Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΟΨΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΟΨΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Προκόπης Παυλόπουλος / «Η ευθεία σύμπραξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην διαδικασία οριοθέτησης της Ευρωπαϊκής Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης

 «Είναι θεσμικώς αυτονόητο ότι η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) των Κρατών-Μελών είναι και ΑΟΖ της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης», τονίζει στο πρόλογο του άρθρου του ο πρώην πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, Προκόπης Παυλόπουλος.


    Στο άρθρο που ακολουθεί ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Πανεπιστημιακός, Προκόπης Παυλόπουλος, προτείνει την σύμπραξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην όλη διαδικασία οριοθέτησης της ΑΟΖ κάθε Κράτους-Μέλους κυρίως με τρίτα προς αυτήν Κράτη, δοθέντος ότι δεν έχει, από πλευράς έννομων συνεπειών, την ίδια νομική σημασία και αξία η σύμπραξή της και στην διαδικασία οριοθέτησης της ΑΟΖ μεταξύ Κρατών-Μελών, όπως συνέβη προσφάτως με την συμφωνία μεταξύ Ελλάδας-Ιταλίας.

 


Δικαίου της Θάλασσας του ΟΗΕ εις βάρος της Κυριαρχίας και των Κυριαρχικών Δικαιωμάτων της Ελλάδας η Χώρα μας όφειλε να θέσει το ζήτημα πρωτίστως σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, δοθέντος ότι τέτοιες παραβιάσεις αφορούν και οιονεί Κυριαρχικά Δικαιώματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Στις 25/6/2020, και ενόψει των μεγάλων ερωτηματικών που δημιουργούσε η μάλλον πρόχειρα προετοιμασμένη τότε πρωτοβουλία των «Διερευνητικών Επαφών» με την Τουρκία, ο πρώην ΠτΔ και Ακαδημαϊκός κ. Προκόπης Παυλόπουλος είχε δημοσιεύσει ένα άρθρο του με τίτλο: «Η ευθεία σύμπραξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην διαδικασία οριοθέτησης της Ευρωπαϊκής Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης». Στο άρθρο αυτό ο κ. Παυλόπουλος τόνιζε ότι σε περίπτωση που η Τουρκία συνεχίσει τις παραβιάσεις του Δικαίου της Θάλασσας του ΟΗΕ εις βάρος της Κυριαρχίας και των Κυριαρχικών Δικαιωμάτων της Ελλάδας η Χώρα μας όφειλε να θέσει το ζήτημα πρωτίστως σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, δοθέντος ότι τέτοιες παραβιάσεις αφορούν και οιονεί Κυριαρχικά Δικαιώματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 

Το άρθρο αυτό δίνει και σήμερα την λύση για την αντιμετώπιση των νέων προκλήσεων της Τουρκίας στο Αιγαίο προτείνοντας να στραφεί η Ελλάδα αμέσως προς τα κορυφαία όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, Ευρωπαϊκή Επιτροπή) ώστε και αυτά να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Με αυτό το σκεπτικό αναδημοσιεύουμε το ως άνω άρθρο του κ. Παυλόπουλου. (Επισημαίνεται ότι το άρθρο συμπεριλαμβάνεται στην 4η έκδοση του βιβλίου του κ. Παυλόπουλου «Μελέτες για τα Εθνικά Θέματα και το Κυπριακό Ζήτημα», σελ. 289 επ.)

Πρόλογος

Είναι θεσμικώς αυτονόητο ότι η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) των Κρατών-Μελών είναι και ΑΟΖ της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και υπ’ αυτό το πρίσμα τίθεται το νομικό -και, κατ’ επέκταση, πολιτικό- ζήτημα της δυνατότητας και της μορφής σύμπραξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην όλη διαδικασία οριοθέτησης της ΑΟΖ κάθε Κράτους-Μέλους κυρίως με τρίτα προς αυτήν Κράτη, δοθέντος ότι δεν έχει, από πλευράς έννομων συνεπειών, την ίδια νομική σημασία και αξία η σύμπραξή της και στην διαδικασία οριοθέτησης της ΑΟΖ μεταξύ Κρατών-Μελών, όπως συνέβη προσφάτως με την συμφωνία μεταξύ Ελλάδας-Ιταλίας.

