδιο, σύντομο αλλά όχι στιγμιαίο, έτσι ώστε να δημιουργηθούν «πάγια» αποτελέσματα. Με την (εξίσου στημένη) υπόθεση ότι η σύγκρουση θα λήξη υπέρ της Τουρκίας. Λαμβάνοντας υπόψη ότι Τσίπρας και Ερντογάν έχουν ήδη συνομιλήσει, η λογική υπαγορεύει ότι ο καμβάς μιας λύσης μπορεί να είναι ο εξής:

Κατάληψη νησιωτικού εδάφους από την Τουρκία και μετά ανταλλαγή εδάφους έναντι αναγνώρισης δικαιωμάτων. Δηλαδή μερική αναθεώρηση της Συνθήκης της Λωζάνης, όπως ζήτησε ο Ερντογάν. Εναλλακτικά μπορεί να παραχωρηθούν δικαιώματα με πρόσχημα την αποφυγή θερμού επεισοδίου. Ωστόσο όλοι ξέρουν ότι η προδοσία στην Κύπρο άνοιξε πληγή που δεν κλείνει και ότι οι πρωτεργάτες έφαγαν ισόβια.

Σε ρόλο δωσίλογου


Ξένοι παράγοντες υπονοούν (ή απειλούν) ότι όλα αυτά θα μπορούσε να καταλήξουν σε ματαίωση/αναβολή των εθνικών εκλογών και παραμονή του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση, μόνος του ή με παρέα. Δηλαδή μια «κυβέρνηση εθνικής ενότητας για τη σωτηρία της πατρίδος», ένα «φύλλο συκής» για τον επιμερισμό των ευθυνών. Αλλά ποιοι θα αναλάμβαναν το ρόλο του «χρήσιμου ηλίθιου», τόσο κοντά στο ρόλο του δωσίλογου;

Υ.Γ. Ο Κίσινγκερ τον Οκτώβριο/Νοέμβριο 1986 (σύμφωνα με το τότε αποκλειστικό ρεπορτάζ) είχε υποδείξει στον Ανδρέα Παπανδρέου ότι μόνο με μια ελεγχόμενη απειλή πολέμου(θερμό επεισόδιο) θα μπορούσαν να υπερκεραστούν οι εκατέρωθεν λαϊκές αντιδράσεις στην προσέγγιση των δυο κυβερνήσεων. Η υπόδειξη έγινε πράξη με την «κρίση του Μαρτίου 1987» και ένα αποτέλεσμά της ήταν η εγκατάσταση κόκκινης (απ’ ευθείας) τηλεφωνικής γραμμής Παπανδρέου-Οζάλ (Ιούνιος 1987) ενώ εγκαινιάστηκαν διμερείς συνομιλίες.

Οι τωρινές προειδοποιήσεις είναι χειρότερη έκδοση σε βάρος μας, του ίδιου σεναρίου. Οι «εμπιστευτικές» πληροφορίες περί ματαίωσης των εκλογών κλπ μυρίζουν εκβιασμό του τύπου «δώστε με το καλό εκ των προτέρων για να μην τρέχετε εκ των υστέρων». Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει εθιστεί σε τέτοιες υποχωρήσεις. Με την ανοχή όλων, για να λέμε τα σύκα-σύκα.
Απόστολος Αποστολόπουλος / slpress.gr

Τη θέση πως η αύξηση του κατώτατου μισθού θα καθυστερήσει την αποκλιμάκωση της ανεργίας εξέφρασε ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, μιλώντας σε εκδήλωση που διοργάνωσε ο Σύνδεσμος  Βιομηχανιών Βορείου Ελλάδος...

 
Την εκτίμηση ότι η εφαρμογή των αποφάσεων της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, που κρίνουν αντισυνταγματικές προγενέστερες περικοπές στις συντάξεις, δρα επιβαρυντικά στην ανάλυση της βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους και αποτελεί τον σημαντικότερο δημοσιονομικό κίνδυνο μακροπρόθεσμα, διατύπωσε απόψε, από τη Θεσσαλονίκη ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, κεντρικός ομιλητής στο δείπνο εργασίας του Συνδέσμου Βιομηχανιών Ελλάδος (ΣΒΕ).

Αναφερόμενος δε στην πρόσφατη αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 10,9% και την κατάργηση του υποκατώτατου, σε συνδυασμό με τυχόν ανατροπή μεταρρυθμίσεων, που βελτιώνουν την ευελιξία στην αγορά εργασίας, εξέφρασε την πεποίθηση ότι ¨ενδέχεται να καθυστερήσουν την αποκλιμάκωση της ιδιαίτερα υψηλής ανεργίας και να στρέψουν ορισμένες επιχειρήσεις προς άτυπες μορφές απασχόλησης¨.

Αντίστοιχα, κατά τον κ. Στουρνάρα, η υψηλή φορολογία και οι καθυστερήσεις στην υλοποίηση του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων, ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά την επενδυτική εμπιστοσύνη και τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, ενώ κίνδυνοι για την πορεία της προκύπτουν και από την αργή απομείωση του όγκου των Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων, καθώς και από το ότι τα ομόλογα του ελληνικού Δημοσίου δεν έχουν ακόμη αποκτήσει καθεστώς επενδυτικής βαθμίδας και οι αποδόσεις τους αποκλιμακώνονται με πολύ αργούς ρυθμούς.

