Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Mετά την ήττα του στο Ανώτατο Δικαστήριο ο Τραμπ ανακοίνωσε νέο προσωρινό παγκόσμιο δασμό εισαγωγών 15% για 150 ημέρες!

 Ο Τραμπ ανακοίνωσε τους νέους δασμούς σε μια ανάρτηση στο Truth Social, σημειώνοντας ότι θα τεθούν σε ισχύ «σχεδόν αμέσως»..

    Ο Τραμπ δήλωσε σε ενημέρωση ότι διέταζε νέους δασμούς βάσει του Άρθρου 122 του Εμπορικού Νόμου του 1974, δασμούς που θα προστίθεντο στους υπάρχοντες δασμούς . Αυτοί θα αντικαταστήσουν εν μέρει τους δασμούς 15% βάσει του Διεθνούς Νόμου περί Έκτακτης Οικονομικής Δύναμης του 1977, τον οποίο το Ανώτατο Δικαστήριο κήρυξε παράνομο.


Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ κινήθηκε γρήγορα την Παρασκευή για να αντικαταστήσει τους δασμούς που είχε καταργήσει το Ανώτατο Δικαστήριο με έναν προσωρινό παγκόσμιο δασμό εισαγωγών 10% για 150 ημέρες, ενώ παράλληλα ξεκίνησε έρευνες βάσει άλλων νόμων που θα μπορούσαν να του επιτρέψουν να επιβάλει εκ νέου τους δασμούς.

Ο Τραμπ δήλωσε σε ενημέρωση ότι διέταζε νέους δασμούς βάσει του Άρθρου 122 του Εμπορικού Νόμου του 1974, δασμούς που θα προστίθεντο στους υπάρχοντες δασμούς . Αυτοί θα αντικαταστήσουν εν μέρει τους δασμούς 15% βάσει του Διεθνούς Νόμου περί Έκτακτης Οικονομικής Δύναμης του 1977, τον οποίο το Ανώτατο Δικαστήριο κήρυξε παράνομο.

Ο υπουργός Οικονομικών του Τραμπ, Σκοτ ​​Μπέσεντ, δήλωσε ότι οι νέοι δασμοί 15% και οι ενδεχομένως ενισχυμένοι δασμοί βάσει του νόμου περί αθέμιτων πρακτικών του άρθρου 301 και του νόμου περί εθνικής ασφάλειας του άρθρου 232 θα οδηγήσουν σε ουσιαστικά αμετάβλητα έσοδα από δασμούς το 2026.

Απλώς θα γίνει με λιγότερο άμεσο και ελαφρώς πιο περίπλοκο τρόπο», δήλωσε ο Μπέσεντ στο Fox News, προσθέτοντας ότι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου μείωσε την διαπραγματευτική επιρροή του Τραμπ με τους εμπορικούς εταίρους.

Ποτέ δεν χρησιμοποιήθηκαν προεδρικές εξουσίες

Η ουδέποτε χρησιμοποιούμενη εξουσία του Άρθρου 122 επιτρέπει στον πρόεδρο να επιβάλλει δασμούς έως και 15% για έως και 150 ημέρες σε οποιαδήποτε και όλες τις χώρες για την αντιμετώπιση «μεγάλων και σοβαρών» προβλημάτων ισοζυγίου πληρωμών. Δεν απαιτεί έρευνες ούτε επιβάλλει άλλους διαδικαστικούς περιορισμούς. Μετά από 150 ημέρες, το Κογκρέσο θα πρέπει να εγκρίνει την παράτασή τους.

«Έχουμε εναλλακτικές λύσεις, εξαιρετικές εναλλακτικές», είπε ο Τραμπ. «Θα μπορούσαν να είναι περισσότερα χρήματα. Θα εισπράξουμε περισσότερα χρήματα και θα είμαστε πολύ πιο δυνατοί χάρη σε αυτά», είπε ο Τραμπ αναφερόμενος στα εναλλακτικά εργαλεία.

Ενώ η κυβέρνηση πιθανότατα θα αντιμετωπίσει νομικές προκλήσεις, οι δασμοί του Άρθρου 122 θα λήξουν πριν ληφθεί οποιαδήποτε τελική απόφαση, δήλωσε ο Josh Lipsky, πρόεδρος διεθνών οικονομικών στο Atlantic Council, ένα think tank στην Ουάσινγκτον.

Ο Τραμπ δήλωσε ότι η κυβέρνησή του ξεκινά επίσης αρκετές νέες έρευνες ανά χώρα βάσει του Άρθρου 301 του Εμπορικού Νόμου του 1974 «για την προστασία της χώρας μας από αθέμιτες εμπορικές πρακτικές άλλων χωρών και εταιρειών».

Ταχύτερες έρευνες

Η στροφή του Τραμπ σε άλλους νόμους, συμπεριλαμβανομένου του Άρθρου 122, ενώ παράλληλα ξεκινούσε νέες έρευνες βάσει του Άρθρου 301, ήταν ευρέως αναμενόμενη, αλλά αυτές συχνά χρειάζονταν ένα χρόνο για να ολοκληρωθούν.

Οι δασμοί του 15% διαρκούν μόνο πέντε μήνες, αλλά ο Τραμπ δήλωσε ότι αυτό θα επιτρέψει στην κυβέρνησή του να ολοκληρώσει έρευνες για να δικαιολογήσει υψηλότερους δασμούς.

Ερωτηθείς αν τα ποσοστά τελικά θα καταλήξουν υψηλότερα μετά από περισσότερες έρευνες, ο Τραμπ απάντησε: «Πιθανώς υψηλότερα. Εξαρτάται. Όπως θέλουμε να είναι».

Είπε ότι ορισμένες χώρες «που μας έχουν φερθεί πολύ άσχημα εδώ και χρόνια» θα μπορούσαν να δουν υψηλότερους δασμούς, ενώ για άλλες «θα είναι πολύ λογικό γι' αυτές».

Η τύχη δεκάδων εμπορικών συμφωνιών για τη μείωση των δασμών που βασίζονται στον IEEPA, καθώς και οι διαπραγματεύσεις με τους σημαντικούς εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ, παρέμειναν ασαφείς μετά την απόφαση, αν και ο Τραμπ δήλωσε ότι αναμένει ότι πολλές από αυτές θα συνεχιστούν. Είπε ότι οι συμφωνίες που εγκαταλείπονται «θα αντικατασταθούν με τους άλλους δασμούς».

«Αυτό είναι απίθανο να επηρεάσει τις αμοιβαίες εμπορικές διαπραγματεύσεις με τους εμπορικούς μας εταίρους», δήλωσε ο Τιμ Μπράιτμπιλ, εμπορικός συνεργάτης της δικηγορικής εταιρείας Wiley Rein στην Ουάσινγκτον. «Οι περισσότερες χώρες θα προτιμούσαν τη βεβαιότητα μιας εμπορικής συμφωνίας από το χάος του περασμένου έτους».

Ο Εμπορικός Εκπρόσωπος των ΗΠΑ, Τζέιμισον Γκριρ, δήλωσε ότι λεπτομέρειες σχετικά με τις νέες έρευνες του Άρθρου 301 θα αποκαλυφθούν τις επόμενες ημέρες, προσθέτοντας ότι αυτές είναι «απίστευτα νομικά βιώσιμες». Ο Τραμπ βασίστηκε στο Άρθρο 301 για να επιβάλει ευρείς δασμούς στις κινεζικές εισαγωγές κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας του.

Οι επιστροφές χρημάτων θα «εκδικαστούν»

Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου θέτει περίπου 175 δισεκατομμύρια δολάρια σε έσοδα από δασμούς που εισπράχθηκαν τον περασμένο χρόνο υπό την επιφύλαξη πιθανών επιστροφών, σύμφωνα με εκτιμήσεις που παρείχαν στο Reuters οικονομολόγοι του Penn-Wharton Budget Model.

Ερωτηθείς εάν θα επιστρέψει τους δασμούς IEEPA, ο Τραμπ απάντησε: «Υποθέτω ότι πρέπει να εκδικαστεί το θέμα για τα επόμενα δύο χρόνια», υπονοώντας ότι μια γρήγορη, αυτόματη διαδικασία επιστροφής χρημάτων ήταν απίθανη.

Μιλώντας στο Ντάλας, ο Μπέσεντ δήλωσε σε επιχειρηματικούς ηγέτες ότι, εφόσον το Ανώτατο Δικαστήριο δεν παρείχε καμία οδηγία σχετικά με τις επιστροφές χρημάτων, αυτές ήταν «υπό αμφισβήτηση», προσθέτοντας: «Η αίσθησή μου είναι ότι αυτό θα μπορούσε να παραταθεί για εβδομάδες, μήνες, χρόνια».

Περισσότερες διαδικασίες

Ένας από τους λόγους για τους οποίους ο Τραμπ επέλεξε την IEEPA για την επιβολή δασμών πέρυσι ήταν ότι το καταστατικό κυρώσεων του 1977 επέτρεπε ταχεία, ευρεία δράση σχεδόν χωρίς περιορισμούς. Μέχρι την Παρασκευή, το είχε χρησιμοποιήσει επίσης ως ρόπαλο για να τιμωρήσει γρήγορα χώρες για μη εμπορικές διαφορές, όπως η δίωξη από τη Βραζιλία του πρώην προέδρουκαι συμμάχου  του Τραμπ, Ζαΐχ Μπολσονάρορου.

Ενώ οι νέες έρευνες του Τραμπ θα παρατείνουν την αβεβαιότητα σχετικά με τους δασμούς, θα μπορούσαν να προσθέσουν περισσότερη τάξη στην δασμολογική του πολιτική, αναγκάζοντάς τον να βασιστεί σε εμπορικούς νόμους που έχουν κατανοητές διαδικασίες, απαιτήσεις έρευνας και δημόσιου σχολιασμού, καθώς και μεγαλύτερα χρονοδιαγράμματα, δήλωσε η Τζάνετ Γουίτακερ, ανώτερη σύμβουλος της Clifford Chance στην Ουάσινγκτον.

«Η κυβέρνηση θα πρέπει να ακολουθήσει αυτές τις καθορισμένες διαδικασίες, να διεξάγει τις έρευνες και, επομένως, για τις επιχειρήσεις, αυτό σημαίνει μεγαλύτερη προβολή της διαδικασίας», δήλωσε ο Whittaker.

Ο Ρόμπερτ Λάιτχαϊζερ, επικεφαλής εμπορίου του Τραμπ κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας του, δήλωσε στο Fox News ότι ελπίζει ότι το Κογκρέσο θα αναθεωρήσει τους εμπορικούς νόμους δεκαετιών για να δώσει στον Τραμπ νέα δασμολογικά εργαλεία.

«Νομίζω ότι υπάρχει συναίνεση σε αυτό το Κογκρέσο ότι πρέπει να αλλάξουμε το παλιό σύστημα και ελπίζω ότι θα το εκμεταλλευτούν ως ευκαιρία για να το κάνουν αυτό», δήλωσε ο Λάιτχαϊζερ.

*ανανέωση 19:25, 11/2/25

Γιάνης Βαρουφάκης στο Euronews: «Σε αδιέξοδο η ΕΕ»

 Η Ευρώπη πρέπει να επιλέξει μεταξύ ομοσπονδιοποίησης ή διάλυσης, είπε ο Γιάνης Βαρουφάκης.

    "Έχουμε δύο επιλογές - βρισκόμαστε σε μια διακλάδωση του δρόμου. Μπορούμε να κινηθούμε προς την κατεύθυνση της ομοσπονδιοποίησης ή μπορούμε να διαλύσουμε το ευρώ", δήλωσε ο Γιάνης Βαρουφάκης.
 

Ο πρώην υπουργός Οικονομικών και οικονομολόγος, Γιάνης Βαρουφάκης, δήλωσε στην πρωινή εκπομπή Europe Today του Euronews ότι η ΕΕ βρίσκεται μεταξύ ομοσπονδίας και διάλυσης, κατηγορώντας τους αδύναμους δημοσιονομικούς και επενδυτικούς πυλώνες για την αποσύνθεση της Ευρώπης.

Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν παράγει κενές φράσεις, δήλωσε ο πρώην υπουργός Οικονομικών της Ελλάδας Γιάνης Βαρουφάκης, υποστηρίζοντας ότι η Ευρώπη πρέπει να επιλέξει μεταξύ ομοσπονδιοποίησης ή διάλυσης.

"Έχουμε δύο επιλογές - βρισκόμαστε σε μια διακλάδωση του δρόμου. Μπορούμε να κινηθούμε προς την κατεύθυνση της ομοσπονδιοποίησης ή μπορούμε να διαλύσουμε το ευρώ", δήλωσε ο Βαρουφάκης στην εκπομπή Europe Today του Euronews την Πέμπτη.

"Έχουμε δύο επιλογές - βρισκόμαστε σε μια διακλάδωση του δρόμου. Μπορούμε να κινηθούμε προς την κατεύθυνση της ομοσπονδιοποίησης ή μπορούμε να διαλύσουμε το ευρώ", δήλωσε ο Βαρουφάκης στην εκπομπή Europe Today του Euronews την Πέμπτη.

Ο Γιάνης Βρουφάκης είπε αακόμα ότι οι ηγέτες της ΕΕ δεν επιλέγουν καμία από τις δύο επιλογές και "πέφτουν στο κενό που υπάρχει ενδιάμεσα".

Ο Γιάνης Βαρουφάκης κατηγόρησε τα προβλήματα της Ευρώπης σε μια νομισματική ένωση χωρίς δημοσιονομικές και επενδυτικές δομές, υποστηρίζοντας ότι η ήπειρος λιμοκτονεί από επενδύσεις εδώ και δύο δεκαετίες.

"Έχουμε ομοσπονδιακά χρήματα και αυτή είναι η τραγωδία μας. Έχουμε μια μεγάλη κεντρική τράπεζα, μια μονολιθική κεντρική τράπεζα, και έχουμε 20 θησαυροφυλάκια που δεν μπορούν πραγματικά να βασιστούν σε αυτό", είπε.

Ο κ. Βαρουφάκης δήλωσε ότι οι ηγέτες της ΕΕ "αποτυγχάνουν θεαματικά να μιλήσουν για το μόνο πράγμα για το οποίο θα έπρεπε να μιλήσουν" όσον αφορά τα ευρωομόλογα - ποιος θα εκδώσει το χρέος.

Η συζήτηση για τα ευρωομόλογα εντείνεται

Τα σχόλιά του ήρθαν καθώς οι ηγέτες της ΕΕ συγκεντρώνονται την Πέμπτη στο κάστρο Άλντεν Μπίζεν στο Βέλγιο για μια άτυπη σύνοδο κορυφής για την ανταγωνιστικότητα, με τα ευρωομόλογα να αναδεικνύονται σε βασική διαχωριστική γραμμή.

Ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν ζήτησε αυτή την εβδομάδα "ευρωομόλογα με προσανατολισμό προς το μέλλον" για τη χρηματοδότηση στρατηγικών έργων, λέγοντας ότι οι παγκόσμιες αγορές αναζητούν εναλλακτικές λύσεις έναντι του δολαρίου ΗΠΑ.

Ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς και ο Ιταλός πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι αναμένεται να παρουσιάσουν ένα κοινό οικονομικό δόγμα με επίκεντρο την απορρύθμιση, ενώ η Ολλανδία, οι σκανδιναβικές χώρες και τα κράτη της Βαλτικής αντιτίθενται στις προτιμήσεις "Αγοράστε Ευρώπη" που θεωρούν προστατευτισμό.

Οι πρώην πρωθυπουργοί της Ιταλίας Μάριο Ντράγκι και Ενρίκο Λέτα συμμετείχαν στις συζητήσεις της Πέμπτης για να ανταλλάξουν απόψεις σχετικά με την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα.

Η άτυπη σύνοδος κορυφής έχει ως στόχο να διαμορφώσει προτάσεις για την επίσημη σύνοδο των ηγετών της ΕΕ στα τέλη Μαρτίου.

Ευκλείδης Τσακαλώτος / Δημοσιονομικοί κανόνες και Συνταγματική Αναθεώρηση

Στο νεοφιλελευθερισμό οι εργαζόμενοι και εργαζόμενες αποτελούν το αμορτισέρ του συστήματος...

    Η πρόταση του πρωθυπουργού για συνταγματική κατοχύρωση είτε ανεξάρτητων δημοσιονομικών αρχών είτε δημοσιονομικών κανόνων αποτελεί μία καθαρή παρέμβαση (ex parte) υπέρ των ισχυρών.


(…) πρόθεσή μας είναι μία γενναία, μία τολμηρή Συνταγματική Αναθεώρηση, που θα απαντά στις ανάγκες των εξελίξεων. Γι’ αυτό θα πρέπει, οπωσδήποτε, να προβλέπει και δικλίδες οι οποίες θα εγγυώνται τη μόνιμη δημοσιονομική ισορροπία (…) ώστε η χώρα να μην διολισθήσει ποτέ ξανά στα επικίνδυνα μονοπάτια του λαϊκισμού.

Όσο περνούν τα χρόνια γίνεται όλο και πιο πειστικό το επιχείρημα ότι οι δεκαετίες του 1950 και του 1960, για το δυτικό κόσμο τουλάχιστον, όσο αφορά τις οικονομικές επιδόσεις, ήταν outliers (εξαιρέσεις) όπως λέμε στη στατιστική. Επιδόσεις που δεν παρατηρούνται ούτε πριν την λεγόμενη «χρυσή εποχή» του καπιταλισμού ούτε μετέπειτα. Εκείνη την περίοδο σημειώθηκαν υψηλότεροι ρυθμοί ανάπτυξης και αύξησης της παραγωγικότητας, σταθερή αύξηση των πραγματικών μισθών, χαμηλή ανεργία, και διαρκής ενίσχυση του κοινωνικού κράτους. Το ερώτημα που θέλω να εξετάσω εδώ είναι γιατί αυτές οι εντυπωσιακές οικονομικές επιδόσεις επιτεύχθηκαν χωρίς την ύπαρξη ανεξάρτητων κεντρικών τραπεζών, πόσο μάλλον ανεξάρτητων δημοσιονομικών αρχών.

Κυριάκος Μητσοτάκης, Διάγγελμα για τη Συνταγματική Αναθεώρηση 2/2/2026

Ένας βασικός λόγος ήταν η ύπαρξη μιας κοινωνικής συναίνεσης όπου οι εργαζόμενοι επωφελούνταν από τις αυξήσεις στους μισθούς, στον κοινωνικό μισθό και την ύπαρξη καλών θέσεων εργασίας αποδεχόμενοι ως αντάλλαγμα να μην αμφισβητείται η κυριαρχία των επιχειρήσεων σε στρατηγικά ζητήματα όπως οι επενδύσεις ή η χρήση ορυκτών καυσίμων στην οικονομία. Το τελευταίο είναι ακόμα πιο σοβαρό ζήτημα αν σκεφτεί κανείς όλες τις συνέπειες για την κλιματική κρίση που τώρα ξέρουμε. Είναι αξιοσημείωτο δε ότι, σε εκείνη την εποχή, η ανησυχία για τον πληθωρισμό δεν προερχόταν από το αριστερό φάσμα της πολιτικής. Οι εργαζόμενοι γνώριζαν ότι με ένα χαμηλό πληθωρισμό, κάποιες φορές θα ήταν κερδισμένοι, κάποιες φορές θα ήταν χαμένοι, αλλά στο σύνολο η ύπαρξη ισχυρών συνδικάτων θα διασφάλιζε ότι ο πληθωρισμός μακροπρόθεσμα δεν θα ανέκοπτε τη σταθερή αύξηση του πραγματικού μισθού. Τελικά ήταν θέμα συσχετισμών δυνάμεων.

Το φαινόμενο του στασιμοπληθωρισμού τη δεκαετία του 1970 άλλαξε τα πάντα. Η απάντηση του νεοφιλελευθερισμού, από το πολιτικό φάσμα που πάντα ανησυχούσε για τον πληθωρισμό, ήταν η σύσταση ανεξάρτητων κεντρικών τραπεζών και σταδιακά ένας αυξανόμενος ρόλος σε «ανεξάρτητες» δημοσιονομικές αρχές. Αυτό σηματοδοτούσε ότι οι κυβερνήσεις πια δεν είχαν το στόχο διασφάλισης της πλήρους απασχόλησης. Στη δύση του νεοφιλελευθερισμού, μετά το 2009, αυτοί που ανησυχούν για τον πληθωρισμό πια προέρχονται από το αριστερό φάσμα της πολιτικής γιατί στο δεξιό φάσμα ποσώς τους ενδιαφέρουν οι τεράστιες ανισότητες που δημιουργήθηκαν ή η διατήρηση της πλήρους απασχόλησης. Τώρα πια δεν υπάρχουν τα ισχυρά συνδικάτα για να προστατέψουν τους μισθούς των εργαζομένων, και για αυτό το λόγο η ακρίβεια αποτελεί τόσο καυτό πολιτικό θέμα.

Οι μακροοικονομικές ανισορροπίες συνήθως προκύπτουν από ανεπίλυτα κοινωνικά ζητήματα. Ή αλλιώς, η ύπαρξη τέτοιων ανισορροπιών προκύπτει όταν οι υποβόσκουσες κοινωνικές συγκρούσεις δεν έχουν επιλυθεί. Αυτές μπορούν να εκδηλωθούν είτε με υψηλότερη ανεργία, είτε με υψηλότερο πληθωρισμό, είτε με αύξηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Ο Wolfgang Streeck έχει αναλύσει σε βάθος το πως, μετά από τη δεκαετία του 1970, αυξήθηκαν όλα τα είδη των χρεών (ιδιωτικό, δημόσιο, χρηματοπιστωτικό, εταιρικό), ακριβώς γιατί οι κυβερνήσεις ενώπιον των κοινωνικών προβλημάτων προτίμησαν να κλωτσήσουν το τενεκεδάκι λίγο παραπέρα.

Άρα το ζήτημα είναι αν η επίλυση των δημοσιονομικών ανισορροπιών, και το κοινωνικό ζήτημα που υποβόσκει, είναι θέμα τεχνοκρατικό ή θέμα πολιτικό. Πρέπει να έχεις καταπιεί πολλή ορθόδοξη ιδεολογία στα οικονομικά για να ισχυριστείς ότι οι ανεξάρτητες κεντρικές τράπεζες δουλεύουν τεχνοκρατικά και δεν λειτουργούν για τα συμφέροντα του χρηματοπιστωτικού τομέα. Ακόμα και αν υπάρχει συναίνεση για τη μείωση του πληθωρισμού υπάρχουν πολλά μονοπάτια που μπορεί να ακολουθήσει η πολιτική μέχρι να μειωθεί ο πληθωρισμός (απότομη μείωση, σταδιακή μείωση ή κάτι ενδιάμεσο). Υπάρχουν και διαφορετικοί κερδισμένοι και χαμένοι σε κάθε ένα από αυτά τα μονοπάτια, κάτι που είναι εμφανώς ένα πολιτικό και όχι ένα τεχνοκρατικό ζήτημα.

Τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα όταν μιλάμε για τη δημοσιονομική πολιτική. Γιατί αν ο στόχος είναι να επέλθει η δημοσιονομική σταθερότητα χρειάζεται να αποφασίσει κανείς ποιοι φόροι θα αυξηθούν και ποιες μειώσεις φόρων δεν θα αγγίξουμε, ποιες δαπάνες πρέπει να περικοπούν και ποιες είναι στο απυρόβλητο σαν ιερές αγελάδες. Αν αυτές δεν είναι πολιτικές αποφάσεις, τότε ποιες είναι; Επιπλέον, πως περνάς από ένα σημείο αστάθειας σε ένα άλλο σημείο σταθερότητας εξαρτάται από το οικονομικό μοντέλο που έχει κανείς στο μυαλό του: Τους διάφορους πολλαπλασιαστές της οικονομίας, αν το σημερινό υψηλό επιτόκιο αντικατοπτρίζει μια αύξηση του ονομαστικού επιτοκίου ή του πραγματικού, αν ο τωρινός πληθωρισμός είναι αποτέλεσμα κλυδωνισμών ζήτησης ή προσφοράς, και άλλα πολλά.

