ΑΘΗΝΑ ΚΑΙΡΟΣ

Γιατί η Κίνα αποξενώνει τον κόσμο - Οικοδομείται αντίδραση -αλλά το Πεκίνο δεν φαίνεται να αναθεωρεί την στάση του

Οικοδομείται αντίδραση - αλλά το Πεκίνο δεν φαίνεται να αναθεωρεί την στάση του

Διαδηλωτές έξω από την κινεζική πρεσβεία στην Γιανγκόν της Μιανμάρ, τον Φεβρουάριο του 2021 
___________________________________________________________________________________

Πρόσφατα, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο συμφώνησαν να μοιραστούν ευαίσθητα πυρηνικά μυστικά με την Αυστραλία (σύμφωνο AUKUS) για να την βοηθήσουν να αντιμετωπίσει τις ναυτικές φιλοδοξίες της Κίνας στον Ειρηνικό. 

Peter Martin*

Στις αρχές του 2017, η Κίνα φαινόταν να βρίσκεται σε καλό δρόμο. Η οικονομία της ξεπερνούσε τις εκτιμήσεις. Ο πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ υλοποιούσε την κινεζική Πρωτοβουλία Ζώνη και Οδός για τις υποδομές και ήταν στα πρόθυρα του ανοίγματος της πρώτης υπερπόντιας στρατιωτικής βάσης της Κίνας στο Τζιμπουτί. Το πιο σημαντικό, ο Σι φαινόταν έτοιμος να εκμεταλλευτεί την θέληση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να ξεκινά καυγάδες με συμμάχους των ΗΠΑ και διεθνείς οργανισμούς. Σε μια ομιλία του στο Νταβός τον Ιανουάριο του ίδιου έτους, ο Σι μέχρι που συνέκρινε τον προστατευτισμό με το «κλείσιμο σε ένα σκοτεινό δωμάτιο».

Σχεδόν πέντε χρόνια μετά, το Πεκίνο αντιμετωπίζει τη μεγαλύτερη διεθνή αντίδραση έναντί του εδώ και δεκαετίες. Οι αρνητικές απόψεις για την Κίνα έχουν σχεδόν φτάσει σε ύψη ρεκόρ σε ολόκληρο τον ανεπτυγμένο κόσμο, σύμφωνα με έρευνα του Pew Research Center τον Ιούνιο, η οποία έδειξε ότι τουλάχιστον τα τρία τέταρτα των ερωτηθέντων στην Αυστραλία, την Ιαπωνία, τη Νότια Κορέα, την Σουηδία, και τις Ηνωμένες Πολιτείες έχουν τώρα ευρέως αρνητικές απόψεις για την χώρα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, την οποία το Πεκίνο δούλεψε για να φλερτάρει κατά την εποχή του Τραμπ, χαρακτήρισε επίσημα την Κίνα ως «συστημικό αντίπαλο» και οι ηγέτες του ΝΑΤΟ έχουν αρχίσει να συντονίζουν μια κοινή απάντηση στο Πεκίνο. Στο κατώφλι της Κίνας, οι ηγέτες της Αυστραλίας, της Ινδίας, της Ιαπωνίας, και των Ηνωμένων Πολιτειών αναζωογόνησαν την ομάδα κρατών «Quad» ως απάντηση στις ανησυχίες για τις προθέσεις του Πεκίνου. Και πιο πρόσφατα, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο συμφώνησαν να μοιραστούν ευαίσθητα πυρηνικά μυστικά με την Αυστραλία για να την βοηθήσουν να αντιμετωπίσει τις ναυτικές φιλοδοξίες της Κίνας στον Ειρηνικό.

Ωστόσο, το Πεκίνο δεν δείχνει κανένα σημάδι αλλαγής πορείας. Σε αντίθεση με τις προηγούμενες εποχές αντιδράσεων εναντίον της Κίνας, όπως εκείνη που ακολούθησε την σφαγή στην πλατεία Τιενανμέν το 1989, ετούτη δεν οδήγησε σε αναθεώρηση της στάσης του Πεκίνου. Προς το παρόν, οι ηγέτες της Κίνας φαίνεται να έχουν αποφασίσει ότι η πρωτόγνωρη εθνική ισχύς τους, σε συνδυασμό με την γενική κακουχία της Δύσης, σημαίνει ότι ο υπόλοιπος κόσμος θα πρέπει να προσαρμοστεί στις προτιμήσεις του Πεκίνου.