Αναφερόμενος στα πρωτογενή πλεονάσματα, υποστήριξε ότι η διατήρησή τους σε υψηλά επίπεδα για παρατεταμένη χρονική περίοδο (πχ, 3,5% του ΑΕΠ ώς το 2022), επιδρά αρνητικά στην ανάπτυξη, αλλά και στη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους. ¨Η περιοριστική επίδραση των μεγάλων πρωτογενών πλεονασμάτων είναι σχετικά εντονότερη, επειδή συνοδεύεται από σχετικά υψηλή φορολογία. Λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη ότι το δημόσιο χρέος ώς ποσοστό του ΑΕΠ ήταν περίπου 180% στο τέλος του 2018, προκύπτει ότι μια επιπλέον ποσοστιαία μονάδα οικονομικής ανάπτυξης είναι κατά 1,8 φορές πιο πολύτιμη για τη μείωση του δημόσιου χρέους από ό,τι μια επιπλέον ποσοστιαία μονάδα πρωτογενούς πλεονάσματος¨ είπε χαρακτηριστικά.

Ο κ. Στουρνάρας πρότεινε ακόμη πέντε παρεμβάσεις πολιτικής, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία:

- 1) την ταχεία αποκλιμάκωση του ποσοστού των μη εξυπηρετούμενων δανείων, με ενεργοποίηση των σχεδίων της ΤτΕ και του υπουργείου Οικονομικών,
- 2) την αλλαγή στο μείγμα της δημοσιονομικής πολιτικής προς την κατεύθυνση της μείωσης των φορολογικών συντελεστών και της ανακατανομής της δημόσιας δαπάνης, πχ, προς τις δημόσιες επενδύσεις,
- 3) τη συνέχιση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων (μάλιστα, σε αυτό το πεδίο πρότεινε μεταξύ άλλων την ενίσχυση των Συμπράξεων Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα και στην κοινωνική ασφάλιση και την υγεία),
- 4) την προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων, με την άρση σημαντικών αντικινήτρων, όπως η γραφειοκρατία, η ασάφεια του νομοθετικού και ρυθμιστικού πλαισίου, ιδιαίτερα στις χρήσεις γης, η καθυστέρηση στην απονομή δικαιοσύνης και οι εναπομείναντες περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων και
- 5) η διατήρηση της ευελιξίας στην αγορά εργασίας.

¨Η ελληνική οικονομία¨, κατέληξε ο κ.Στουρνάρας, ¨συνεχίζει να αναπτύσσεται, παρά τη μεγάλη επιβράδυνση της παγκόσμιας και τις σημαντικές προκλήσεις και κινδύνους που αντιμετωπίζει. Για να τεθεί σε στέρεες βάσεις η ανάκαμψη της οικονομίας θα πρέπει να συνεχιστούν απρόσκοπτα η υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων, οι ιδιωτικοποιήσεις, η ταχεία αποκλιμάκωση του αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων και μείωση των υψηλών φορολογικών συντελεστών

Νέους κανόνες για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια υιοθετεί η ΕΕ. Μεταξύ άλλων θεσπίζεται ανώτατο όριο για τα δάνεια αυτά, ενώ οι τράπεζες καλούνται να δημιουργήσουν αποθεματικό για την κάλυψη των κινδύνων.


Σήμερα το καθεστώς των μη εξυπηρετούμενων «ανοιγμάτων»- που διέπει στεγαστικά ή καταναλωτικά δάνεια, αλλά  και επιχειρηματικά ανοίγματα- ρυθμίζεται από κανονισμό του 2013, ο οποίος δεν προσφέρει αποτελεσματική και κυρίως ομοιογενή λύση για τα προβλήματα που ανέκυψαν στη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης. «Το πρόβλημα είναι ότι η Ευρώπη αυτή τη στιγμή δεν έχει ένα ενιαίο πλαίσιο για να αντιμετωπίσει τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια» λέει ο Μίλτος Κύρκος, ευρωβουλευτής με «Το Ποτάμι». Όπως επισημαίνει «αυτό έχει επιπτώσεις στον ανταγωνισμό, έχει επιπτώσεις στη μη προστασία του καταναλωτή, έχει επιπτώσεις και στο ότι πολλά δάνεια βγήκαν μη εξυπηρετούμενα επειδή έπεσαν οι αντικειμενικές αξίες των ακινήτων. Επίσης πολλά τραπεζικά προϊόντα δίνονταν χωρίς να προστατεύεται ο δανειολήπτης, ειδικά με τη χρήση μικρών γραμμάτων, τα οποία ο καταναλωτής πολλές φορές δεν καταλαβαίνει...»

Την έλλειψη αποτελεσματικής και ομοιογενούς προστασίας του δανειολήπτη επισημαίνει και ο Κύπριος ευρωβουλευτής Κώστας Μαυρίδης. «Με δεδομένο ότι εκ των πραγμάτων η τράπεζα είναι ο δυνατός και ο δανειολήπτης-καταναλωτής ο αδύνατος, όπως καθορίζεται και στην ευρωπαϊκή οδηγία περί καταχρηστικών ρητρών, η προστασία του δανειολήπτη σημαίνει ότι εμείς θα πρέπει να παρεμβαίνουμε και να διερευνούμε καταγγελίες για μη αποτελεσματική εφαρμογή της συγκεκριμένης οδηγίας. Σας αναφέρω λοιπόν ότι ιδιαίτερα στην περίπτωση της Κύπρου η οδηγία δεν εφαρμόζεται με αποτελεσματικό τρόπο και σε άλλα κράτη-μέλη δεν εφαρμόζεται με ομοιόμορφο τρόπο».