Δεν είναι ότι η Αριστερά αδιαφορεί για τη δημοσιονομική σταθερότητα. Αλλά ότι ο τρόπος που επιλέγεις να αντιμετωπίσεις κάποια δημοσιονομική ανισορροπία πρέπει να δίνει απαντήσεις και στο κοινωνικό ζήτημα. Στο νεοφιλελευθερισμό οι εργαζόμενοι και εργαζόμενες αποτελούν το αμορτισέρ του συστήματος. Αφού ο δημοσιονομικός κανόνας στοχεύει στον πληθωρισμό και όχι στην πλήρη απασχόληση τότε επαφίεται στους εργαζόμενους να μειώσουν το μισθό τους αν δεν θέλουν να μείνουν άνεργοι. Βέβαια για κάποιο χρονικό διάστημα το οικογενειακό εισόδημα, ιδιαίτερα στις χώρες με ανεπτυγμένο χρηματοπιστωτικό σύστημα, μπορεί να ενισχυθεί (ή τουλάχιστον να μην μειωθεί) μέσω τραπεζικού δανεισμού. Αλλά τα όρια αυτού του ιδιότυπου χρηματοπιστωτικού κεϋνσιανισμού φάνηκαν με την κρίση του 2009. Εναλλακτικά σε χώρες όπως η Ελλάδα, χωρίς ανεπτυγμένο χρηματοπιστωτικό σύστημα, η λύση μπορεί να έρθει από δημοσιονομικά ελλείμματα για τη στήριξη του κοινωνικού μισθού. Αν και αυτό δεν συμπεριλαμβάνεται στη Βίβλο του νεοφιλελευθερισμού, ο πειρασμός πάντα υπάρχει.

Η πρόταση του πρωθυπουργού για συνταγματική κατοχύρωση είτε ανεξάρτητων δημοσιονομικών αρχών είτε δημοσιονομικών κανόνων αποτελεί μία καθαρή παρέμβαση (ex parte) υπέρ των ισχυρών. Ιδιαίτερα αν αυτό το δημοσιονομικό πλαίσιο συνοδεύεται με την εμμονή μειώσεων φόρων. Άρα ο ρόλος της Αριστεράς δεν είναι να αμφισβητήσει την ανάγκη δημοσιονομικής σταθερότητας αλλά να επιμείνει ότι στην καρδιά του προβλήματος βρίσκεται το κοινωνικό ζήτημα, ιδιαίτερα πως θα αντιμετωπιστούν οι κοινωνικές ανισότητες. Και αυτό είναι εξόχως πολιτικό ζήτημα.
Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος είναι Έλληνας οικονομολόγος και πολιτικός, ο οποίος τον Φεβρουάριο του 2026 συνεχίζει την πολιτική του δράση ως κορυφαίο στέλεχος της Νέας Αριστεράς.

Eurostat / Αρνητική πρωτιά της Ελλάδας και στον ετήσιο μέσο μισθό

Στην κορυφή της κατάταξης είναι το Λουξεμβούργο (83.000 ευρώ), η Δανία (71.600 ευρώ) και η Ιρλανδία (61.100 ευρώ).

    Σύμφωνα με την Eurostat ο μέσος ετήσιος προσαρμοσμένος μισθός πλήρους απασχόλησης στην Ε.Ε. αυξήθηκε κατά 5,2% (ήταν στα 37.800 ευρώ το 2023 και ανέβηκε το 2024 στα 39.800 ευρώ το 2024), με την Ελλάδα να βρίσκεται προτελευταία μεταξύ των χωρών της Ε.Ε.


Το 2024 ο μέσος μισθός έφτασε τις 18.000 ευρώ με την Βουλγαρία να βρίσκεται μόνο κάτω από τη χώρα μας, καθώς ο  μισθός στη γειτονική χώρα φτάνει τα 15.400 ευρώ

Nέα αρνητική πρωτιά σημείωσε η Ελλάδα σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη.

Σύμφωνα με την Eurostat ο μέσος ετήσιος προσαρμοσμένος μισθός πλήρους απασχόλησης στην Ε.Ε. αυξήθηκε κατά 5,2% (ήταν στα 37.800 ευρώ το 2023 και ανέβηκε το 2024 στα 39.800 ευρώ το 2024), με την Ελλάδα να βρίσκεται προτελευταία μεταξύ των χωρών της Ε.Ε., αναφέρει δημοσίεθμα της ΑΥΓΗΣ,

Το 2024 ο μέσος μισθός στη χώρα μας έφτασε τις 18.000 ευρώ με την Βουλγαρία να βρίσκεται μόνο κάτω, καθώς ο μέσος ετήσιος μισθός στη γειτονική χώρα έφτασε τα 15.400 ευρώ.

Στην κορυφή της κατάταξης είναι το Λουξεμβούργο (83.000 ευρώ), η Δανία (71.600 ευρώ) και η Ιρλανδία (61.100 ευρώ).

Κίνα: Απειλεί με αντίμετρα τις ΗΠΑ

 Το Πεκίνο κατηγορεί την Ουάσιγκτον ότι επιβάλλει νέους περιορισμούς σε κινεζικές εταιρείες.

    Στην τελευταία κλιμάκωση του εμπορικού πολέμου των δύο χωρών, ο πρόεδρος των ΗΠΑ δήλωσε την Παρασκευή ότι από την 1η Νοεμβρίου θα επιβάλει «μεγάλης κλίμακας» ελέγχους στις εξαγωγές «σχεδόν σε κάθε προϊόν που κατασκευάζουν», συμπεριλαμβανομένου «όλου του κρίσιμου λογισμικού», παράλληλα με τους νέους δασμούς. 


Την έντονη αντίδραση της Κίνας πυροδότησε το σχέδιο του Ντόναλντ Τραμπ να επιβάλει πρόσθετους δασμούς 100% στις κινεζικές εξαγωγές, η οποία απειλεί με νέα αντίμετρα, κατηγορώντας τις ΗΠΑ για την ταχεία επιδείνωση των σχέσεων μεταξύ των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου.

Σε ανακοίνωσή του, το υπουργείο Εμπορίου ανέφερε ότι από τότε που οι δύο χώρες πραγματοποίησαν εμπορικές συνομιλίες στη Μαδρίτη τον περασμένο μήνα, οι ΗΠΑ «εισήγαγαν συνεχώς μια σειρά νέων περιορισμών κατά της Κίνας», συμπεριλαμβανομένης της ένταξης κινεζικών εταιρειών σε μαύρη λίστα εμπορικών συναλλαγών.

«Η θέση της Κίνας σχετικά με τους δασμολογικούς πολέμους ήταν συνεπής: δεν θέλουμε να πολεμήσουμε, αλλά δεν φοβόμαστε να πολεμήσουμε», δήλωσε το υπουργείο την Κυριακή.

Η κλιμάκωση της έντασης

Στην τελευταία κλιμάκωση του εμπορικού πολέμου των δύο χωρών, ο πρόεδρος των ΗΠΑ δήλωσε την Παρασκευή ότι θα επιβάλει «μεγάλης κλίμακας» ελέγχους στις εξαγωγές «σχεδόν σε κάθε προϊόν που κατασκευάζουν», συμπεριλαμβανομένου «όλου του κρίσιμου λογισμικού», παράλληλα με τους νέους δασμούς. Τα νέα μέτρα θα επιβληθούν την 1η Νοεμβρίου ή νωρίτερα, σύμφωνα με ανάρτηση του Τραμπ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

«Η απειλή επιβολής υψηλών δασμών σε κάθε περίπτωση δεν είναι ο σωστός τρόπος για να συνεργαστούμε με την Κίνα», δήλωσε το υπουργείο Εμπορίου. «Σε περίπτωση που οι ΗΠΑ επιμείνουν στην πορεία τους, η Κίνα θα λάβει αποφασιστικά τα αντίστοιχα μέτρα για να διαφυλάξει τα νόμιμα δικαιώματα και συμφέροντά της».

Η απειλή του Τραμπ ακολούθησε μια σειρά από εμπορικά μέτρα από την Κίνα τις τελευταίες δύο ημέρες, τα οποία επέκτειναν τους ελέγχους εξαγωγών της σε σπάνιες γαίες και συναφείς τεχνολογίες, καθώς και σε εξοπλισμό και υλικά για την κατασκευή μπαταριών.

Το Πεκίνο ξεκίνησε επίσης έρευνα κατά του μονοπωλίου για την αμερικανική εταιρεία κατασκευής τσιπ Qualcomm και επέβαλε τέλη σε αμερικανικής ιδιοκτησίας πλοία που δένουν σε κινεζικά λιμάνια.

Στρατηγική πίεση

Οι ενέργειες του Πεκίνου αυτή την εβδομάδα φάνηκαν να αποτελούν μια στρατηγική άσκησης πίεσης ενόψει μιας αναμενόμενης συνάντησης πρόσωπο με πρόσωπο μεταξύ Τραμπ και Σι στη Νότια Κορέα. Ο Τραμπ την Παρασκευή εξέφρασε αμφιβολίες για το αν η συνάντηση θα πραγματοποιηθεί, αλλά αργότερα δήλωσε ότι πιθανότατα θα συναντηθούν.

Οι νέοι περιορισμοί στις εξαγωγές της Κίνας έχουν πυροδοτήσει φόβους για εκτεταμένες διαταραχές στην παγκόσμια μεταποίηση.

Το Πεκίνο ανέφερε την Κυριακή ότι ο αντίκτυπος στις αλυσίδες εφοδιασμού θα είναι «εξαιρετικά περιορισμένος» και επέμεινε ότι οι εταιρείες «δεν χρειάζεται να ανησυχούν», λέγοντας ότι θα εγκριθούν οποιεσδήποτε εφαρμογές για πολιτική χρήση που συμμορφώνονται με τους κανονισμούς.

Το υπουργείο Εμπορίου πρόσθεσε ότι η αμερικανική πλευρά είχε για μεγάλο χρονικό διάστημα «καταχραστεί τους ελέγχους εξαγωγών» και είχε υπερεκτιμήσει την έννοια της εθνικής ασφάλειας.

Ο Yanmei Xie, γεωπολιτικός αναλυτής που ειδικεύεται στην Κίνα, δήλωσε ότι ο εμπορικός πόλεμος έχει μετατραπεί σε «διαγωνισμό μεταξύ ομοτίμων».

Ενώ οι ΗΠΑ είχαν επιρροή στο εμπόριο και και οι δύο χώρες ήταν εκτεθειμένες στους ελέγχους εξαγωγών των άλλων, η Κίνα μπορεί να έχει το «πάνω χέρι» όσον αφορά τα τρωτά σημεία στον εταιρικό τομέα, δήλωσε ο Xie.

Υπάρχουν πολύ περισσότερες αμερικανικές εταιρείες που παράγουν στην Κίνα από ό,τι το αντίστροφο, και μερικές από αυτές, όπως η Apple και η Tesla, αποτελούν το στολίδι της εταιρικής Αμερικής», είπε.
αναδημοσίευση από τον Ο.Τ. 

Η Ελλάδα παραπέμπεται στο δικαστήριο της ΕΕ για τα χερσαία duty free με προορισμό χώρες εκτός ΕΕ

H Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε να παραπέμψει την Ελλάδα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης λόγω μη συμμόρφωσης με την οδηγία 2020/262/EΕ, της 19ης Δεκεμβρίου 2019, για τη θέσπιση του γενικού καθεστώτος των ειδικών φόρων κατανάλωσης...
.,,

    H Ελλάδα απαλλάσσει από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης τα προϊόντα που προμηθεύουν τα καταστήματα αφορολόγητων ειδών που βρίσκονται στα χερσαία σύνορά της με την Αλβανία, τη Βόρεια Μακεδονία και την Τουρκία. Βάσει του ενωσιακού δικαίου, τα κράτη μέλη που διέθεταν, την 1η Ιουλίου 2008, καταστήματα αφορολόγητων ειδών εκτός αερολιμένα ή λιμένα μπορούσαν να κάνουν χρήση της εν λόγω απαλλαγής μέχρι τον Ιανουάριο του 2017....