Πολεμιστές λύκοι

Τα τελευταία χρόνια, η Κίνα έχει αντιμετωπίσει αυξανόμενη διεθνή κριτική για τα πάντα, από την προφανή κράτηση περισσότερων από ένα εκατομμύριο Μουσουλμάνους Ουιγούρους [2] σε στρατόπεδα «επανεκπαίδευσης» έως την σαρωτική καταστολή στο Χονγκ Κονγκ, τις αμφιλεγόμενες βιομηχανικές πολιτικές της, και τον ρόλο της στο ξέσπασμα της πανδημίας COVID-19. Όλο και περισσότερο, είναι οι διπλωμάτες της Κίνας αυτοί που κάνουν τη μεγαλύτερη ζημιά στην φήμη της χώρας τους. Ευρέως γνωστοί ως «Wolf Warriors», από μια σειρά κινηματογραφικών ταινιών υπερπαραγωγής που απεικόνιζαν Κινέζους ήρωες να νικούν ξένους εχθρούς, έχουν ανοίξει καυγάδες παντού, από τα Φίτζι έως την Βενεζουέλα. Τον Μάρτιο του 2020, ο εκπρόσωπος του Υπουργείου Εξωτερικών, Zhao Lijian, εξόργισε Αμερικανούς αξιωματούχους όταν ισχυρίστηκε ότι η πανδημία της COVID-19 ξεκίνησε μόνο αφότου Αμερικανοί αθλητές είχαν φέρει τον ιό στην Wuhan. Τον περασμένο Νοέμβριο, ο Ζάο ανάρτησε στο Twitter την απεικόνιση ενός Αυστραλού στρατιώτη που κρατούσε ένα μαχαίρι στον λαιμό ενός Αφγανού παιδιού, με αποτέλεσμα ο πρωθυπουργός της Αυστραλίας, Σκοτ Μόρισον, να απαιτήσει μια συγγνώμη. Και τον Σεπτέμβριο, ο νέος πρέσβυς της Κίνας στο Ηνωμένο Βασίλειο, Zheng Zeguang, αποκλείστηκε από το βρετανικό κοινοβούλιο λόγω των κινεζικών κυρώσεων εναντίον Βρετανών βουλευτών.

Οι ελίτ της εξωτερικής πολιτικής της Κίνας έχουν παρατηρήσει το πρόβλημα. Ήδη από το 2018, ο Deng Pufang, γιος του πρώην υπέρτατου ηγέτη Ντενγκ Σιαοπίνγκ, προειδοποίησε ότι η Κίνα θα πρέπει να «γνωρίζει την θέση της» και να «διατηρεί ένα νηφάλιο μυαλό» στην εξωτερική πολιτική της. Τον Μάιο του 2020, το Reuters ανέφερε ότι τα Κινέζικα Ινστιτούτα Σύγχρονων Διεθνών Σχέσεων -μια δεξαμενή σκέψης που συνδέεται με την κύρια υπηρεσία πληροφοριών της Κίνας- είχαν προειδοποιήσει την ηγεσία της χώρας ότι το αντικινεζικό αίσθημα ήταν στο υψηλότερο σημείο του από την εποχή της καταστολής στην Πλατεία Τιενανμέν το 1989. Και τον Σεπτέμβριο του 2020, ο Yuan Nansheng, πρώην γενικός πρόξενος της Κίνας στο Σαν Φρανσίσκο, προειδοποίησε για «ακραίο εθνικισμό» στην κινεζική εξωτερική πολιτική. Ο ίδιος ο Σι έχει αναγνωρίσει τουλάχιστον σιωπηρά το πρόβλημα, προειδοποιώντας σε μια σύσκεψη του Πολιτικού Γραφείου τον Ιούνιο ότι η Κίνα έπρεπε να παρουσιάσει μια «αξιαγάπητη» εικόνα στον κόσμο.

Αλλά ακόμη πιο εντυπωσιακή από την αντίδραση κατά της Κίνας ήταν η αδυναμία της χώρας να αναθεωρήσει την στάση της. Η απάντηση του Πεκίνου στην ραγδαία επιδείνωση των σχέσεων με την Καμπέρα ήταν να αντιμετωπίσει την Αυστραλία με έναν κατάλογο απαιτήσεων για τις οποίες είπε ότι ήταν οι προϋποθέσεις για την βελτίωση των σχέσεων. Οι ηγέτες της Κίνας έχουν επίσης επανειλημμένα τονίσει ότι οποιαδήποτε βελτίωση των σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να ξεκινήσει με παραχωρήσεις από την Ουάσινγκτον και έδωσαν στην αναπληρώτρια υπουργό Εξωτερικών, Wendy Sherman, έναν παρόμοιο κατάλογο αιτημάτων όταν επισκέφθηκε την Tianjin τον Ιούλιο.