Δικλείδες ασφαλείας για το μέλλον


Το νέο πλαίσιο προβλέπει ότι όλα τα πιστωτικά ιδρύματα θα πρέπει να δημιουργήσουν ειδικό αποθεματικό για την κάλυψη των κινδύνων. Επιπλέον, για πρώτη φορά προβλέπεται δεσμευτικό όριο για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Γιατί όμως δεν επαρκούσε ο προηγούμενος κανονισμός για την προστασία των τραπεζών; Όπως λέει ο Μίλτος Κύρκος στην Deutsche Welle «υπάρχουν κριτήρια, τα οποία ήταν διαφορετικά από τράπεζα σε τράπεζα και πολλές φορές χρησιμοποιούνταν όχι με καλό τρόπο, για να μεταφέρουν δάνεια από κατηγορία σε κατηγορία και να ελαφρύνουν προσωρινά έναν ισολογισμό. Η Επιτροπή και το Κοινοβούλιο προσπαθούν να βάλουν έναν ενιαίο κανόνα».

Το νέο ρυθμιστικό πλαίσιο εγκρίθηκε αυτή την εβδομάδα από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και αναμένεται να τεθεί σύντομα σε ισχύ, καθώς το Συμβούλιο Υπουργών έχει ήδη συμφωνήσει. Το πρόβλημα είναι ότι οι νέοι κανόνες θα ισχύσουν μόνο για δάνεια που χορηγούνται μετά την ολοκλήρωση της νομοθετικής διαδικασίας και όχι για εκείνα που έχουν ήδη συσσωρευθεί στη διάρκεια της κρίσης. Και αυτό παρότι η κρίση αποτελεί βασική αιτία για την υπερβολική συγκέντρωση των κόκκινων δανείων, όπως επισημαίνει και ο εισηγητής του Ευρωκοινοβουλίου Ρομπέρτο Γκουαλτιέρι. «Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι ο βασικός λόγος για τη συσσώρευση των κόκκινων δανείων είναι η οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση, αλλά και οι αρνητικές επιπτώσεις από την πολιτική λιτότητας σε μερικά κράτη-μέλη» λέει ο Ιταλός ευρωβουλευτής. «Είναι επίσης αλήθεια ότι σε ορισμένα κράτη-μέλη δεν υπήρξαν διαφανή κριτήρια για τη χορήγηση δανείων».

Η περίπτωση της Ελλάδας


Για τους δανειολήπτες στην Ελλάδα που έχουν ήδη εκκρεμότητες με τις τράπεζες ο κανονισμός δεν δίνει άμεση λύση. Υπάρχουν όμως ρυθμίσεις σε εθνικό επίπεδο, επισημαίνει ο ευρωβουλευτής Μίλτος Κύρκος. «Καθυστερημένα πολύ, τέσσερα χρόνια μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης, ο ΣΥΡΙΖΑ προχώρησε σε ένα ορθό μέτρο, που προβλέπει επιμήκυνση των δανείων σε χρόνο και επιδότηση των επιτοκίων γι αυτούς που δεν έχουν την ικανότητα να πληρώσουν» τονίζει ο Έλληνας ευρωβουλευτής. «Είναι καθυστερημένο και δεν περιλαμβάνει μέτρα για την καταπολέμηση της συμπεριφοράς των κακοπληρωτών, που έχουν μεγάλες περιουσίες, αλλά δεν εξυπηρετούν τα δάνειά τους. Γι αυτό και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καθυστέρησε την εκταμίευση της δόσης. Επαναλαμβάνω: θετικό μέτρο, πολύ αργά, αλλά έστω και αργά είναι πολύ σωστό».
DW

Νέες «επιτυχίες» της κυβερνητικής εξωτερικής πολιτικής...


Την αίθουσα της Γερουσίας στη Βουλή, στην κοινή συνεδρίαση της Υποεπιτροπής για τη Δημοκρατική Διακυβέρνηση και της Υποεπιτροπής για τις Διατλαντικές Σχέσεις της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του ΝΑΤΟ, αξιοποίησε ο εκπρόσωπος της τουρκικής αντιπροσωπείας, Οσμάν Ασκίν Μπακ για να εκφράσει, με τον πιο επιθετικό τρόπο τις θέσεις της τουρκικής διπλωματίας: «Η Τουρκία είναι η τελευταία πλευρά που έχει το φταίξιμο με την Κύπρο. Η Τουρκία έχει μεγαλύτερη ακτογραμμή προς το Αιγαίο. Είναι μια διαμάχη και προϋποθέτει διαπραγματεύσεις που μέχρι τώρα δεν έχουν γίνει κατορθωτές γιατί η ελληνική πλευρά εμμένει στις μονομερείς ενέργειες και ερμηνείες». Και συνέχισε: «Στην Κύπρο υπάρχουν δύο μέρη. Αν υπάρχει ανάγκη για υδρογονάνθρακες θα γίνει μετά την επίλυση ή με κοινή συμφωνία των δύο πλευρών για να μοιράζονται τις άδειες. Όταν όμως οι εξορύξεις σε μια περιοχή που ανήκει σε δύο περιοχές γίνονται μονομερώς αυτό δεν είναι αποδεκτό και έχει συνέπειες».

Θα ανέμενε κανείς μια αιτιολογημένη απάντηση από την ελληνική αντιπροσωπεία. Μάταια. Αντιθέτως είχαμε συνέχεια του γνωστού δόγματος του «κατευνασμού» του θηρίου.

«Σθεναρή» απάντηση


Η ελληνική αντιπροσωπεία, που αποτελείτο από τους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ Κ. Δουζίνα και Χ. Καραγιαννίδη, σύμφωνα με τις διορθωτικές δηλώσεις που οι ίδιοι έκαναν μετά τις σχετικές δημοσιογραφικές αποκαλύψεις, ανταπάντησαν ότι δεν είναι αρμόδια αυτή η επιτροπή να ασχοληθεί με το θέμα και ότι αναζητείται μια συμφωνία ανάλογη με εκείνη των Πρεσπών για την «ειρηνική επίλυση μέσω συμβιβασμών» των ελληνοτουρκικών διαφορών με την προϋπόθεση της αμοιβαίας αναγνώρισης του Διεθνούς Δικαίου και του Δικαίου των Θαλασσών. Από την πλευρά του ο πρόεδρος της επιτροπής, Κ. Δουζίνας, διευκρίνισε ότι «αναφέρθηκα αναλυτικά στην κατοχή του 1/3 του νησιού από τα τουρκικά στρατεύματα, την απαίτηση της αποχώρησης του στρατού κατοχής και του τέλους των εγγυήσεων, τις οποίες ονόμασα ένα “αποικιοκρατικό απομεινάρι σε μια μετα-αποικιοκρατική εποχή”».