Η Ελλάδα έπρεπε από το 2017 να επαναφέρει τον ειδικό φόρο κατανάλωσης σε προϊόντα στα χερσαία σύνορα και για ταξιδιώτες που μεταβαίνουν σε χώρες εκτός ΕΕ (Τουρκία, Βόρεια Μακεδονία και Αλβανία) αλλά δεν το έχει κάνει

H Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε να παραπέμψει την Ελλάδα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης λόγω μη συμμόρφωσης με την οδηγία 2020/262/EΕ, της 19ης Δεκεμβρίου 2019, για τη θέσπιση του γενικού καθεστώτος των ειδικών φόρων κατανάλωσης.

Πρακτικά, η Ελλάδα απαλλάσσει από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης τα προϊόντα που προμηθεύουν τα καταστήματα αφορολόγητων ειδών που βρίσκονται στα χερσαία σύνορά της με την Αλβανία, τη Βόρεια Μακεδονία και την Τουρκία. Βάσει του ενωσιακού δικαίου, τα κράτη μέλη που διέθεταν, την 1η Ιουλίου 2008, καταστήματα αφορολόγητων ειδών εκτός αερολιμένα ή λιμένα μπορούσαν να κάνουν χρήση της εν λόγω απαλλαγής μέχρι τον Ιανουάριο του 2017. Παρά το γεγονός ότι αυτό δεν επιτρέπεται πλέον βάσει των κανόνων της ΕΕ, η Ελλάδα εξακολουθεί να κάνει χρήση της απαλλαγής αυτής.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι προσπάθειες που έχουν καταβάλει μέχρι σήμερα οι αρχές είναι ανεπαρκείς και, για τον λόγο αυτό, παραπέμπει την Ελλάδα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ιστορικό

Ως αποτέλεσμα των διαδοχικών νομοθετικών αλλαγών που εγκρίθηκαν από το 2016 έως το 2023, η Ελλάδα εξακολουθεί να απαλλάσσει από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης τις παραδόσεις προϊόντων υποκείμενων σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης που πραγματοποιούνται από καταστήματα που βρίσκονται στα χερσαία σύνορά της σε ταξιδιώτες που μεταβαίνουν σε χώρες εκτός ΕΕ.

Για να διασφαλιστεί η ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, η οδηγία (ΕΕ) 2020/262 του Συμβουλίου θεσπίζει ενιαίους κανόνες όσον αφορά, μεταξύ άλλων, στον χρόνο κατά τον οποίο καθίσταται απαιτητός ο ειδικός φόρος κατανάλωσης και τις παραδόσεις υποκείμενων σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης προϊόντων για τις οποίες μπορεί να εφαρμόζεται η απαλλαγή.

Από τον Ιανουάριο του 2017, οι παραδόσεις προϊόντων υποκείμενων σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης οι οποίες πραγματοποιούνται από καταστήματα που βρίσκονται στα χερσαία σύνορα σε ταξιδιώτες που μεταβαίνουν σε χώρες εκτός ΕΕ δεν μπορούν πλέον να απαλλάσσονται από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης και θα πρέπει να καταβάλλεται ο αντίστοιχος ειδικός φόρος κατανάλωσης.

euronews

Η πολιτική αναταραχή στη Γαλλία συνεχίζεται: Ποιοι είναι οι οικονομικοί κίνδυνοι;

Αντιμέτωπη με δύο σημαντικούς οίκους αξιολόγησης, Moody’s και S&P, θα βρεθεί η Γαλλία, την ίδια ώρα που σήμερα κατέρρευσε μία ακόμη κυβέρνηση, δηλαδή εκείνη που σχημάτισε ο Σεμπαστιάν Λεκορνί.

    Οι οίκοι αξιολόγησης εξέδωσαν νέο γύρο προειδοποιήσεων σχετικά με την πιστοληπτική αξιολόγηση της Γαλλίας τη Δευτέρα, καθώς η παραίτηση του πρωθυπουργού Σεμπαστιάν Λεκόρνί λιγότερο από ένα μήνα μετά την ανάληψη των καθηκόντων του υπογράμμισε την κλίμακα της πολιτικής παράλυσης της χώρας.


Η πολιτική κρίση στη Γαλλία τροφοδοτεί την ανησυχία μεταξύ των οικονομολόγων, οι οποίοι προειδοποιούν ότι η παρατεταμένη θεσμική παράλυση θα μπορούσε να υπονομεύσει την ανάπτυξη και να περιπλέξει τις προσπάθειες σταθεροποίησης των δημόσιων οικονομικών.

Η ξαφνική παραίτηση του πρωθυπουργού Σεμπαστιάν Λεκόρνί λιγότερο από ένα μήνα από την ανάληψη των καθηκόντων του, άφησε την κυβέρνηση χωρίς λειτουργική πλειοψηφία σε μια περίοδο αυξανόμενων δημοσιονομικών πιέσεων.

Καθώς δεν υπάρχει οδικός χάρτης για την επίλυση του αδιεξόδου και ο Πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν αντιμετωπίζει αυξανόμενες εκκλήσεις για νέες εκλογές, οι αναλυτές προειδοποιούν ότι η συνεχιζόμενη αβεβαιότητα θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τη συμμόρφωση με τους δημοσιονομικούς κανόνες της ΕΕ, καθώς οι Βρυξέλλες εντείνουν την εποπτεία τους.

Η γαλλική αγορά ομολόγων σηματοδοτεί αυξανόμενο κίνδυνο 

Η αγορά ομολόγων της Γαλλίας δεν έχασε χρόνο αντιδρώντας στην παραίτηση του Λεκόρνου.

Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, οι αποδόσεις των 10ετών γαλλικών κρατικών ομολόγων (OAT) διαπραγματεύονται πλέον περίπου 86 μονάδες βάσης πάνω από τα γερμανικά ισοδύναμά τους — ένα spread που παρατηρήθηκε τελευταία φορά κατά την κατάρρευση της κυβέρνησης Barnier στα τέλη του 2024.

Αυτό θέτει τα τρέχοντα επίπεδα επίσης στο ίδιο επίπεδο με εκείνα που παρατηρήθηκαν τον Ιούλιο του 2012, κατά τα τελικά στάδια της κρίσης χρέους της ευρωζώνης.

Σύμφωνα με την Goldman Sachs, η Γαλλία έχει βιώσει τη μεγαλύτερη αύξηση του κινδύνου χώρας μεταξύ των μεγάλων αγορών από τις εκλογές του περασμένου έτους.

Τι σημαίνει η πολιτική κρίση της Γαλλίας για την οικονομία

Σε σημείωμα την Τρίτη, η Goldman Sachs ανέφερε ότι αναμένει ότι η αβεβαιότητα θα οδηγήσει σε ελαφρώς ασθενέστερη ανάπτυξη και υψηλότερα δημοσιονομικά ελλείμματα.

Ο ανώτερος οικονομολόγος Σάιμον Φρέισενετ εκτίμησε ότι το έλλειμμα του 2026 θα μπορούσε να αυξηθεί κατά 0,1 ποσοστιαία μονάδα, ενώ η αύξηση του ΑΕΠ ενδέχεται να επιβραδυνθεί κατά περίπου 0,2 ποσοστιαία μονάδα.

Η Goldman Sachs σημείωσε επίσης ότι η αγορά ομολόγων έχει ήδη αποτιμήσει μεγάλο μέρος του πολιτικού κινδύνου.

Εάν η τρέχουσα κατάσταση συνεχιστεί, αναμένει ότι το spread μεταξύ των γαλλικών και των γερμανικών 10ετών ομολόγων θα μειωθεί προς την πρόβλεψη των 70 μονάδων βάσης για το τέλος του 2025. Ωστόσο, η τράπεζα προειδοποίησε ότι η επίμονη αβεβαιότητα σημαίνει ότι οι κίνδυνοι παραμένουν ανοδικοί.

«Η παραίτηση του Γάλλου πρωθυπουργού σηματοδοτεί αυξημένους δημοσιονομικούς κινδύνους», δήλωσε η οικονομολόγος της ING, Σαρλότ ντε Μονπελιέ.

Ο εμπειρογνώμονας ανέφερε ότι η Γαλλία κινδυνεύει να εισέλθει στη νέα χρονιά χωρίς εγκεκριμένο προϋπολογισμό για το 2026. Σε αυτή την περίπτωση, η κυβέρνηση θα λειτουργήσει στο πλαίσιο αυτόματης παράτασης του προϋπολογισμού του 2025, περιορίζοντας τόσο τις νέες δαπάνες όσο και τις πρωτοβουλίες μεταρρυθμίσεων.

Ο ντε Μονπελιέ δήλωσε ότι αυτή η πολιτική παράλυση έρχεται σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη στιγμή, καθώς η Γαλλία βρίσκεται ήδη υπό διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

«Η Γαλλία υπόκειται επί του παρόντος σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος... Είναι πιθανό η Επιτροπή να υιοθετήσει αυστηρότερη στάση απέναντι στη Γαλλία και να επιμείνει στην ανάγκη αποκατάστασης της τάξης στα δημόσια οικονομικά», δήλωσε ο ντε Μονπελιέ.

Η έλλειψη προόδου στη δημοσιονομική εξυγίανση, εξήγησε, θα μπορούσε να αφήσει το έλλειμμα να κυμαίνεται κοντά στο 5% του ΑΕΠ το 2026, με το δημόσιο χρέος να ανεβαίνει πάνω από το 116% του ΑΕΠ.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ING, η οικονομική ανάπτυξη της Γαλλίας αναμένεται να αυξηθεί μόνο κατά 0,8% το επόμενο έτος, τοποθετώντας τη χώρα πολύ κάτω από τον μέσο όρο της ευρωζώνης.

Η Γαλλία αντιμετωπίζει πρόωρες εκλογές ή αδιέξοδο: Τι διακυβεύεται;

Κοιτώντας μπροστά, οι αναλυτές βλέπουν να εξελίσσονται δύο κύρια σενάρια, κανένα από τα οποία δεν προσφέρει εύκολη λύση.

Σύμφωνα με το BBVA, ο πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν θα μπορούσε είτε να διορίσει νέο πρωθυπουργό σε μια νέα προσπάθεια σχηματισμού σταθερής κυβέρνησης είτε να διαλύσει την Εθνοσυνέλευση και να προκηρύξει πρόωρες εκλογές.

Και οι δύο οδοί ενέχουν κινδύνους: ένας νέος διορισμός μπορεί να δυσκολευτεί να εξασφαλίσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ενώ οι εκλογές θα μπορούσαν να εμβαθύνουν τον πολιτικό κατακερματισμό και να καθυστερήσουν βασικές δημοσιονομικές αποφάσεις.

«Μπορούμε να δούμε τα spreads να δέχονται μεγαλύτερη πίεση καθώς η αβεβαιότητα παραμένει σχετικά με την προοπτική νέων εκλογών, αλλά και καθώς η αγορά εξετάζει αυξανόμενους κινδύνους, όπως ένα πρόωρο τέλος της προεδρίας του Μακρόν», δήλωσε ο αναλυτής της ING, Μπέντζαμιν Σρέντερ.

Εάν οι εικασίες για ένα πρόωρο τέλος της προεδρίας του Μακρόν δυναμώσουν, το spread μεταξύ 10ετούς ομολόγου OAT και Bund θα μπορούσε να ξεπεράσει κατά πολύ το όριο των 90 μονάδων βάσης, σύμφωνα με την ING.

Πολιτική κρίση στη Γαλλία: Θα μπορούσε η ΕΚΤ να παρέμβει;

Οι αγορές αρχίζουν επίσης να επικεντρώνονται στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα — και στο κατά πόσον μπορεί να αναγκαστεί να παρέμβει για να περιορίσει τους αυξανόμενους κινδύνους στην αγορά ομολόγων της Γαλλίας και να αποτρέψει τις δευτερογενείς επιπτώσεις σε ολόκληρη την ευρωζώνη.

Κεντρικό στοιχείο της συζήτησης είναι το Μέσο Προστασίας Μεταφοράς (TPI) της ΕΚΤ, ένα εργαλείο του 2022 που επιτρέπει στη Φρανκφούρτη να αγοράζει ομόλογα από χώρες που αντιμετωπίζουν αδικαιολόγητες πιέσεις στην αγορά.

Παρόλο που η Γαλλία μπορεί να μην πληροί τα αυστηρά δημοσιονομικά και μεταρρυθμιστικά κριτήρια που απαιτούνται για την ενεργοποίηση του TPI, η ΕΚΤ εξακολουθεί να έχει κάποιο περιθώριο ελιγμών.