Οι αξιωματούχοι στην Ουάσιγκτον έχουν αρχίσει να βλέπουν την αδυναμία του Πεκίνου να αλλάξει πορεία ως πλεονέκτημα στον αναδυόμενο ανταγωνισμό μεταξύ των δύο χωρών. Κατά την διάρκεια διμερών συνομιλιών τον Μάρτιο, ο κορυφαίος διπλωμάτης της Κίνας, Yang Jiechi, έκανε κατήχηση στους Αμερικανούς ομολόγους του σχετικά με τις ηθικές αποτυχίες των Ηνωμένων Πολιτειών, συμπεριλαμβανομένων των δολοφονιών μαύρων πολιτών από αστυνομικούς. Σε απάντηση, ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ, Jake Sullivan, υπενθύμισε στον Γιανγκ αυτό που αποκάλεσε «μυστική σως» των Ηνωμένων Πολιτειών: την ικανότητα αναγνώρισης και διόρθωσης λαθών. «Μια χώρα με αυτοπεποίθηση», είπε ο Σάλιβαν, «είναι σε θέση να κοιτάζει σκληρά τις δικές της ελλείψεις και να επιδιώκει συνεχώς να βελτιώνεται». Το συμπέρασμα, φυσικά, ήταν ότι η Κίνα φαινόταν να μην μπορεί να κάνει το ίδιο, τουλάχιστον στην εξωτερική της πολιτική.


Φόβος και Φιλοδοξία στο Πεκίνο

Είναι δελεαστικό να δούμε την αδυναμία του Πεκίνου να προσαρμοστεί ως εγγενές χαρακτηριστικό του κινεζικού συστήματος. Σίγουρα, μεμονωμένοι Κινέζοι αξιωματούχοι συχνά φοβούνται τις συνέπειες της παραδοχής λαθών. Αλλά στο παρελθόν, το Πεκίνο ήταν στην πραγματικότητα αρκετά ικανό στην διόρθωση πορείας. Στην δεκαετία του 1950, η Κίνα ξεκίνησε μια επίθεση γοητείας που της έδωσε φίλους στον αναπτυσσόμενο κόσμο και βοήθησε στην οικοδόμηση υποστήριξης για το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα (ΚΚΚ) ως την διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση της Κίνας. Την περίοδο μετά την σφαγή της Πλατείας Τιενανμέν το 1989, Κινέζοι διπλωμάτες βοήθησαν στην αποκατάσταση της χώρας τους στα μάτια του κόσμου, ξεκινώντας μια πορεία επιτυχιών σχεδόν δύο δεκαετιών που κορυφώθηκε με την φιλοξενία των Θερινών Ολυμπιακών Αγώνων το 2008 από την Κίνα στο Πεκίνο.

Αντί για ένα εγγενές ελάττωμα στο μοντέλο διακυβέρνησης της Κίνας, η αποτυχία να αναθεωρήσει την στάση της αυτή την φορά είναι προϊόν της τρέχουσας πολιτικής ατμόσφαιρας στο Πεκίνο. Η υπερβολική εμπιστοσύνη είναι ένα σημαντικό μέρος του προβλήματος. Μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση της περιόδου 2008–9, το Πεκίνο άρχισε μια στροφή προς ένα πιο διεκδικητικό στυλ διπλωματίας, που ενισχύθηκε από την πεποίθηση ότι το σύστημά του είχε επικυρωθεί από την ταχεία αντίδρασή του στην οικονομική κατάρρευση. Αυτή η μετατόπιση επιταχύνθηκε δραματικά αφότου ο Σι έγινε επικεφαλής του ΚΚΚ το 2012: έως το 2017, κορυφαίοι Κινέζοι ηγέτες καταδείκνυαν «αλλαγές που δεν είχαν παρατηρηθεί σε έναν αιώνα» και ο Σι είχε δηλώσει δημόσια ότι η Κίνα «πλησιάζει το κέντρο της παγκόσμιας σκηνής» και «[στάθηκε] ψηλά στην Ανατολή».