Ακόμα και με αυτές τις διευκρινήσεις το ερώτημα παραμένει. Τι ακριβώς διαπραγματεύεται η ελληνική κυβέρνηση και σε τι αποσκοπούν τα λεγόμενα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης; Ποιες είναι οι ελληνοτουρκικές διαφορές που αναγνωρίζει η κυβέρνηση;
Η ελληνική διπλωματία θα όφειλε να καταγγείλει την επιθετική συμπεριφορά της Τουρκίας και να πασχίζει για την διεθνή καταδίκη των απειλών της. Να πασχίζει για τη διεθνή απομόνωση της και να επιχειρεί να εξασφαλίσει συμμαχίες αποτροπής του σχεδίου της Άγκυρας για «επίλυση» μέσω απειλών και πολέμου των μονομερών βλέψεων της
Το πρόβλημα δεν είναι απλά ότι η Τουρκία δεν αναγνωρίζει απλά το Δίκαιο της Θάλασσας. Το πρόβλημα είναι ότι η Τουρκία δεν αναγνωρίζει τη Συνθήκη της Λωζάννης που, μεταξύ άλλων, οριοθετεί τα σύνορα των δύο χωρών. Και μάλιστα δεν την αναγνωρίζει όχι στα πλαίσια μιας διπλωματικής ή νομικής διεργασίας αλλά στη πράξη χρησιμοποιώντας την στρατιωτική ισχύ και την συνεχή απειλή ενός θερμού επεισοδίου μεταξύ των δύο χωρών. Διατηρεί μια ισχυρότατη ένταση στο Αιγαίο που σταδιακά εξαπλώνει σε ολόκληρη τη Ν.Α. Μεσόγειο. Αμφισβητεί ανοικτά την διεθνώς αναγνωρισμένη ΑΟΖ της Κύπρου και απειλεί να ακυρώσει, με τη χρήση βίας, το ενεργειακό της πρόγραμμα. Διευρύνει συστηματικά τις διεκδικήσεις της έναντι της Ελλάδας φθάνοντας στο σημείο να αμφισβητεί την ελληνική κυριαρχία ακόμα και επί της Κρήτης. Εντείνει τις διπλωματικές της πρωτοβουλίες σε ολόκληρη την Βαλκανική στηρίζοντας κάθε απαίτηση των γειτονικών χωρών όχι μόνο επί θεμάτων προς συμφωνία (ΑΟΖ Ιονίου) αλλά και αυτής ακόμα της αναγνώρισης των σημερινών συνόρων μεταξύ Ελλάδας-Αλβανίας. Διατηρεί μονομερώς το casus belli και δεν χάνει ευκαιρία για προκλητικές επιθέσεις σε βάρος της χώρας.

Άλλη κατεύθυνση


Η ελληνική διπλωματία θα όφειλε να καταγγείλει αυτή την επιθετική συμπεριφορά από μια δήθεν σύμμαχο χώρα και να πασχίζει για την διεθνή καταδίκη των απειλών της. Να πασχίζει για τη διεθνή απομόνωση της, όχι μόνο στα πλαίσια των διεθνών οργανισμών που παίρνει μέρος (ΟΗΕ, Ε.Ε., ΝΑΤΟ), αλλά απευθυνόμενη σε όλα τα μέλη του πολυπολικού κόσμου (Κίνα, Ρωσία, Λατινική Αμερική, αραβικός κόσμος) να επιχειρεί να εξασφαλίσει συμμαχίες αποτροπής του σχεδίου της Άγκυρας για «επίλυση» μέσω απειλών και πολέμου των μονομερών βλέψεων της.

Τίποτα από όλα αυτά δεν γίνεται, εδώ και δεκαετίες. Αντίθετα η διατεταγμένη πολιτική υπαναχωρήσεων και κατευνασμού, που σήμερα εμπνέεται από το υπόδειγμα της Συμφωνίας των Πρεσπών, ενδυναμώνει τον τούρκικο επεκτατισμό και τον αποθρασύνει.

Την ίδια στιγμή η επιλογή της πλήρους ένταξης της χώρας στις επιλογές των ΗΠΑ και ΝΑΤΟ στη Μ. Ανατολή και τα Βαλκάνια όχι μόνο δεν εξασφαλίζει εγγυήσεις για τη χώρα αλλά την οδηγεί σε διπλωματική απομόνωση από έως τώρα συμμάχους και την εκθέτει άμεσα στους τεράστιους κινδύνους που κρύβει η αντιπαράθεση ΗΠΑ-Ρωσία σε ολόκληρη την περιοχή.
Σπύρος Παναγιώτου / Δρόμος της ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

Το BREXIT έδειξε πως η ρήξη με την ΕΕ, είναι σαφώς εφικτή, χωρίς να έρθει κάποιος Αρμαγεδδών. Αυτό απαντά και στο ερώτημα της Ελλάδας του καλοκαιριού του 2015 και της υποταγής του ΣΥΡΙΖΑ στην ΕΕ και τους δανειστές με αγνόηση του ΟΧΙ.


του Παναγιώτη Μαυροειδή *

Στις δεκαετίες  70/80, οι χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, έτρεχαν να μπουν τότε ΕΟΚ, εν μέσω των υποσχέσεων των ηγεσιών τους για διασφάλιση της δημοκρατίας και οριστική αποτροπή του ενδεχόμενου δικτατοριών.