«Η συμφωνία TPI έχει αυστηρές προϋποθέσεις στα χαρτιά, αλλά η ΕΚΤ εξακολουθεί να έχει διακριτική ευχέρεια στην ανάπτυξη αυτού του εργαλείου», σημείωσε ο Μπέντζαμιν Σρέντερ της ING.

Σύμφωνα με την ING, εάν η γαλλική αγορά ομολόγων γίνει πολύ ασταθής και απειλήσει τον έλεγχο της ΕΚΤ επί των χρηματοοικονομικών συνθηκών σε ολόκληρη την ευρωζώνη, ενδέχεται να αναγκαστεί να δράσει, ακόμη και αν η Γαλλία δεν πληροί αυστηρά τα δημοσιονομικά κριτήρια για στήριξη.

«Η Γαλλία είναι πολύ μεγάλη και σημαντική για να μην κάνει τίποτα», πρόσθεσε ο Σρέντερ.

Θα μπορούσε το χάος στη Γαλλία να πλήξει το ευρώ;

Το ευρώ έχει ήδη δείξει σημάδια αδυναμίας ως απάντηση στην πολιτική αναταραχή στη Γαλλία, αλλά οι αναλυτές βλέπουν τον αντίκτυπο ως περιορισμένο, τουλάχιστον προς το παρόν.

«Το πολιτικό έπος στη Γαλλία έχει πάρει μια νέα τροπή», δήλωσε ο Μίχαλ Γιόζβιακ, αναλυτής της αγοράς συναλλάγματος στην Ebury.

Επεσήμανε ότι το ευρώ υποχώρησε σχεδόν κατά 1% έναντι του δολαρίου, παρά το σκηνικό του κλεισίματος της κυβέρνησης των ΗΠΑ.

Η BBVA υπέδειξε ότι ο πραγματικός κίνδυνος έγκειται στην πιθανότητα πρόωρων εκλογών, τις οποίες η τράπεζα θεωρεί ως «το πιο επιζήμιο σενάριο για το ευρώ βραχυπρόθεσμα έως μεσοπρόθεσμα».

«Οι πολιτικές και δημοσιονομικές εξελίξεις στη Γαλλία (ιδίως η προοπτική πρόωρων εκλογών) θα μπορούσαν να μειώσουν την όρεξη των επενδυτών για το νόμισμα», δήλωσε ο αναλυτής συναλλάγματος της ING, Φραντσέσκο Πεσόλε, σημειώνοντας ότι η ισοτιμία EUR/USD δεν έχει ήδη μια ισχυρή αφήγηση για να ωθήσει προς το επίπεδο του 1,20 βραχυπρόθεσμα.

Ωστόσο, σημείωσε ότι οι προσδοκίες για δύο μειώσεις επιτοκίων από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ μέχρι το τέλος του έτους, σε συνδυασμό με την ευνοϊκή εποχικότητα του τέταρτου τριμήνου, εξακολουθούν να υποστηρίζουν την άποψη ότι η ισοτιμία EUR/USD θα μπορούσε να φτάσει το 1,20, ακόμη και λαμβάνοντας υπόψη την πολιτική αβεβαιότητα στη Γαλλία.

Δεν υπάρχει εύκολη έξοδος από το πολιτικό αδιέξοδο

Το πολιτικό αδιέξοδο στη Γαλλία τροφοδοτεί την οικονομική αβεβαιότητα, με τους αναλυτές να προειδοποιούν ότι θα μπορούσε να καθυστερήσει τις μεταρρυθμίσεις και να διατηρήσει τα ελλείμματα υψηλά.

Καθώς αυξάνονται οι πιέσεις, αυξάνονται και οι κίνδυνοι για τη σταθερότητα της αγοράς και τη συμμόρφωση με τους δημοσιονομικούς κανόνες της ΕΕ.

Προς το παρόν, η κατάσταση παραμένει περιορισμένη και η ΕΚΤ παραμένει στο περιθώριο — αλλά με τη Γαλλία να είναι πολύ μεγάλη και συστημικά σημαντική για να την αγνοήσουμε, μπορεί να μην παραμείνει εκεί για πολύ αν η κρίση επιδεινωθεί.
Διεθνή τύπος

Μαύρα σύννεφα πάνω από την την ελληνική γεωργία

Μόνο μια εθνική κινητοποίηση δυνάμεων και μια ριζοσπαστική μεταρρύθμιση στρατηγικής, θεσμών και δομών της αγροτικής πολιτικής, μπορεί να αποτρέψει τα χειρότερα και να οικοδομήσει ένα καλύτερο μέλλον για το αγροδιατροφικό μας σύστημα.

    Όλα δείχνουν ότι διαμορφώνεται ένα καινούργιο τοπίο στην πρωτογενή παραγωγή και την αγροδιατροφή, που ενισχύει την ανασφάλεια και πλήττει την αυτοπεποίθηση των αγροτών απειλώντας πλέον την βιωσιμότητα αυτής που γνωρίσαμε ως οικογενειακή παραγωγή...


Χαράλαμπος Κασίμης
Oμότιμος καθηγητής Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών

Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν αποκάλυψε μόνο πόσο ισχυρό είναι ακόμα το παλαιοκομματικό πελατειακό κράτος, πόσο διευρυμένη είναι η διαφθορά και η διαπλοκή αυτού του συστήματος εξουσίας, αποκάλυψε επίσης περισσότερες πλευρές  της ανικανότητας και της αναποτελεσματικότητας στον σχεδιασμό και στην εφαρμογή της αγροτικής πολιτικής.

Ακολούθησε έναν προβληματικό σχεδιασμό του Στρατηγικού Σχεδίου της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ), που στερείτο πολιτικής καθοδήγησης, στρατηγικών προτεραιοτήτων, σοβαρού πλαισίου εφαρμογής και ελέγχων.

Εφάρμοσε, με σκανδαλώδη και αδιαφανή τρόπο, μέτρα πολιτικής όπως τα οικολογικά σχήματα, η βιολογική γεωργία και κτηνοτροφία, χωρίς ένα σχέδιο διοικητικής διακυβέρνησης και με τους  αγρότες ανενημέρωτους.

Προς μία μη αναστρέψιμη πορεία

Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ όμως είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Όλα δείχνουν ότι οι αγρότες, και μαζί με αυτούς και άλλοι φορείς του αγροδιατροφικού συστήματος της χώρας σπρώχνονται στο χείλος του γκρεμού. Βρίσκονται πλέον πέρα από αυτό που έχει περιγραφεί στο παρελθόν ως κρίση βιωσιμότητας, βρίσκονται κοντά στην καταστροφή, σε μία μη αναστρέψιμη πορεία.

Αυτή η πορεία δεν περιορίζεται στους μικρομεσαίους, λιγότερο ανταγωνιστικούς παραγωγούς, αφορά πλέον και τις υγιείς αγροτικές εκμεταλλεύσεις και κλάδους που είναι άµεσα συνδεδεµένοι µε την γεωργική παραγωγή, όπως είναι οι εισροές (λιπάσματα, σπόροι, φυτοπροστασία, µηχανήματα), η παροχή  υπηρεσιών (γεωργικές συμβουλές, μελέτες), οι μεταποιητικές βιομηχανίες του αγροδιατροφικού τομέα κοκ.

Τα χτυπήματα είναι απανωτά και τα έχουμε πολλές φορές περιγράψει. Τα περασμένα πέντε χρόνια, όμως, η κατάσταση έγινε μη διαχειρίσιμη. Οι αγρότες είναι αντιμέτωποι με:

  • την εκτίναξη του κόστους παραγωγής,
  • τη διεύρυνση της ψαλίδας τιμών παραγωγού-τιμών καταναλωτή,
  • την κλιματική κρίση και τις συνέπειές της στην παραγωγή,
  • τις ζωονόσους,
  • το σοβαρό έλλειμμα ρευστότητας,
  • με τον οργανισμό πληρωμών ΟΠΕΚΕΠΕ σε επιτήρηση και το σύστημα πληρωμών και αποζημιώσεων σε κατάρρευση.

Η κυβέρνηση δεν έχει ανταποκριθεί ακόμα στις υποχρεώσεις της στους πληγέντες των φυσικών καταστροφών στην Θεσσαλία και αλλού, καθυστερεί τις πληρωμές των ενισχύσεων που πλησιάζουν τα 600 εκατ.[1] (100 εκατ. για οικολογικά σχήματα και συνδεδεμένες ενισχύσεις, 65 εκατ. για τα βιολογικά προϊόντα των προηγούμενων ετών αλλά και 210 εκατ. από τις επιδοτήσεις για τα βιολογικά αυτής της χρονιάς[2], 178 εκατ. για τις φυσικές καταστροφές -Μέτρο 23-, 20 εκατ. για τις σπάνιες φυλές ζώων και 25 εκατ. για το αγροτοπεριβαλλοντικό μέτρο «Κομφούζιο»), και αδυνατεί να εφαρμόσει αποτελεσματικά μέτρα για να αντιμετωπίσει την ευλογιά των αιγοπροβάτων που έχει οδηγήσει στην θανάτωση περισσότερα από 300.000 ζώα.

Παρά το γεγονός ότι οι κυβερνητικοί παράγοντες διαβεβαίωναν τον αγροτικό κόσμο ότι οι πληρωμές καταβάλλονται από εβδομάδα σε εβδομάδα, τώρα αναγκάζονται να δηλώσουν ότι «καταβάλλονται όλες οι αναγκαίες προσπάθειες», χωρίς να δεσμεύονται σε χρονοδιάγραμμα, ομολογώντας την ανεπάρκεια και την αναποτελεσματικότητά τους.

Εκτός των παραπάνω καθυστερήσεων, η προβλεπόμενη πληρωμή της προκαταβολής των ενισχύσεων του 2025 στα μέσα Οκτωβρίου μετατίθεται και αυτή για αργότερα, κι αυτή σε απροσδιόριστο χρόνο. Αυτό συμβαίνει για πρώτη φορά στα τελευταία χρόνια και βρίσκεται υπό την αίρεση της έγκρισης του Σχεδίου Δράσης που προέκυψε με το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ και οδήγησε τον οργανισμό σε επιτήρηση και στη σύνταξη ενός Σχεδίου Δράσης, το οποίο θα ρύθμιζε τη λειτουργία του οργανισμού και το σύστημα πληρωμών των αγροτικών ενισχύσεων.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή όμως δεν αποδέχθηκε το υποβληθέν Σχέδιο Δράσης που υπέβαλε η κυβέρνηση στις 2 Ιουνίου 2025 και απαιτεί μια σειρά σοβαρές αλλαγές, που αμφισβητείται αν μπορούν να ολοκληρωθούν επιτυχώς μέχρι την παράταση της 4ης Νοέμβρη που εξασφάλισε η κυβέρνηση.

Οι κίνδυνοι αυξάνονται.  Σε έγγραφό της η Επιτροπή αναφέρει ότι, «σύμφωνα με το άρθρο 42 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 2116/2021, εάν ένα κράτος-μέλος δεν υποβάλει σχέδιο δράσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου, η Επιτροπή ενδέχεται να εκδώσει εκτελεστικές πράξεις για την αναστολή των μηνιαίων πληρωμών που αναφέρονται στο άρθρο 21 παράγραφος 3 ή των ενδιάμεσων πληρωμών που αναφέρονται στο άρθρο 32 του ίδιου κανονισμού» [3].

Με άλλα λόγια, αν, μετά τις διορθώσεις, το Σχέδιο Δράσης της χώρας δεν γίνει αποδεκτό, η Επιτροπή ενδέχεται να οδηγηθεί στην αναστολή των πληρωμών των ενισχύσεων. Αυτό θα είναι το τελειωτικό χτύπημα για τον αγροτικό κόσμο, που θα τον οδηγήσει στην χρεoκοπία και σε μαζική έξοδο από την γεωργία και τις αγροτικές περιοχές και θα ανοίξει φαρδιά-πλατιά τον δρόμο στην επιχειρηματική γεωργία και τα funds.