Α. Για ν’ αναχθούμε, υπό αυστηρώς νομικούς όρους, στην γενική θεωρία του Δημόσιου Δικαίου, οι μεταξύ των Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης συμφωνίες οριοθέτησης της ΑΟΖ λειτουργούν «ενδοστρεφώς», ήτοι εντός του πεδίου της Ευρωπαϊκής Έννομης Τάξης και του Διεθνούς Δικαίου -εν προκειμένω της «Σύμβασης του Montego Bay», που αποτελεί μέρος του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου κατά τα εκτιθέμενα στην συνέχεια- οπότε η αυτοτελής σύμπραξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε αυτές παρίσταται, κανονιστικώς, σχεδόν δευτερεύουσα. Πολλώ μάλλον όταν τα επιμέρους αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν, ούτως ή άλλως, υποχρέωση εποπτείας της lege artis -δηλαδή σύμφωνα με το σύνολο του Ευρωπαϊκού Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου- κατάρτισης και εφαρμογής των ως άνω συμφωνιών οριοθέτησης της ΑΟΖ, με αντισυμβαλλόμενα μέρη Κράτη-Μέλη της. Επιπλέον, και όπως ήδη υπονοήθηκε, η σύμπραξη αυτή της Ευρωπαϊκής Ένωσης νοείται στο σύνολο της διαδικασίας οριοθέτησης της ΑΟΖ με τα τρίτα Κράτη, ήτοι από το προκαταρκτικό στάδιο του προσδιορισμού των εκατέρωθεν ακτών ως το κύριο στάδιο, που καταλήγει στην σύναψη της αντίστοιχης συμφωνίας, ύστερα από την χάραξη, αναλόγως, της μέσης γραμμής ή της μέσης απόστασης μεταξύ των Κρατών, από την εξέταση της ιδιομορφίας της ad hoc περιοχής και από την εντεύθεν αναζήτηση της, επίσης ad hoc, δίκαιης λύσης.

Β. Η ανάλυση του ζητήματος μιας τέτοιας σύμπραξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην οριοθέτηση της Ευρωπαϊκής ΑΟΖ καθίσταται εξαιρετικά επίκαιρη κατά την σημερινή κρίσιμη συγκυρία. Τούτο οφείλεται στο ότι πολλαπλασιάζονται, και δη γεωμετρικώς, κυρίως από την πλευρά της Τουρκίας, τα «κρούσματα» αυθαίρετης ερμηνείας της «Σύμβασης του Montego Bay», δημιουργώντας έναν άκρως ορατό και διαβρωτικό κίνδυνο υπό δύο, μάλιστα επόψεις, οι οποίες επενεργούν συμπληρωματικώς: Πρώτον, υπό την έποψη του αυθαίρετου περιορισμού της ΑΟΖ Κρατών-Μελών -δηλαδή της Ελλάδας και της Κύπρου- και, συνακόλουθα, της ΑΟΖ της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και, δεύτερον, υπό την έποψη -σε περίπτωση ανοχής έστω και μίας αυθαιρεσίας εν προκειμένω- της δημιουργίας αρνητικού προηγουμένου, ικανού να πλήξει την οριοθέτηση της ως άνω ΑΟΖ σε όλο το φάσμα του θαλάσσιου χώρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