Στη δεκαετία του 90, ήταν η σειρά χωρών της Ανατολικής Ευρώπης να ζητούν την είσοδό τους στην ΕΕ. Αυτή το φορά οι προσδοκίες αφορούσαν την υπόσχεση  οικονομικής ευημερίας.

Το 1999/2000 γινόταν το «μεγάλο βήμα» της Οικονομικής Νομισματικής Ένωσης και της εισαγωγής του ευρώ. Η είσοδος  στη ζώνη του ευρώ παρουσιαζόταν ως η απόλυτη θωράκιση απέναντι στις οικονομικές κρίσεις.

Από το 2008 και το ξέσπασμα της καπιταλιστικής κρίσης και ειδικά της κρίσης στην ευρωζώνη, όλα έχουν γυρίσει ανάποδα.

Λαοί και χώρες συζητούν το ενδεχόμενο της εξόδου από την ευρωζώνη ή/και την ΕΕ ή αδιαφορούν για αυτήν.
  • Το 2015 ο ελληνικός λαός σήκωσε το γάντι της πρόκλησης και ψήφισε πανηγυρικά ΟΧΙ στο δημοψήφισμα, παρά την απόλυτη σύνδεση ενός ΟΧΙ με τον κίνδυνο εξόδου από την ΕΕ, που έκανε η προπαγανδιστική μηχανή της ΕΕ. Η ταπεινωτική συνθηκολόγηση του ΣΥΡΙΖΑ στη συνέχεια, είναι άλλο ζήτημα
  • Το 2016, οι Βρετανοί ψήφισαν υπέρ της εξόδου της χώρας από την ΕΕ (BREXIT). Οι μανούβρες που γίνονται από την κυβέρνηση των Συντηρητικών και της ηγεμονικής μερίδας της αστικής τάξης στη χώρα να μείνει αυτή η επιλογή κενό γράμμα, είναι άλλης τάξης θέμα.
  • Το 2018 στο δημοψήφισμα στη Βόρεια Μακεδονία, ο λαός της χώρας αγνόησε το παραπλανητικό ερώτημα «θέλετε την ένταξη σε ΕΕ και ΝΑΤΟ, με αλλαγή της συνταγματικής ονομασίας μας;» και απείχε σε συντριπτικό ποσοστό. Δε θεώρησε ότι η είσοδος στην ΕΕ θα μπορούσε να υπερκεράσει την ταπείνωση με την επιβολή ονομασίας της χώρας από άλλη ισχυρότερη γειτονική χώρα. Ο «παράδεισος» της ΕΕ έχει γίνει κακόφημος ή τέλος πάντων είναι υπό συζήτηση
Πλέον, η  ίδια η ΕΕ αντί να θέτει όρους συμμόρφωσης και προϋποθέσεις για την είσοδο χωρών, απειλεί με  θεούς και δαίμονες τους λαούς σε χώρες που ζητούν  την έξοδο.

Τα επιχειρήματα υπέρ και κατά της εξόδου χωρών από την ΕΕ δίνουν και παίρνουν. Η αλλαγή είναι ολοφάνερη, ανεξάρτητα από την κατάληξη  που κάθε φορά υπάρχει. Η ΕΕ και το καμάρι της, δηλαδή η ευρωζώνη και το ευρώ, είναι σε σοβαρή κρίση.

Έλεγε η Μέρκελ το 2011: «Το ευρώ είναι κάτι παραπάνω από ένα νόμισμα. Είναι η εγγύηση της ενωμένης Ευρώπης. Αν αποτύχει το ευρώ, αποτυγχάνει η Ευρώπη». Σήμερα, πράγματι συμβαίνουν και τα δύο.

Είναι στην επικαιρότητα η συζήτηση για το BREXIT και την τύχη που αυτό θα έχει. «Σκληρό» ή «μαλακό» BREXIT; Με συμφωνία με την ΕΕ ή χωρίς συμφωνία;

Οι Συντηρητικοί πηγαίνουν από ήττα σε ήττα στη Βουλή, αναζητώντας κατά βάση ένα «BREXIT χωρίς BREXIT», δηλαδή αποχώρηση με ταυτόχρονη πρόσβαση της Βρετανίας στην Ενιαία Αγορά και Τελωνειακή Ένωση.

Οι Εργατικοί μετεωρίζονται διαρκώς. Προσπαθούν να ισορροπήσουν μεταξύ μιας εργατικής εκλογικής βάσης που ψήφισε με φανατισμό και μαζικά υπέρ του BREXIT και της κομματικής μεσοαστικής και αστικής γραφειοκρατίας του κόμματος που αποκλείει κατηγορηματικά ένα «BREXIT χωρίς συμφωνία», ενώ βλέπει θετικά ένα νέο δημοψήφισμα με την ελπίδα να κερδίσει το στρατόπεδο της παραμονής στην ΕΕ (REMAIN).

H αστική τάξη διχάζεται μεταξύ των φιλοδοξιών και αυταπατών για «ελευθερία κινήσεων» στην παγκόσμια αγορά στη βάση και της συμμαχίας με ΗΠΑ και τις σχέσεις με χώρες της πρώην Κοινοπολιτείας και του πανικού της απώλειας πρόσβασης στην Ευρωπαϊκή αγορά.

Όλα αυτά μπορούν να συνοψιστούν σε μια φράση: Πολιτική και κοινωνική κρίση που οδηγεί σε αδυναμία την ίδια την κυρίαρχη αστική τάξη να διαμορφώσει μια ενοποιητική στρατηγική για τα συμφέροντά της που ταυτόχρονα να μπορεί να την παρουσιάσει ως καθολικό «εθνικό συμφέρον». Αυτό ακριβώς προκαλεί κρίση στα κόμματά της και στις διεθνείς της συμμαχίες.