Σε συνδυασμό με τη νεοεμφανιζόμενη αυτοπεποίθηση του Πεκίνου ήταν η πίστη στην Δυτική -και ιδιαίτερα στην αμερικανική- αδυναμία και παρακμή. Τα λάθη της Ουάσινγκτον στην εξωτερική πολιτική στη Μέση Ανατολή, η αναποφάσιστη απάντησή της στην παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, και η αμήχανη απάντησή της στην τρέχουσα πανδημία, όλα την έχουν ενισχύσει. Τον Φεβρουάριο του 2020, ο Σι είπε σε στελέχη του κόμματος ότι η κρίση της COVID-19 είχε αποδείξει τα «αξιοσημείωτα πλεονεκτήματα της ηγεσίας του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας και του σοσιαλιστικού συστήματος με κινεζικά χαρακτηριστικά».

Ο Σι ευνοούσε εδώ και καιρό μια πιο διεκδικητική στάση για την Κίνα στην παγκόσμια σκηνή. Ακόμη και πριν γίνει πρόεδρος, ο Σι παραπονιόταν για «ξένους με γεμάτη κοιλιά που δεν έχουν τίποτα καλύτερο να κάνουν από το να δείχνουν με το δάχτυλο» στις επιδόσεις της Κίνας για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Μια από τις πρώτες ενέργειές του ως ηγέτης του ΚΚΚ το 2012 ήταν να χαράξει μια ατζέντα για «τη μεγάλη αναζωογόνηση του κινεζικού έθνους», σηματοδοτώντας τις φιλοδοξίες του να ανακτήσει η χώρα τη δίκαιη θέση της στον κόσμο. Έκτοτε, έχει επανειλημμένα δώσει οδηγίες στους διπλωμάτες να υπερασπίζονται την Κίνα πιο επιθετικά, ακόμη και γράφοντας χειρόγραφες σημειώσεις που τους καθοδηγούν να δείξουν πιο «μαχητικό πνεύμα». Το μήνυμα για κάθε φιλόδοξο Κινέζο διπλωμάτη ή προπαγανδιστή είναι σαφές: για να προχωρήσουμε, είναι σημαντικό να ταιριάξουμε με τον θεληματικό τόνο του Σι.

Αλλά οι Κινέζοι αξιωματούχοι ακολούθησαν το παράδειγμα του Σι από φόβο όσο και από φιλοδοξία. Από το 2012, περισσότεροι από 1,5 εκατομμύριο αξιωματούχοι έχουν τιμωρηθεί σε μια σαρωτική εκστρατεία κατά της διαφθοράς που αντιμετωπίζει την πολιτική απιστία ως ένα είδος δωροδοκίας. Διπλωμάτες έπρεπε να παρακολουθήσουν συνεδρίες «αυτοκριτικής» στο Υπουργείο Εξωτερικών και «περιοδικές επιθεωρήσεις» που δοκιμάζουν την πίστη τους στο κόμμα και την προθυμία να ακολουθήσουν εντολές. Παλιοί κανόνες σχετικά με το απόρρητο και την πειθαρχία εφαρμόστηκαν επίσης με νέο ζήλο: ένας κανόνας που χρονολογείται από το 1949, ο οποίος απαγορεύει στους Κινέζους διπλωμάτες να συναντιούνται μόνοι με ξένους, έχει επιβληθεί σε όλους, από τους πρέσβεις έως τους κατώτερους διπλωμάτες σε προγράμματα σπουδών στο εξωτερικό.

Οι Κινέζοι διπλωμάτες ξέρουν πώς να ερμηνεύσουν αυτά τα σήματα. Κατά την διάρκεια των δεκαετιών, ο μηχανισμός εξωτερικής πολιτικής της Κίνας υπέστη πολλαπλούς κύκλους εκκαθαρίσεων, κατά τους οποίους οι συνάδελφοι έδιναν πληροφορίες ο ένας για τον άλλον και τους επιβάλλονταν κυρώσεις επειδή δεν ήταν αρκετά πιστοί στην ατζέντα του καθεστώτος. Κατά την διάρκεια της Πολιτιστικής Επανάστασης, οι πρεσβευτές κλειδώνονταν σε κελάρια, αναγκάζονταν να καθαρίσουν τουαλέτες, και δέρνονταν μέχρι να φτύσουν αίμα. Μεγάλος αριθμός Κινέζων διπλωματών στάλθηκε σε στρατόπεδα επανεκπαίδευσης στην αγροτική Κίνα. Για τους Κινέζους αξιωματούχους της εξωτερικής πολιτικής, η ασφαλέστερη πορεία είναι να ακολουθήσουν το παράδειγμα του Σι και να προσθέσουν λίγο επιπλέον ζήλο για το καλό.