I. Η προσχώρηση στην «Σύμβαση του Montego Bay».

Η υπό τις προμνημονευόμενες προϋποθέσεις σύμπραξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην οριοθέτηση της ΑΟΖ των Κρατών-Μελών με τρίτα Κράτη πρέπει να ερευνάται, βεβαίως, υπό το φως της αυτοτελούς νομικής προσωπικότητάς της. Kαι τούτο διότι η Ευρωπαϊκή Ένωση, κατά την διάταξη του άρθρου 47 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΕΕ), έχει δική της νομική προσωπικότητα, η οποία την καθιστά αυτοτελή νομική οντότητα. Στο σημείο αυτό είναι χρήσιμο να επισημανθεί ότι ούτε στο πλαίσιο της θεωρίας ούτε στο πλαίσιο της νομολογίας, τόσο του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και των Δικαστηρίων των Κρατών-Μελών, έχουν αναδειχθεί επαρκώς οι νομικές και πολιτικές επιπτώσεις και, πρωτίστως, τα πλεονεκτήματα, που η αυτοτελής νομική οντότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης παράγει προς όφελός της και προς όφελος των Κρατών-Μελών. Ιδίως δε προς την κατεύθυνση της επιτάχυνσης της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης και, επέκεινα, της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης.

A. Η νομική προσωπικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η διάταξη αυτή, λοιπόν, του άρθρου 47 της ΣΕΕ θεσπίζει και διακηρύσσει την ανεξάρτητη και αυτοτελή νομική οντότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πέραν της νομικής οντότητας των Κρατών-Μελών.

1. Η διάταξη του άρθρου 47 της ΣΕΕ αποκτά βαρύνουσα σημασία κυρίως κατά την δράση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο πλαίσιο της Διεθνούς Κοινότητας, πάντοτε όμως υπό το πρίσμα των σχετικών αρμοδιοτήτων που της αναγνωρίζονται στο πεδίο αυτό από τις επιμέρους διατάξεις κατ’ εξοχήν των Συνθηκών, κατ’ ουσίαν δε από το πρωτογενές Ευρωπαϊκό Δίκαιο στο σύνολό του. Βαρύνουσα σημασία, υπό την έννοια ότι η αυτοτελής νομική οντότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης της παρέχει τα μέσα και τα εχέγγυα να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στο πεδίο της Διεθνούς Κοινότητας και, κατ’ επέκταση, του διεθνούς γίγνεσθαι.

2. Ειδικότερα, στο πεδίο τούτο η αυτοτελής νομική προσωπικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης της επιτρέπει να διαπραγματεύεται και να συνάπτει Διεθνείς Συμβάσεις, να προσχωρεί σε Διεθνείς Συμβάσεις -εφόσον είναι, κατά την φύση τους, συμβάσεις προσχώρησης- και να καθίσταται μέλος Διεθνών Οργανισμών. Μέσα σε αυτό το θεσμικό πλαίσιο, η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι, ως προς τις συγκεκριμένες αρμοδιότητες που της απονέμει η Έννομη Τάξη της, αυτοτελές μέλος της Διεθνούς Κοινότητας. Αυτός είναι ο λόγος, για τον οποίο τονίσθηκε προηγουμένως ότι η αυτοτελής νομική οντότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης την καθιστά ρυθμιστικό παράγοντα στο πεδίο της Διεθνούς Κοινότητας, κάτι το οποίο δεν είναι σε θέση να διασφαλίσει ένα Κράτος-Μέλος μονομερώς, όποιο και αν είναι το «ειδικό βάρος» του εντός του Ευρωπαϊκού Οικοδομήματος.

Β. Η Ευρωπαϊκή Ένωση ως μέλος της Διεθνούς Κοινότητας.

Το κατά τ’ ανωτέρω θεσμικό πλαίσιο επέτρεψε στην Ευρωπαϊκή Ένωση να προσχωρήσει, αυτοτελώς ως νομικό πρόσωπο και πέραν των Κρατών-Μελών, στην Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας, τον Απρίλιο του 1998.