Η βαθιά αυτή κρίση έχει σαφέστατο ταξικό υπόβαθρο. Κυρίως καταγράφει το μίσος και την εχθρότητα της εργατικής τάξης και ιδιαίτερα των εργατογειτονιών στις αποβιομηχανοποιημένες περιοχές της χώρας. Το «πρόβλημα» με αυτό τον κόσμο που ψήφισε μαζικά BREXIT, είναι ότι δεν περιμένει τίποτα απολύτως από το REMAIN, ενώ μάλλον περιμένει ελάχιστα και από το BREXIT. Για αυτό και δεν εκβιάζεται, ούτε τρομοκρατείται εύκολα. Δεν υπάρχει αντικείμενο εκβιασμού.
Οι «κοσμοπολίτες» remainers  αντιθέτως, έχουν πολλά να χάσουν για αυτό και κα΄νουν θόρυβο. Μιλώντας περιφρονητικά για τον εργατόκοσμο των ερημοποιημένων εργατικών κοινοτήτων όπου πλέον αφθονούν η ανεργία ή οι uber-jobs, χρησιμοποιούν δύο κλασικές εκφράσεις: Αναφέρονται στους «left behind» (αυτούς που έχουν μείνει πίσω) ή σε “turkeys who voted for christmas” (γαλοπούλες που ψηφίζουν για την τύχη τους τα Χριστούγεννα). Το «πρόβλημα» είναι ότι, αυτοί οι χαρακτηρισμοί, λιγότερο προκαλούν το θυμό του φτωχού κόσμου που ψήφισε BREXIT και περισσότερο επιβεβαιώνει τις σκέψεις και φόβους του: Τόσο η λεγόμενη «παγκοσμιοποίηση», όσο και ειδικότερα η ΕΕ που προσφέρουν κοσμοπολίτικη  λάμψη στα global centers του Λονδίνου, για αυτούς σημαίνει άθλιες κατοικίες, ανεργία, φτηνή και ευάλωτη εργασία, τρένα που δε περνούν στην ώρα τους, υποβάθμιση του εθνικού συστήματος υγείας. Αλλά σημαίνουν επιπλέον  περιφρόνηση προς την εργατική τάξη, τη ζωή και  κουλτούρα της, την εμπειρία της, καθώς θεωρείται συλλήβδην οπισθοδρομική, συντηρητική ή/και ρατσιστική. Όταν γη, άνθρωποι και εργασία, καθίστανται φτηνά εμπορεύματα, το να εμφανίζονται λαμπροί χορτάτοι και ασφαλείς άνθρωποι όπως ο Μπέγκαμ ή/και αστέρες της «αριστεράς» όπως ο Βαρουφάκης, να φωνάζουν για τους κινδύνους ενός BREXIT, τόσο πείθεται αυτός ο κόσμος ότι πρέπει να φωνάξει «Έξω» και «Όχι» στην ΕΕ, παρά το γεγονός ότι αδυνατούν να απαντήσουν στο ερώτημα «Μέσα και Ναι, σε ποιόν δρόμο;».

Είναι αλήθεια ότι για πρώτη φορά αυτός ο κόσμος, ένιωσε πως με την ψήφο υπέρ του BREXIT, έπαψε να είναι αόρατος και τουλάχιστον ταρακούνησε ένα κόσμο που όλο και περισσότερο όχι απλά δεν τον περιέχει, αλλά ρητά  τον αποκλείει.

Τι θα γίνει όμως τελικά με το BREXIT;

Δεν έχει  μικρή σημασία να δούμε πριν από όλα τι ΔΕΝ έγινε με την ψήφο υπέρ του BREXIT.
  • Λίγο πριν το δημοψήφισμα του 2016, με επίσημη παρέμβασή τους ΟΟΣΑ, ΕΕ και ΔΝΤ, είχαν προβλέψει ότι στην περίπτωση ακόμη και της ψήφου υπέρ της BREXIT, η Βρετανία θα έμπαινε σε μια δίνη κρίσης βαθύτερης από αυτήν του 2008.
  • Ένα μήνα πριν στηθούν οι κάλπες, «μελέτη» του Υπουργείου Οικονομικών, ανακοίνωνε με κάθε σοβαρότητα και επισημότητα ότι και μόνο με εκλογικό αποτέλεσμα υπέρ του BREXIT, το ΑΕΠ θα έπεφτε από 3,6 έως 6% και η ανεργία θα αυξανόταν κατά 820.000 ανθρώπους.
  • Ο πολύς G. Osborne, έβγαζε και αυτός μια εκτίμηση από την κοιλιά του, ότι ακόμη  500.000 άνθρωποι θα έμπαιναν στις λίστες των ανέργων.
Τι έγινε δύο χρόνια μετά από αυτές τις δραματικές προειδοποιήσεις;

Τίποτα απολύτως!

Η Βρετανική οικονομία έκλεισε με 2,7% άνοδο το 2017 (αμέσως μετά δηλαδή), ενώ ανοδικά κινήθηκε  και το 2018, με τους γνωστούς βέβαια χαμηλούς ρυθμούς αναιμικής καπιταλιστικής ανάπτυξης παγκόσμια και ακόμη πιο χαμηλούς στην ευρωζώνη και την ΕΕ.