Μια κρίση που επιδεινώνεται

Τα περασμένα 15 χρόνια, παρακολουθούμε μία οικονομική, περιβαλλοντική και κοινωνική υπονόμευση της βιωσιμότητας της αγροτικής εκμετάλλευσης στην ελληνική γεωργία. Έχουμε -συγκριτικά με την Ευρώπη- μια αρνητική πορεία της παραγωγικότητας της εργασίας και του εδάφους, εκτίναξη του κόστους παραγωγής, μείωση του μέσου καθαρού εισοδήματος που συνοδεύεται από μία δημογραφική κρίση στον πληθυσμό της υπαίθρου, ερημοποίηση των ορεινών μειονεκτικών περιοχών, συρρίκνωση του αριθμού των μικρομεσαίων εκμεταλλεύσεων και ενίσχυση της ανισοκατανομής των ενισχύσεων[4],[5].

Αργά αλλά σταθερά, κινούμασταν ήδη προς μία διπολική γεωργία, την οποία οι πρόσφατες εξελίξεις αναμένεται να επιταχύνουν. Οι μικροί και μεσαίοι αγρότες γίνονται μικρότεροι, ένα καινούργιο επιχειρηματικό στρώμα μεσαίων και μεγάλων αγροτών συγκροτεί πλέον την «πάνω κλίμακα» στην πυραμίδα του αγροτικού κόσμου, ενώ ταυτόχρονα παρατηρείται η είσοδος ενός εξωαγροτικού κεφαλαίου στην πρωτογενή παραγωγή και στην αγροδιατροφή, δηλαδή κεφάλαιο το οποίο έχει δραστηριοποιηθεί στη βιομηχανία και στον τουρισμό, που επενδύει επιπρόσθετα στην γεωργία και στη βιομηχανία τροφίμων. Στην μεταποίηση και την βιομηχανία τροφίμων επενδύουν και διάφορα funds, τα οποία ήδη εκδηλώνουν ενδιαφέρον και για τις επενδύσεις στην γη και την πρωτογενή παραγωγή.

Με δυο λόγια, όλα δείχνουν ότι διαμορφώνεται ένα καινούργιο τοπίο στην πρωτογενή παραγωγή και την αγροδιατροφή, που ενισχύει την ανασφάλεια και πλήττει την αυτοπεποίθηση των αγροτών απειλώντας πλέον την βιωσιμότητα αυτής που γνωρίσαμε ως οικογενειακή παραγωγή. Οι εξελίξεις επιβεβαιώνουν με τον πιο τραγικό τρόπο αυτές τις εκτιμήσεις.

Αναξιόπιστοι και αδύναμοι μπροστά στις νέες προκλήσεις

Η αξιοπιστία της κυβέρνησης και η διαπραγματευτική της επάρκεια  για την επίλυση των προβλημάτων της ελληνικής γεωργίας έχουν καταρρεύσει.

Στο σύγχρονο ανταγωνιστικό περιβάλλον της προγραμματικής περιόδου 2028-2034[6],[7],[8] ο κοινοτικός προϋπολογισμός της ΚΑΠ μειώνεται στα 295,7 δισ. (από τα 386,6 δισ. αυτής της προγραμματικής περιόδου) και μια νέα αρχιτεκτονική της αγροτικής πολιτικής προτείνεται, που διατηρεί μεν τον πρώτο πυλώνα των άμεσων ενισχύσεων, καταργεί όμως την αυτοδυναμία του δεύτερου πυλώνα της αγροτικής ανάπτυξης των 95,5 δισ., ενσωματώνοντάς τον στα Εθνικά και Περιφερειακά Σχέδια Εταιρικών Σχέσεων, με προϋπολογισμό 453 δισ. ευρώ (που συμπεριλαμβάνουν την συνοχή, την αλιεία, την κοινωνική πολιτική και την αγροτική ανάπτυξη, σε ένα ταμείο χωρίς διακριτό προϋπολογισμό). Διαπιστώνεται, λοιπόν, μία σημαντική μείωση του προϋπολογισμού της ΚΑΠ και μια νέα συνθήκη για την αγροτική ανάπτυξη του δεύτερου πυλώνα της ΚΑΠ.

Σε αυτό το περιβάλλον το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ καθιστά τη μελλοντική διαπραγμάτευση για τον Προϋπολογισμό της ΚΑΠ για την χώρα μας εξαιρετικά δύσκολη. Τα σενάρια και οι εκτιμήσεις δεν αφήνουν αμφιβολία ότι οι πόροι που θα είναι διαθέσιμοι για την Ελλάδα θα είναι σημαντικά λιγότεροι. Η κατάχρηση κοινοτικών πόρων, τα πρόστιμα και οι υψηλές δημοσιονομικές διορθώσεις, διαμορφώνουν εικόνα αναξιόπιστης χώρας, ανεπαρκούς διοίκησης και αδιαφανούς πολιτικής ηγεσίας για την εφαρμογή της ΚΑΠ.

Αναπόφευκτα, το περιβάλλον αυτό θα ενισχύσει τις πιέσεις που έχουν ήδη εκφραστεί από αρκετά νέα κράτη-μέλη για την πλήρη εξομοίωση (πλήρη εξωτερική σύγκλιση) των ανά εκτάριο ενισχύσεων. Eπισημαίνεται ότι η χώρα μας εμφανίζει υπερδιπλάσια ανά εκτάριο ενίσχυση από αυτή της ΕΕ και απειλείται με μείωση επιπλέον πόρων σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

Οι ευρωπαϊκές ενισχύσεις αποτελούν σημαντικό μέρος του γεωργικού  εισοδήματος για τον Έλληνα αγρότη (κοντά στο 50% του), η αναμενόμενη μείωση των πόρων της ΚΑΠ, σε συνδυασμό με την εκτίναξη του κόστους παραγωγής και τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής στην παραγωγή, οδηγούν αναπόφευκτα σε αδιέξοδο τους παραγωγούς.

Τα επόμενα δύο χρόνια θα είναι δύσκολα χρόνια για την ευρωπαϊκή γεωργία και –πολύ περισσότερο– για την ελληνική με τις διαχρονικές αδυναμίες και παθογένειές της. Οι διαπραγματεύσεις για τον Προϋπολογισμό, την αρχιτεκτονική της αγροτικής πολιτικής και τη χρηματοδότησή της, θα κορυφωθούν τα επόμενα δύο χρόνια, ενώ ταυτόχρονα θα διαμορφώνεται η νέα πρόταση για την ΚΑΠ μετά το 2027. Η χώρα μας θα βρίσκεται σε μία ιδιαίτερα μειονεκτική θέση διαπραγμάτευσης και ο αγροτικός κόσμος απροστάτευτος. Η κυβέρνηση έχει προκαλέσει μια πρωτοφανή κρίση, που υπονομεύει την βιωσιμότητα του αγροδιατροφικού μας τομέα, οδηγεί στην εγκατάλειψη, και απειλεί την επισιτιστική ασφάλεια της χώρας.

Μόνο μια εθνική κινητοποίηση δυνάμεων και μια ριζοσπαστική μεταρρύθμιση στρατηγικής, θεσμών και δομών της αγροτικής πολιτικής, μπορεί να αποτρέψει τα χειρότερα και να οικοδομήσει ένα καλύτερο μέλλον για το αγροδιατροφικό μας σύστημα.

 ______________________________________________________

[1] https://www.kathimerini.gr/society/563848345/thymata-toy-skandaloy-opekepe-oi-entimoi-agrotes-chanoyn-tin-epidotisi-gia-ta-viologika/

[2] Όταν γράφονταν αυτές οι γραμμές, ανακοινώθηκε ότι το πρόγραμμα βιολογικών (φυτική, ζωική, μελισσοκομία) του 2024 διακόπτεται ενώ αναμένεται να ακυρωθεί και η προκήρυξη του 2025 καθώς οι έλεγχοι δείχνουν ότι «το συντριπτικό ποσοστό των αιτούντων που έχει ενταχθεί, πρέπει να απενταχθεί» σύμφωνα με τον υπουργό ΥΠΑΑΤ.
Η απόφαση αυτή όμως αδικεί και όλους τους σύννομους βιοκαλλιεργητές και βιοκτηνοτρόφους που χάνουν την επιδότηση του 2024 που σημαίνει πως όλες οι δαπάνες πιστοποίησης, η μείωση στην παραγωγή που είχαν και τα ακριβά σκευάσματα δεν θα πληρωθούν για το 2024 και ίσως ούτε και για το 2025.

[3] Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Γενική Διεύθυνση Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης, Ares (2025) 6332310-04/08/2025

[4] Διανέοσις, Ο αγροτικός Τομέας στην Ελλάδα, 2024.

[5] Greenpeace, Βιομηχανοποίηση ή Κλείσιμο, 2024.

Ανάλυση / Οι δασμοί είναι μάταιη επιλογή ως λύση για τις διαρθρωτικές αιτίες του εμπορικού ελλείμματος των ΗΠΑ

Η συχνή επιβολή δασμών από τις ΗΠΑ θα προκαλέσει αναπόφευκτα έναν νέο γύρο τριβών με τους εμπορικούς τους εταίρους, γεγονός που θα περιορίσει περαιτέρω τον χώρο της αγοράς για τους Αμερικανούς εξαγωγείς..

    Το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ είναι το αποτέλεσμα δεκαετιών παγκοσμιοποιημένης παραγωγής, της δομής της αμερικανικής οικονομίας και των καταναλωτικών προτύπων. Εάν η Ουάσιγκτον συνεχίσει να επιδίδεται σε μονομερή προστατευτικά μέτρα, αυτό μόνο θα βλάψει περαιτέρω την οικονομική αποτελεσματικότητα και τελικά θα αποκλίνει από τις αρχικές πολιτικές προθέσεις, υπονομεύοντας τη μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα των ΗΠΑ στην παγκόσμια οικονομία.


Ενώ οι αλληλοεπιδράσεις των σαρωτικών δασμών που επέβαλαν οι ΗΠΑ στο παγκόσμιο εμπόριο συνεχίζουν να αντηχούν, φαίνεται ότι η Ουάσινγκτον είναι ήδη έτοιμη να εφαρμόσει έναν νέο γύρο δασμολογικών μέτρων, περιπλέκοντας περαιτέρω το τοπίο του διεθνούς εμπορίου.
Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε την Πέμπτη νέους σαρωτικούς δασμούς εισαγωγής, συμπεριλαμβανομένων δασμών 100% σε πατενταρισμένα φάρμακα και δασμών 25% σε βαρέα φορτηγά, δασμού 50% σε εισαγόμενα ντουλάπια κουζίνας και νιπτήρες μπάνιου, καθώς και δασμού 30% σε ταπετσαρισμένα έπιπλα, οι οποίοι θα τεθούν σε ισχύ την Τετάρτη, ανέφερε το Reuters.

Η εξέλιξη ήρθε μόλις μία ημέρα αφότου το Υπουργείο Εμπορίου των ΗΠΑ ανακοίνωσε ότι είχε ξεκινήσει νέες έρευνες του Άρθρου 232 σχετικά με την εισαγωγή ατομικού προστατευτικού εξοπλισμού, ιατρικών ειδών, ρομποτικής και βιομηχανικών μηχανημάτων, κάτι που, σύμφωνα με δημοσίευμα του Bloomberg, διευρύνει περαιτέρω το πεδίο των βιομηχανιών που ενδεχομένως αντιμετωπίζουν δασμούς.

Η εισαγωγή ενός νέου γύρου δασμών και ερευνών όχι μόνο αυξάνει περαιτέρω την αβεβαιότητα στο παγκόσμιο εμπορικό περιβάλλον, αλλά αντανακλά και την προθυμία της Ουάσινγκτον να αντιστρέψει την οικονομική της κατάσταση μέσω του προστατευτισμού.

Οι τρεις τομείς στους οποίους στοχεύει - βαρέα φορτηγά, φαρμακευτικά προϊόντα και έπιπλα - έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: Είναι τομείς στους οποίους οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν σημαντικά εμπορικά ελλείμματα. Ενώ η κίνηση φαίνεται να στοχεύει στην αντιμετώπιση αυτών των εμπορικών ανισορροπιών και στην αναζωογόνηση της εγχώριας μεταποίησης, μια πιο προσεκτική εξέταση της πρόσφατης αλλαγής στα εμπορικά ελλείμματα των ΗΠΑ αποκαλύπτει ότι τέτοιοι δασμοί είναι απίθανο να επιτύχουν τους επιδιωκόμενους στόχους τους και, αντίθετα, ενδέχεται να προκαλέσουν μεγαλύτερη ζημιά στην οικονομία των ΗΠΑ.