1. Η Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών -γνωστή και ως «Σύμβαση του Montego Bay»- (“UNCLOS”, «United Nations Convention of the Law of the Sea») συνήφθη στις 10 Δεκεμβρίου 1982 κατά την Διάσκεψη του Montego Bay, στην Τζαμάικα, και τέθηκε σε πλήρη ισχύ στις 16 Δεκεμβρίου 1994. Η «Σύμβαση του Montego Bay» κωδικοποίησε και συμπλήρωσε, ουσιωδώς, προϊσχύουσες αποσπασματικές ρυθμίσεις ως προς το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας εν γένει. Σύμφωνα δε με την νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, και λόγω της σταδιακής προσχώρησης σε αυτήν μεγάλου αριθμού Κρατών-Μελών της Διεθνούς Κοινότητας, δεσμεύει, στο ακέραιο, και Κράτη τα οποία δεν έχουν προσχωρήσει σε αυτήν. Η ως άνω δέσμευση επέρχεται είτε κατ’ εθιμικούς κανόνες του Διεθνούς Δικαίου είτε -όπερ και νομικώς ορθότερο- με την μορφή γενικώς παραδεδεγμένων κανόνων του Διεθνούς Δικαίου, πάντοτε υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις της νομολογίας του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης.

2. Το νομικό πλαίσιο της «Σύμβασης του Montego Bay» θέτει κανόνες για την χρήση των θαλασσών και των ωκεανών, για την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος και για την διαχείριση του θαλάσσιου πλούτου, θεωρώντας -και ορθώς- ότι τα σχετικά με την θάλασσα ζητήματα είναι αλληλένδετα και αλληλοεξαρτώμενα, άρα πρέπει ν’ αντιμετωπίζονται ρυθμιστικώς με την μέθοδο της ολιστικής συστημικής κατάστρωσης των οικείων κανόνων δικαίου και του μέσω αυτών διαμορφούμενου κανονιστικού πλαισίου. Μια τέτοια ολιστική συστημική κατάστρωση ενισχύει, οπωσδήποτε, το κύρος και την ισχύ του Δικαίου της Θάλασσας εν γένει, όταν μάλιστα είναι γνωστό πως, κατά την φύση του ρυθμιζόμενου αντικειμένου στην συγκεκριμένη περίπτωση, οι επιμέρους κανόνες δικαίου εμφανίζουν μεγάλες κανονιστικές αδυναμίες, και λόγω της, οιονεί «φυσικής», γενικότητάς τους αλλά και λόγω της πανσπερμίας των περιπτώσεων, τις οποίες καλούνται να πλαισιώσουν ρυθμιστικώς.

ΙΙ. Η εφαρμογή της «Σύμβασης του Montego Bay».

Μετά την προμνημονευόμενη προσχώρηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τον Απρίλιο του 1998, στην «Σύμβαση του Montego Bay», το δίκαιο που αυτή καθιερώνει κατέστη, αυτοθρόως, μέρος του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου («Acquis Communautaire»). Άρα, το δίκαιο αυτό πρέπει να γίνεται σεβαστό από την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση, απ’ όλα τα Κράτη-Μέλη της αλλά, επιπροσθέτως, και από τα τρίτα Ευρωπαϊκά Κράτη που επιδιώκουν την ένταξή τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Α. Η «Σύμβαση του Montego Bay» ως αναπόσπαστο μέρος του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου.

Με άλλες λέξεις και πέραν των άλλων, ουδέν υποψήφιο προς ένταξη Ευρωπαϊκό Κράτος μπορεί να καταστεί μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης αν -φυσικά τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων- δεν έχει, προηγουμένως, προσχωρήσει και στην «Σύμβαση του Montego Bay». Τούτο έχει καθοριστική σημασία για την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας, η οποία όχι μόνο δεν έχει προσχωρήσει στην «Σύμβαση του Montego Bay», αλλά τα τελευταία ιδίως χρόνια την αμφισβητεί ευθέως, ερμηνεύοντας τις διατάξεις της κατά το δοκούν και κατά τρόπο που τις παραβιάζει καταφώρως, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την ερμηνεία των διατάξεών της, οι οποίες αφορούν την οριοθέτηση της ΑΟΖ. Επιπροσθέτως, η Ευρωπαϊκή Ένωση -αλλά τόσον ο ΟΗΕ όσο και η Διεθνής Κοινότητα- δεν επιτρέπεται να παραβλέπουν ότι η Τουρκία, σε όλο το φάσμα εφαρμογής του Δικαίου της Θάλασσας -είτε αυτό αφορά την αιγιαλίτιδα ζώνη, είτε την υφαλοκρηπίδα είτε και την ΑΟΖ- έχει καταστήσει, αμέσως ή εμμέσως, σαφές πως δεν το αναγνωρίζει, μεταξύ άλλων και ως βάση για την προσφυγή στα διεθνή δικαστικά fora. Με κορυφαίο παράδειγμα το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, ως προς την επίλυση των διαφορών της με τα γειτονικά της Κράτη. Υπό τις συνθήκες αυτές η Διεθνής Κοινότητα και η Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν χρέος ν’ αντιληφθούν ότι η Τουρκία συμπεριφέρεται ως κοινός υπονομευτής του Διεθνούς Δικαίου, έχοντας ως μόνο γνώμονα συμπεριφοράς την πραγμάτωση των «νεοοθωμανικών» της φαντασιώσεων.