Η ανεργία είχε συνακόλουθα μια οριακή πτώση, ενώ οι βιομηχανικές επενδύσεις στη χώρα αυξήθηκαν και δεν μειώθηκαν, αλλά και οι εξαγωγές είχαν τη μεγαλύτερη άνοδο μεταξύ των χωρών του G7 στο ίδιο διάστημα. Τα σενάρια καταστροφής, αποσκοπούσαν και αποσκοπούν  απλά στην τρομοκράτηση και βέβαια στην καταστροφή του BREXIT. Τα σενάρια αυτά έχουν πολλαπλασιαστεί έναντι της καταληκτικής ημερομηνίας για συντεταγμένη αποχώρηση (29 Μαρτίου).

H ζωή των εργαζομένων και των ανέργων, βελτιώθηκε μετά την ψήφο υπέρ του BREXIT; Η ερώτηση είναι ρητορική, ειρωνική από μεριάς των υποστηρικτών της ΕΕ, είναι όμως και πραγματική.

Το BREXIT έδειξε πως η ρήξη με την ΕΕ, είναι σαφώς εφικτή, χωρίς να έρθει κάποιος Αρμαγεδδών. Αυτό απαντά και στο ερώτημα της Ελλάδας του καλοκαιριού του 2015 και της υποταγής του ΣΥΡΙΖΑ στην ΕΕ και τους δανειστές με αγνόηση του ΟΧΙ.

Στη Βρετανία το BREXIT και η ρήξη με την ΕΕ, δεν έφερε κάποια καταστροφή, ενώ στην Ελλάδα η μισή ψευδορήξη με την ΕΕ έφερε απλά τα capital controls με την πρωτοβουλία στα χέρια του αντιπάλου και πολύ περισσότερο η επιλογή της ΜΗ ρήξης έφερε το Τρίτο Μνημόνιο και την απογοήτευση.

Το BREXIT και η έξοδος γενικά μιας χώρας από την ΕΕ, δεν αποτελεί την αυτόματη λύση, αλλά μια ζωτική προϋπόθεση λύσης, δηλαδή εισόδου σε ένα άλλο δρόμο, όπου το ζητούμενο θα είναι η δουλειά για όλους με πλήρη δικαιώματα, η αξιοπρεπής ζωή σε ένα αλληλέγγυο κοινωνικό περιβάλλον, η δημοκρατία και λαϊκή κυριαρχία.

Η έξοδος είναι η αναγκαία, αλλά όχι ικανή προϋπόθεση για ένα αντικαπιταλιστικό δρόμο, ενάντια και έξω από τους νόμους και τους οργανισμούς του κεφαλαίου. Είναι μια επιλογή ρήξης που συμβάλει στην ωρίμανση των προϋποθέσεων για ρήξη με το αστικό πλαίσιο και την κεφαλαιοκρατική εξουσία γενικά, σε σοσιαλιστική, κομμουνιστική κατεύθυνση. Είναι ένας δρόμος διεθνιστικός, συνεργασίας των λαών, στην Ευρώπη, στη Μεσόγειο και γενικότερα, που αλυσιδωτά μπορεί να  ακολουθηθεί και επιβληθεί.

Το «έξω» από την ΕΕ και το καπιταλιστικό πλαίσιο, αφήνει ενεργή την ελπίδα, ακόμη και όταν δεν είναι επαρκής η προετοιμασία για το «μέσα» σε ένα άλλο δρόμο. Αντίθετα, η παραμονή στο σφαγείο της ΕΕ, είναι απόφαση αργού θανάτου, χωρίς καμία ελπίδα.

Δυστυχώς η συντριπτική πλειοψηφία της αριστεράς, ακόμη και αν συχνά ονομάζεται κομμουνιστική ή αντικαπιταλιστική, είδε στην καπιταλιστική ολοκλήρωση της ΕΕ, την πρόοδο και τον εξανθρωπισμό του καπιταλισμού ή έστω σε μια πιο «πολιτικά ορθή» ερμηνεία,την  «εν δυνάμει» διεθνοποίηση και  άρνηση του αστικού εθνικισμού.

Οι θεωρήσεις αυτές απέτυχαν παταγωδώς. Κοντά μισό αιώνα από τότε που το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα αναζητούσε την προγραμματική βάση κυβέρνησης  με το Σοσιαλιστικό Κόμμα, αποδεχόμενο τη ρητή απαίτηση του δεύτερου για στήριξη της ευρωπαϊκής ενοποίησης και 16 χρόνια από τότε που στη Φλωρεντία της Ιταλίας η ευρωπαϊκή αριστερά ορκιζόταν πως «μια άλλη Ευρώπη είναι εφικτή», σήμερα στις δύο αυτές χώρες κάνει πάρτι η ακροδεξιά με Λεπέν και Σαλβίνι.
Η φανταστική «ευρωπαϊκή εργατική τάξη» ως δήθεν ενιαίο υποκείμενο που θα σχηματιζόταν στο πλαίσιο της ΕΕ, με δυνατότητες μετασχηματισμού της, δεν υπήρξε και δε θα υπάρξει ποτέ ως τέτοια μέσω της ΕΕ. Αντίθετα, η ΕΕ, ως συνασπισμένη πολιτική, οικονομική (τώρα και στρατιωτική) ένωση του κεφαλαίου, αποτέλεσε και αποτελεί ακριβώς την ακύρωση αυτών των δυνατοτήτων, ενώ παράλληλα κατακερματίζει τις εργατικές τάξεις με την προώθηση της ελαστικής εργασίας και  την επίθεση στις συλλογικές εκφράσεις της. Μεταφέρει το πεδίο από τη “διαπραγμάτευση”  της σχέσης μισθών/κερδών σε αυτό του “ανταγωνισμού” των κεφαλαίων, επιδιώκοντας την πλήρη ηγεμόνευσής της επί του κόσμου της εργασίας. Η ΕΕ δεν ασκεί απλώς «νεοφιλελεύθερες» πολιτικές που δυνητικά μέσω άλλων κυβερνήσεων ή και «ευρωπαϊκής ομοσπονδιακής διακυβέρνησης» μπορούν να αλλάξουν, όπως αφελώς προτείνει και πάλι ο Βαρουφάκης, αλλά αποτελεί ακριβώς την συνεκτική οργάνωση του αμερικάνικου νεοφιλελεύθερου υποδείγματος στο πεδίο της Ευρώπης. Εξ αρχής και οργανικά.