Είναι αλήθεια ότι το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ παρουσίασε έντονες διακυμάνσεις φέτος. Συγκεκριμένα, το εμπορικό έλλειμμα μειώθηκε κατά 16,8% (σε μηνιαία βάση) στα 85,5 δισεκατομμύρια δολάρια τον Αύγουστο, γεγονός που φαίνεται να δείχνει ότι οι δασμολογικές πολιτικές λειτουργούν. Αλλά μια προσεκτική ανάλυση των βαθύτερων αιτιών της μείωσης του ελλείμματος αποκαλύπτει ότι αυτή η αλλαγή οφείλεται περισσότερο στην παθητική συρρίκνωση των εισαγωγών, παρά σε μια ουσιαστική ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των εξαγωγών των ΗΠΑ, πόσο μάλλον σε ένα σημάδι διαρκούς βελτίωσης των οικονομικών βασικών μεγεθών. 

Η πραγματική βελτίωση του εμπορικού ελλείμματος θα πρέπει να βασιστεί στην αύξηση των εξαγωγών και στην οικονομική ζωτικότητα. Μόνο όταν ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών, μπορεί αυτή να αντικατοπτρίζει πραγματικά την αναγνώριση των αμερικανικών προϊόντων στην παγκόσμια αγορά, οδηγώντας έτσι στην επέκταση των σχετικών εγχώριων βιομηχανιών και θέτοντας μια σταθερή οικονομική βάση για ισορροπημένο εμπόριο. Ωστόσο, η τρέχουσα προσέγγιση των ΗΠΑ βασίζεται στον περιορισμό των εισαγωγών μέσω αυξημένων δασμών και όχι στην αντικατάστασή τους με ανταγωνιστικές εγχώριες εναλλακτικές λύσεις. Αυτή η προσέγγιση της «μείωσης του ελλείμματος θυσιάζοντας τις εισαγωγές» δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τις βαθύτερες αιτίες των εμπορικών ανισορροπιών και κινδυνεύει να βυθίσει την οικονομία των ΗΠΑ σε μια νέα δύσκολη κατάσταση λόγω διαταραχών στην αλυσίδα εφοδιασμού.

Η ενίσχυση της εξαγωγικής ικανότητας δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο με πολιτικές. Εξαρτάται από πολλαπλούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένης της ισχύος του δολαρίου ΗΠΑ και της συνολικής ανταγωνιστικότητας του μεταποιητικού τομέα. Ένα ισχυρό δολάριο, για παράδειγμα, θα καθιστούσε τα αμερικανικά προϊόντα πιο ακριβά στις διεθνείς αγορές, υπονομεύοντας την αύξηση των εξαγωγών, ακόμη και αν οι εγχώριοι παραγωγοί επιδιώξουν να επεκταθούν στο εξωτερικό. Επιπλέον, η αναβίωση της αμερικανικής μεταποίησης αντιμετωπίζει διαρθρωτικά εμπόδια όπως τα τεχνολογικά κενά, οι ελλείψεις εργατικού δυναμικού και οι κατακερματισμένες αλυσίδες εφοδιασμού. Κανένα από αυτά τα προβλήματα δεν μπορεί να λυθεί από τη μια μέρα στην άλλη μέσω δασμολογικών φραγμών. Χωρίς την αντιμετώπιση αυτών των θεμελιωδών προκλήσεων, ο απλός περιορισμός των εισαγωγών για την τόνωση της βιομηχανικής ανάπτυξης δεν θα δημιουργήσει έναν ενάρετο κύκλο μειωμένων εισαγωγών και αυξημένων εξαγωγών. Αντίθετα, μπορεί να διαταράξει την συμπληρωματική ισορροπία της αμερικανικής οικονομίας και να μειώσει τη συνολική αποτελεσματικότητα.

Η αναζωογόνηση της μεταποίησης εξαρτάται από ένα υποστηρικτικό βιομηχανικό οικοσύστημα, τη βιώσιμη καινοτομία, τη σταθερή ζήτηση και την ορθή πολιτική καθοδήγηση, όχι από τη βραχυπρόθεσμη εμπορική προστασία. Οι δασμοί μπορεί να περιορίσουν προσωρινά τον ξένο ανταγωνισμό, αλλά δεν μπορούν να δημιουργήσουν την πραγματική κινητήρια δύναμη που απαιτείται για τη βιομηχανική πρόοδο.

Η συχνή επιβολή δασμών από τις ΗΠΑ θα προκαλέσει αναπόφευκτα έναν νέο γύρο τριβών με τους εμπορικούς τους εταίρους, γεγονός που θα περιορίσει περαιτέρω τον χώρο της αγοράς για τους Αμερικανούς εξαγωγείς.

Το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ είναι το αποτέλεσμα δεκαετιών παγκοσμιοποιημένης παραγωγής, της δομής της αμερικανικής οικονομίας και των καταναλωτικών προτύπων. Εάν η Ουάσιγκτον συνεχίσει να επιδίδεται σε μονομερή προστατευτικά μέτρα, αυτό μόνο θα βλάψει περαιτέρω την οικονομική αποτελεσματικότητα και τελικά θα αποκλίνει από τις αρχικές πολιτικές προθέσεις, υπονομεύοντας τη μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα των ΗΠΑ στην παγκόσμια οικονομία.

Αναστολή λειτουργίας της αμερικανικής κυβέρνησης - γιατί πρέπει να ανησυχεί η Ευρώπη;

Η κυβέρνηση των ΗΠΑ κλείνει μερικώς λόγω έλλειψης χρηματοδότησης...

    Επειδή οι ΗΠΑ είναι τόσο κεντρικές για την παγκόσμια οικονομία, οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις θα μπορούσαν επίσης να αισθανθούν αρνητικές επιπτώσεις από ένα κλείσιμο της αμερικανικής κυβέρνησης.


Χθες Τρίτη, η Γερουσία απέρριψε δύο νομοσχέδια που υπέβαλαν τα κόμματα, τα οποία είχαν ως στόχο να αποτρέψουν ένα κλείσιμο της κυβέρνησης.

Η συνεχιζόμενη διαμάχη για τον προϋπολογισμό στην Ουάσινγκτον έχει ως ακούσια συνέπεια να βλάψει την ευρωπαϊκή οικονομία. Ειδικά οι εξαγωγείς της ΕΕ θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν δυσκολίες.

Δεν είναι μόνο οι Ευρωπαίοι τουρίστες που ταξιδεύουν στις Ηνωμένες Πολιτείες και βρίσκονται μπροστά σε κλειστές πόρτες μουσείων ή σε πύλες εθνικών πάρκων.

Επειδή οι ΗΠΑ είναι τόσο κεντρικές για την παγκόσμια οικονομία, οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις θα μπορούσαν επίσης να αισθανθούν αρνητικές επιπτώσεις από ένα κλείσιμο της αμερικανικής κυβέρνησης.

Στην πραγματικότητα, θα πρέπει να ετοιμαστούν για μια δύσκολη διαδρομή που θα γίνεται όλο και πιο επώδυνη όσο περισσότερο διαρκεί το αδιέξοδο στην Ουάσινγκτον.

Γιατί, λοιπόν, οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις θα πρέπει να ανησυχούν για το γεγονός ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού δεν μπορούν να εργαστούν;

Λοιπόν, το shutdown σταματά ή μειώνει πολλές ομοσπονδιακές λειτουργίες, όπως η παροχή δανείων ή αδειών, και διακόπτει το έργο των κυβερνητικών υπηρεσιών που παρέχουν εποπτεία, επιβραδύνοντας την οικονομική δραστηριότητα.

Αυτό που το κάνει πιο σημαντικό είναι ο χρόνος που έχει οριστεί. Φέτος, η αμερικανική οικονομία κινείται ήδη με βραδύτερη ανάπτυξη, επίμονες πληθωριστικές πιέσεις και αυξανόμενη οικονομική ανασφάλεια.

Το shutdown επιτείνει αυτή την ανασφάλεια και έχει τη δυνατότητα να πυροδοτήσει μια αλυσιδωτή αντίδραση οικονομικών συνεπειών.

Πάρτε παράδειγμα τις ευρωπαϊκές εμπορικές επιχειρήσεις. Ήδη ταραγμένες από το δασμολογικό χάος, βασίζονται σε σταθερές και προβλέψιμες συνθήκες αγοράς για να προγραμματίσουν την παραγωγή τους, να κατανείμουν τους πόρους και να ικανοποιήσουν τις ανάγκες των πελατών τους.

Ακόμη και μια μικρή επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας θα οδηγούσε σε μείωση των αμερικανικών εισαγωγών, γεγονός που θα μείωνε τη ζήτηση για τις ευρωπαϊκές εταιρείες, των οποίων η ανάπτυξη, τα έσοδα και η κερδοφορία θα επηρεάζονταν με τη σειρά τους.

Οι ευρωπαϊκές εισαγωγές που φθάνουν στην Αμερική θα συναντήσουν λιγότερο κυβερνητικό προσωπικό στα λιμάνια και τα τελωνεία, το οποίο χειρίζεται τα διοικητικά και ρυθμιστικά καθήκοντα που σχετίζονται με την εισαγωγή και εξαγωγή αγαθών.

Ως αποτέλεσμα, θα υπάρξουν καθυστερήσεις που μπορεί να παρατείνουν το χρόνο που απαιτείται για να φτάσουν τα εμπορεύματα στον προορισμό τους, διαταράσσοντας τα χρονοδιαγράμματα παράδοσης.

Οι καθυστερήσεις μπορεί να έχουν αλυσιδωτές επιπτώσεις στις αλυσίδες εφοδιασμού που βασίζονται στον ακριβή συγχρονισμό για να λειτουργήσουν αποτελεσματικά. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε απροσδόκητο κόστος για ταχεία αποστολή και κυρώσεις για χαμένες προθεσμίες παράδοσης.

Επιπλέον, υπάρχει ο κίνδυνος από μια πιθανή διακοπή των εγκρίσεων αδειών εξαγωγής.

Οι ευρωπαϊκές εταιρείες χρειάζονται αυτές τις εγκρίσεις -ή τις ανανεώσεις τους- για να διεξάγουν τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες στις ΗΠΑ συνολικά.

"Οι εταιρείες θα παγώσουν, δεν θα μπορούν να πάρουν καμία έγκριση, δεν θα έχουν άδειες ή εγκρίσεις, δεν θα μπορούν να πουλήσουν εταιρικό χρέος στις ΗΠΑ", δήλωσε στο Euronews δικηγόρος που ασχολείται με τη διαπραγμάτευση υπερατλαντικών συμφωνιών για πολυεθνικούς εταιρικούς πελάτες.

"Ένα κυβερνητικό shutdown στέλνει στο σπίτι τους τους ανθρώπους που εκτελούν τους κανονισμούς, αλλά οι ίδιοι οι κανονισμοί παραμένουν - και παραμένουν να τηρούνται".

Αυτή η κανονιστική αβεβαιότητα μπορεί να αφήσει τους Ευρωπαίους εξαγωγείς σε μια κατάσταση αβεβαιότητας, χωρίς να είναι σίγουροι για τη δυνατότητά τους να συνεχίσουν τις δραστηριότητές τους με την αγορά των ΗΠΑ βραχυπρόθεσμα.

Προσέξτε ιδιαίτερα τους τομείς που βασίζονται στη ζήτηση των ΗΠΑ, όπως τα μηχανήματα, τα εξαρτήματα αυτοκινήτων ή τα χημικά προϊόντα.

Οι εταιρείες αυτές ενδέχεται να δουν πτωτικές διακυμάνσεις στο χρηματιστήριο καθώς οι επενδυτές αντιδρούν στην αβεβαιότητα στις ΗΠΑ.

Μιλώντας για τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Η παρατεταμένη αβεβαιότητα στις ΗΠΑ θα μπορούσε να οδηγήσει σε αύξηση των επιτοκίων των κρατικών ομολόγων των ΗΠΑ, καθώς οι επενδυτές θα τα θεωρήσουν ως υψηλότερου κινδύνου.