1. Για να επανέλθουμε στο πεδίο της εν προκειμένω γενικής ανάλυσης, οι διατάξεις του άρθρου 49 της ΣΕΕ καθορίζουν τις γενικές αρχές, υπό τις οποίες ένα τρίτο Ευρωπαϊκό Κράτος μπορεί να υποβάλει υποψηφιότητα για να καταστεί μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κατ’ εφαρμογή των διατάξεων αυτών εκδόθηκε, στην Σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του 1993 στην Κοπεγχάγη, η Πράξη που καθορίζει τα κριτήρια προσχώρησης τρίτων Ευρωπαϊκών Κρατών στην Ευρωπαϊκή Ένωση («Κριτήρια της Κοπεγχάγης»), με τις τροποποιήσεις, τις οποίες υπέστη μεταγενεστέρως, κυρίως δε κατά την Σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στην Μαδρίτη, το 1995. Αλλά και με τις τροποποιήσεις οι οποίες, όπως είναι αναμενόμενο, θα επέλθουν στο μέλλον, εξαιτίας της ραγδαίας μεταβολής των συνθηκών, που διαμορφώνουν τις εξελίξεις ως προς τις προϋποθέσεις για την περαιτέρω διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δοθέντος μάλιστα ότι οι προϋποθέσεις αυτές θα γίνονται ολοένα και αυστηρότερες αφού, με βάση την σημερινή συγκυρία και το μέλλον που προοιωνίζεται, η διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να επιχειρείται δίχως να θιγεί, ούτε κατ’ ελάχιστο, η τόσον επιτακτική προοπτική της άμεσης προώθησης της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης και, κατά λογική ακολουθία, της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης.

2. Οι διατάξεις του άρθρου 6 της ως άνω Πράξης περί των «Κριτηρίων της Κοπεγχάγης» ορίζει ότι, μεταξύ των άλλων προϋποθέσεων προσχώρησης, περιλαμβάνεται και η προηγούμενη προσχώρηση κάθε υποψήφιου Κράτους στις Διεθνείς Συμβάσεις προσχώρησης, που ήδη αποτελούν μέρος του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου. Όπως δε αναλύθηκε εκτενώς, μέρος του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου είναι και η «Σύμβαση του Montego Bay». Γεγονός το οποίο τεκμηριώνει το προμνημονευόμενο συμπέρασμα, πως κάθε υποψήφιο προς ένταξη Ευρωπαϊκό Κράτος πρέπει, πριν την ολοκλήρωση της διαδικασίας ένταξης, να έχει προσχωρήσει και στην «Σύμβαση του Montego Bay». Και δεν πρέπει, κατ’ ουδένα τρόπο, να υποτιμάται το γεγονός ότι η οριοθέτηση της Ευρωπαϊκής ΑΟΖ, υπό όρους πλήρους εφαρμογής της «Σύμβασης του Montego Bay», συνιστά conditio sine qua non όχι μόνο για την οικονομική «ευρωστία» της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και για το ίδιο το διεθνές της κύρος. Αφού κάθε ανοχή, εκ μέρους της, σε αυθαίρετους περιορισμούς των κατά το Δίκαιο της Θάλασσας δικαιωμάτων της αποτελεί δείγμα αδυναμίας υπεράσπισης και του Διεθνούς Δικαίου, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου.