Στα χέρια του Σι Τζινπίνγκ

Η άνοδος της διπλωματίας του «Πολεμιστή Λύκου» στην Κίνα έχει καταστήσει αναποτελεσματικά τα κανονικά διπλωματικά κανάλια με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι επίσημες συναντήσεις έχουν γίνει για τους Κινέζους αξιωματούχους κάτι περισσότερο από ευκαιρίες να επιπλήττουν δημοσίως τους Αμερικανούς ομολόγους τους, ενώ τα δευτερεύοντα κανάλια επικοινωνίας μέσω πρώην αξιωματούχων ή στο περιθώριο επίσημων συναντήσεων έχουν γίνει επίσης λιγότερο αποτελεσματικά, αφού οι Κινέζοι αξιωματούχοι απαγγέλλουν χιλιοειπωμένα σημεία ομιλίας (talking points) από φόβο μήπως χαρακτηριστούν αδύναμοι ή ακόμη και να καταλήξουν σε πολιτικό πρόβλημα. Ο Cui Tiankai, πρεσβευτής της Κίνας στην Ουάσιγκτον μέχρι νωρίτερα φέτος, σταμάτησε να συναντιέται μόνος με ξένους ομολόγους του στα τελευταία χρόνια της θητείας του στο πόστο αυτό, έχοντας πάντα έναν άλλο διπλωμάτη στις συναντήσεις ώστε να παρακολουθεί. Σήμερα, οι περισσότερες προσωπικές επαφές έχουν διακοπεί λόγω της πανδημίας και οι διαδικτυακοί διάλογοι στα δευτερεύοντα κανάλια επικοινωνίας (Track II) μεταξύ πρώην αξιωματούχων παρουσιάζουν λίγα περισσότερα από την επίμονη επανάληψη των ίδιων σημείων ομιλίας.

Όχι ότι οι διπλωμάτες της Κίνας έχουν την δυνατότητα να αποκαταστήσουν την παγκόσμια φήμη της Κίνας μόνοι τους. Οι προηγούμενες αναπροσαρμογές της κινεζικής εξωτερικής πολιτικής υποστηρίχθηκαν από αλλαγές στην εσωτερική πολιτική που έκαναν την χώρα πιο ελκυστική στον έξω κόσμο. Η επίθεση γοητείας της την δεκαετία του 1990, για παράδειγμα, συνοδεύτηκε από μια δέσμευση για οικονομική απελευθέρωση πριν από την ένταξή της στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, μιαν θέληση να βάλει στην άκρη συνοριακές διαμάχες, και μέχρι και δοκιμαστικά βήματα προς την εσωτερική πολιτική μεταρρύθμιση.

Αλλά η κυβέρνηση του Σι δεν έδειξε κανένα σημάδι ότι είναι πρόθυμη να αλλάξει τις υπό την ηγεσία του κράτους βιομηχανικές πολιτικές που έχουν αποξενώσει τις πολυεθνικές εταιρείες, να μετριάσει τις καταστολές στην [επαρχία] Σιντζιάνγκ ή στο Χονγκ Κονγκ, ή να συμβιβαστεί στις εδαφικές διαφορές από τα Ιμαλάια μέχρι τη Νότια Σινική Θάλασσα. Αυτό αφήνει στους Κινέζους διπλωμάτες και προπαγανδιστές ένα μήνυμα δύσκολο, αν όχι αδύνατο να πωληθεί. Όσο όμως χρησιμοποιούν τακτικές «Πολεμιστή Λύκου», δεν χρειάζεται καν να το προσπαθήσουν.
_____________________________________

Peter Martin είναι Δημοσιογράφος και καλύπτει θάματα αμυντικής πολιτικής και Επιχειρησιακής νοημοσύνης του Bloomberg, είναι ο Συγγραφέας του "China’s Civilian Army: The Making of Wolf Warrior Diplomacy,"

Δημοσίευση σχολίου

Νεότερη Παλαιότερη