Αυτό θα οδηγούσε σε υψηλότερα επιτόκια αλλού στον κόσμο.

Στην Ευρώπη, για παράδειγμα, αυτό θα μπορούσε να συμπιέσει τις χρηματιστηριακές αγορές, να αυξήσει το κόστος χρηματοδότησης των δημόσιων ελλειμμάτων και να μειώσει τη συνολική ζήτηση λόγω του υψηλότερου κόστους των πιστώσεων.

Η άνοδος των επιτοκίων θα αύξανε τον κίνδυνο αθέτησης πληρωμών από υπερχρεωμένους δανειολήπτες και, επομένως, μιας χρηματοπιστωτικής κρίσης.

Καθώς η έλλειψη συμφωνίας για τον προϋπολογισμό στην Ουάσινγκτον θα έθετε σε κίνδυνο τη χρηματοδότηση της αμερικανικής στήριξης ορισμένων χωρών, θα αυξάνονταν οι κίνδυνοι γεωπολιτικής αστάθειας, γεγονός που θα συμπίεζε τις επιχειρηματικές επενδύσεις και θα ενέτεινε τη μείωση της ζήτησης που ήδη πλήττεται από τον πληθωρισμό.

Οι οικονομολόγοι εκτιμούν ότι μια διακοπή λειτουργίας της κυβέρνησης των ΗΠΑ για δύο εβδομάδες θα είχε αρνητικό αντίκτυπο στο ΑΕΠ της ΕΕ ύψους 4 δισεκατομμυρίων ευρώ. Εάν το shutdown διαρκούσε 8 εβδομάδες, ο αντίκτυπος θα αυξανόταν σε 16 δισ. ευρώ.

Το αν θα φτάσει πραγματικά σε αυτό το σημείο είναι στα χέρια των πολιτικών στην Ουάσινγκτον.

Αυτό που διακυβεύεται δεν είναι τίποτα λιγότερο από τη φήμη της Αμερικής ως παγκόσμιας οικονομικής άγκυρας σταθερότητας.
euronews

Έρευνα / Οι Ευρωπαίοι καταναλωτές επιθυμούν ένα αξιόπιστο, εύχρηστο και δωρεάν ψηφιακό ευρώ

Σύμφωνα με το μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ, Πιέρο Τσιπολόνε, το ψηφιακό ευρώ θα μπορούσε να κυκλοφορήσει ήδη από τα μέσα του 2029.

    Οι περισσότεροι Ευρωπαίοι αναμένουν ότι το επερχόμενο ψηφιακό ευρώ θα είναι ασφαλές, εύχρηστο και δωρεάν, σύμφωνα με νέα έρευνα του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Καταναλωτών (BEUC). Η δημοσκόπηση συγκέντρωσε απαντήσεις από περισσότερους από 10.000 καταναλωτές σε 10 χώρες της ευρωζώνης.


Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής της ΕΕ εξακολουθούν να εργάζονται πάνω στο νομοθετικό πλαίσιο του ψηφιακού ευρώ, αλλά η ΕΚΤ αναφέρει ότι θα μπορούσε να είναι έτοιμο μέχρι τα μέσα του 2029.

Οι περισσότεροι Ευρωπαίοι αναμένουν ότι το επερχόμενο ψηφιακό ευρώ θα είναι ασφαλές, εύχρηστο και δωρεάν, σύμφωνα με νέα έρευνα του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Καταναλωτών (BEUC). Η δημοσκόπηση συγκέντρωσε απαντήσεις από περισσότερους από 10.000 καταναλωτές σε 10 χώρες της ευρωζώνης.

Εάν εισαχθεί στην Ευρώπη μια νέα μέθοδος ψηφιακής πληρωμής, όπως το ψηφιακό ευρώ , η πλειοψηφία των καταναλωτών (86% των ενηλίκων) δήλωσε ότι θα ανησυχούσε τουλάχιστον κάπως για το ενδεχόμενο να μην μπορέσουν να πάρουν πίσω τα χρήματά τους σε περίπτωση απάτης ή απάτης. Επιπλέον, το 87% δήλωσε ότι οι ψηφιακές πληρωμές θα πρέπει να είναι δωρεάν για τους καταναλωτές.

«Ένα ψηφιακό ευρώ θα είναι ελκυστικό για τους καταναλωτές εάν είναι εύχρηστο, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που δυσκολεύονται σήμερα με τις ψηφιακές πληρωμές, εάν παρέχει ισχυρή προστασία από την απάτη, συμπεριλαμβανομένων καλών δικαιωμάτων επιστροφής χρημάτων, και εάν βασικές υπηρεσίες όπως μια κάρτα πληρωμής προσφέρονται δωρεάν», δήλωσε ο Agustín Reyna, γενικός διευθυντής του BEUC.

Στα χαρτιά, το έργο ακούγεται ελκυστικό. Σε αντίθεση με τις τραπεζικές καταθέσεις ή τα κρυπτονομίσματα, το ψηφιακό ευρώ δεν θα ενείχε κανένα οικονομικό κίνδυνο — θα ήταν το ηλεκτρονικό ισοδύναμο των μετρητών, σχεδιασμένο να μειώσει την εξάρτηση της ΕΕ από αμερικανικούς παρόχους όπως η Visa και η Mastercard.

Ωστόσο, παρά τις προσπάθειες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) να διασφαλίσει την ιδιωτικότητα, την ασφάλεια και την προσβασιμότητα, ορισμένοι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής παραμένουν αμφίβολοι για τον σχεδιασμό και την αναγκαιότητά της.

Την περασμένη Παρασκευή, οι υπουργοί Οικονομικών της ΕΕ που συναντήθηκαν στην Κοπεγχάγη συμφώνησαν για τα επόμενα βήματα προς την έναρξη του ψηφιακού ευρώ. Σύμφωνα με τον νέο συμβιβασμό, οι υπουργοί θα έχουν λόγο για το εάν θα εκδοθεί το νόμισμα και για το μέγιστο ποσό ψηφιακών ευρώ που μπορούν να κατέχουν οι κάτοικοι — μια δικλείδα ασφαλείας που αποσκοπεί στην άμβλυνση των φόβων για μαζική κατάθεση τραπεζικών καταθέσεων.

«Ένα σημαντικό στοιχείο του συμβιβασμού στον οποίο καταλήξαμε είναι ότι πριν η ΕΚΤ λάβει τελική απόφαση σχετικά με την έκδοση, θα υπάρξει η ευκαιρία για συζήτηση στο Συμβούλιο των υπουργών σχετικά με το πώς θα προχωρήσει το έργο», δήλωσε ο πρόεδρος του Eurogroup, Paschal Donohoe, σε δημοσιογράφους στην Κοπεγχάγη.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε για πρώτη φορά νομοθεσία για το ψηφιακό ευρώ τον Ιούνιο του 2023, αλλά το σχέδιο εξακολουθεί να απαιτεί την έγκριση τόσο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου όσο και του Συμβουλίου.

Μόλις εγκριθεί, η ΕΚΤ θα αποφασίσει εάν θα προχωρήσει, κάτι που θα ενεργοποιήσει μια προπαρασκευαστική φάση που θα διαρκέσει περίπου δυόμισι χρόνια.

Επί του παρόντος, μόνο επτά από τις 20 χώρες της ευρωζώνης λειτουργούν εθνικό σύστημα καρτών, αφήνοντας τις υπόλοιπες εξαρτώμενες από διεθνείς παρόχους.

«Το ψηφιακό ευρώ δεν είναι απλώς ένα μέσο πληρωμής, είναι επίσης μια πολιτική δήλωση σχετικά με την κυριαρχία της Ευρώπης και την ικανότητά της να χειρίζεται τις πληρωμές, μεταξύ άλλων σε διασυνοριακή βάση, με μια ευρωπαϊκή υποδομή και λύση», δήλωσε η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, σε συνέντευξη Τύπου στην Κοπεγχάγη.

«Αυτός (ο συμβιβασμός) ήταν ένα καλό βήμα προς την κατεύθυνση που ελπίζουμε ότι θα ολοκληρωθεί το συντομότερο δυνατό», πρόσθεσε.

Σύμφωνα με το μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ, Πιέρο Τσιπολόνε, το ψηφιακό ευρώ θα μπορούσε να κυκλοφορήσει ήδη από τα μέσα του 2029.

Πυκνώνουν τα σύννεφα στη Γερμανική οικονομία – Υποχωρεί το επιχειρηματικό κλίμα, για πρώτη φορά από τον Απρίλιο

«Δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο: Η χώρα μας πρέπει να νιώσει τώρα ότι τα πράγματα βελτιώνονται», δήλωσε ο καγκελάριοςς Φρίντριχ Μετς.

    Το επιχειρηματικό κλίμα στη Γερμανία υποχώρησε για πρώτη φορά από τον Απρίλιο, με τον δείκτη Ifo να πέφτει στις 89,7 μονάδες, ενώ οι εξαγωγές πιέζονται από τους δασμούς του Τραμπ...


Το επιχειρηματικό κλίμα στη Γερμανία σημείωσε απροσδόκητη πτώση τον Σεπτέμβριο, ενισχύοντας τις αυξανόμενες ανησυχίες των γερμανικών επιχειρήσεων ότι η κυβέρνηση του καγκελαρίου Φρίντριχ Μερτς δεν θα επιτύχει την οικονομική ανάκαμψη που έχει υποσχεθεί.

Το ινστιτούτο Ifo ανακοίνωσε ότι ο δείκτης επιχειρηματικού κλίματος υποχώρησε στα 87,7 τον Σεπτέμβριο από τα αναθεωρημένα 88,9. Οι αναλυτές ανέμεναν ότι ο δείκτης θα παρουσίαζε μικρή άνοδο, λόγω των προσδοκιών για ένα επερχόμενο μαζικό δημοσιονομικό πακέτο τόνωσης της οικονομίας.

Η έρευνα δημοσιεύθηκε την ώρα που ο Μερτς βρισκόταν στο Βερολίνο για να ξεκινήσει την πρώτη μεγάλη συζήτηση του Bundestag για τον προϋπολογισμό του 2026. Σε μια ομιλία που επικεντρώθηκε κυρίως στην ανάγκη αύξησης των δαπανών για θέματα άμυνας και ασφάλειας, ο Γερμανός Καγκελάριος αναφέρθηκε επίσης στα πρώτα βήματα για τη μείωση των τιμών της ενέργειας στη Γερμανία και στην πρόθεσή του να περιορίσει τη γραφειοκρατία.

«Δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο: Η χώρα μας πρέπει να νιώσει τώρα ότι τα πράγματα βελτιώνονται», δήλωσε ο Μετς.

Μείωση προσδοκιών

Για τις επιχειρήσεις, ωστόσο, αυτό φαίνεται να αργεί πολύ. Η έρευνα του Ifo έδειξε ότι όχι μόνο οι εταιρείες ήταν λιγότερο ευχαριστημένες με την τρέχουσα δραστηριότητά τους, αλλά ότι οι προσδοκίες είχαν επίσης μειωθεί αισθητά.

Η είδηση ​​έρχεται μετά από μια άλλη έρευνα της Τρίτης: τον Δείκτη Διευθυντών Προμηθειών της S&P Global. Η έρευνα έδειξε ότι ο ιδιωτικός τομέας της Γερμανίας αναπτύσσεται με τον ταχύτερο ρυθμό σε περισσότερο από ένα χρόνο – αλλά έθεσε υπό αμφισβήτηση τη βιωσιμότητα αυτής της ανάκαμψης, καθώς οι νέες παραγγελίες μειώθηκαν τόσο στις υπηρεσίες όσο και στη μεταποίηση.

Η εμπιστοσύνη στην ικανότητα των Χριστιανοδημοκρατών και των Σοσιαλιστών να επαναφέρουν τη γερμανική οικονομία σε ανάπτυξη συνεχίζει να μειώνεται. Ενώ το 43% πίστευε ότι αυτό ίσχυε τον Μάιο, μέχρι τα μέσα Σεπτεμβρίου το ποσοστό αυτό είχε μειωθεί σε 28%.
© all rights reserved
customized with από: antikry.gr