Η ΕΕ ήταν και είναι πάντα αντιδραστική, ακριβώς γιατί διαστρέφει σε όφελος των πολυεθνικών και των καπιταλιστικών κερδών και με συντριβή των εργατικών τάξεων,  τις δυνατότητες και τάσεις διεθνοποίησης της οικονομικής και κοινωνικής ζωής. Για αυτό ακριβώς  το πλαίσιό της, με την αναγόρευση του «ανταγωνισμού» ως κεντρικής αξίας, αποδεικνύεται εξίσου ευεπίφορο στην ανάπτυξη εθνικιστικών, ρατσιστικών,  φιλοπόλεμων και ακροδεξιών, μεταφασιστικών και νεοφασιστικών ρευμάτων. Η ΕΕ των δήθεν ανοιχτών συνόρων και της ελευθερίας κίνησης κεφαλαίων, εμπρευμάτων και αντεργατικών συνταγών, είναι η ίδια ΕΕ που πνίγει χιλιάδες προσφύγων στη Μεσόγειο, που σκοτώνει διαδηλωτές στη Γαλλία, που φακελώνει τους πάντες.

Υπάρχει ωστόσο μια μεγάλη τομή στην πορεία της από την αφετηρία της Συνθήκης της Ρώμης το 1957. Στην πρώτη περίοδο,  οι προτεραιότητες για απομάκρυνση μιας νέας πολεμικής ανάφλεξης στην Ευρώπη, στερέωσης της Αμερικάνικης ηγεμονίας σε αυτήν και «άμυνας» απέναντι στο «υπαρκτό σοσιαλισμό», περνούσαν κυρίως  μέσα από την αστική σταθεροποίηση των κρατών μελών της σε εθνικό επίπεδο, κατά βάση με παραλλαγές κευνσιανισμού και αντίστοιχου κοινωνικού συμβολαίου.

Μετά την μεγάλη κρίση του 70 και την εμφάνιση του νεοφιλελευθερισμού ως απάντηση, αλλά και την σταδιακή είσοδο στο στάδιο ενός ολοκληρωτικού καπιταλισμού, εκκινεί μια δεύτερη περίοδος. Είναι μια πορεία μετασχηματισμών στην ΕΟΚ (ΕΕ), που τελικά μεταφέρουν όλο και πιο δυναμικά κρίσιμες λειτουργίες στο πεδίο των υπερεθνικών ρυθμίσεων και θεσμών. Η κρίση του 2008 συντάραξε την Ευρωπαϊκή Ένωση, την έπληξε πολιτικά, την καθήλωσε οικονομικά, αλλά ταυτόχρονα επιτάχυνε και κλιμάκωσε  την πορεία αντιδραστικών μετασχηματισμών με τη συγκρότηση της Οικονομικής Διακυβέρνησης, του Δημοσιονομικού Συμφώνου, του ESM, των μηχανισμών μόνιμης επιτήρησης και επιτροπείας όλων των χωρών, σαρώνοντας ταυτόχρονα “συμβόλαια” και καταχτήσεις μιας προηγούμενης εποχής.

Το οικοδόμημα της ΕΕ, στα μάτια των λαών της ορθώνεται πλέον απέναντί τους, όλο και πιο απροσπέλαστο, απόμακρο, εχθρικό και ανεξέλεγκτο, μη υποκείμενο στην παρέμβαση της ταξικής πάλης και κάθε είδους διεκδικήσεων.

Το ταξικό ένστικτο των λαϊκών στρωμάτων σε όλες τις χώρες τις Ευρώπης, οδηγεί στη διαπίστωση πως η υπεράσπιση  της λαϊκής κυριαρχίας σε κάθε χώρα, του δικαιώματος οι λαοί να καθορίζουν την τύχη τους και να μετέχουν της πορείας τους, αποτελεί καθοριστικό πεδίο ταξικής διαπάλης.

Η τάση αυτή είναι αναπτυσσόμενη, έστω ανισόμετρα και αποτελεί αποπροσανατολισμό ή/και προσβολή να περιγράφεται με όρους «ευρωσκεπτικισμού» ή και «εθνικιστικής αναδίπλωσης». Αυτό αποτελεί ένα μεγάλο δώρο στην ακροδεξιά και δίνει φτερά στα μαύρα πανιά της. Είναι τραγικό, αλλά είναι η ίδια εκείνη η ευρωπαϊκή, κοσμοπολίτικη και τρελαμένη με την «ανοιχτότητα» αριστερά, που πανικόβλητη πλέον από την άνοδο της ακροδεξιάς, τρέχει να την αντιγράψει αναπαράγοντας τη ρητορική της «εθνικής κυριαρχίας» ή των «μέτρων κατά της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης», με κορυφαία παραδείγματα του Μελανσόν στη Γαλλία και της Βάγκενετ στη Γερμανία. Η άλλη όψη του ίδιου (ευρωπαϊκού) νομίσματος.

Μας αξίζει κάτι καλύτερο…
 ___________________________________________

* Ο Παναγιώτης Μαυροειδής, είναι κορυφαίο στέλεχος της κομμουνιστικής αριστεράς, μέλος του ΠΣΟ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και υποψήφιος ευρωβουλευτής και βουλευτής στην Αττική με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Αρθρογραφεί στον ιστοχώρο pandiera.gr και άλλες ιστοσελίδες του χώρου..
  πηγή: pandiera.gr

Author Name

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Από το Blogger.