Β. Η διαδικασία οριοθέτησης της Ευρωπαϊκής ΑΟΖ.

Από τα όσα εκτέθηκαν για την εφαρμογή της «Σύμβασης του Montego Bay», εντός της Έννομης Τάξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την μορφή μέρους του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου, συνάγονται και τα εξής:

1. Η οριοθέτηση της ΑΟΖ μεταξύ Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τρίτου προς αυτήν Κράτους, γίνεται πάντοτε σύμφωνα με τις διατάξεις της «Σύμβασης του Montego Bay». Μετά δε την ολοκλήρωση της όλης διαδικασίας οριοθέτησης και την σύναψη της σχετικής συμφωνίας, η κατ’ αυτόν τον τρόπο προκύπτουσα θεσμικώς ΑΟΖ καθίσταται και ΑΟΖ της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Έχοντας όμως προσχωρήσει και αυτοτελώς, ως νομικό πρόσωπο, στην «Σύμβαση του Montego Bay», η Ευρωπαϊκή Ένωση προφανώς νομιμοποιείται, επικαλούμενη ίδιο έννομο συμφέρον, να συμμετέχει, επίσης αυτοτελώς, στην όλη διαδικασία οριοθέτησης της ΑΟΖ -ήτοι σε όλα τα προαναφερθέντα στάδια της διαδικασίας, ως και στην ολοκλήρωση της τελικής συμφωνίας δια της υπογραφής της- μεταξύ Κράτους-Μέλους και τρίτου, μη μέλους, Κράτους.

α) Διευκρινίζεται, ότι τον κύριο ρόλο στην τελική διαμόρφωση της συμφωνίας οριοθέτησης της ΑΟΖ διαδραματίζει πάντοτε το Κράτος-Μέλος, στο πλαίσιο άσκησης των lato sensu κυριαρχικών του δικαιωμάτων, ιδίως κατά τις διατάξεις των άρθρων 4 και 5 της ΣΕΕ. Γεγονός το οποίο συνεπάγεται ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση, ως νομικό πρόσωπο που συμμετέχει στην όλη διαδικασία οριοθέτησης της ΑΟΖ, ουδόλως νομιμοποιείται να διατυπώσει θέσεις αντίθετες προς εκείνες του Κράτους-Μέλους, πολλώ δε μάλλον να το υποκαταστήσει, αμέσως ή εμμέσως. Και είναι εντελώς διαφορετικό το ζήτημα του πλήρους σεβασμού των αρχών της καλόπιστης συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Κρατών-Μελών, κυρίως κατά τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 3 της ΣΕΕ, οι οποίες βεβαίως και δεν θίγουν τα κατά το πρωτογενές Ευρωπαϊκό Δίκαιο δικαιώματα κάθε Κράτους-Μέλους.

β) Η προαναφερόμενη σύμπραξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην όλη διαδικασία οριοθέτησης της ΑΟΖ των Κρατών-Μελών προϋποθέτει, κατά τις σχετικές διατάξεις του Διεθνούς Δικαίου, συναίνεση του τρίτου Κράτους, η οποία, κατά την τελεολογική και bona fide ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων τούτων, πρέπει να παρέχεται στην αρχή και καλύπτει όλα τα στάδια της ως άνω διαδικασίας. Να σημειωθεί, ότι θα είναι δύσκολο να μην παρασχεθεί εκ μέρους του τρίτου Κράτους η κατά τ’ ανωτέρω συναίνεσή του, όταν είναι γνωστό το διεθνές κύρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατ’ εξοχήν δε αν το τρίτο Κράτος είναι υποψήφιο ή σκοπεύει να θέσει υποψηφιότητα προς ένταξη σε αυτήν, ως Ευρωπαϊκό Κράτος. Και τούτο διότι απέναντι σε μια τέτοια αρνητική στάση του τρίτου Ευρωπαϊκού Κράτους, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει κάθε δικαίωμα να καταστήσει σαφές πως η αντίδρασή του αυτή επιφέρει όλες τις συνέπειες, τις οποίες παράγει η κάθε μορφής, άμεση ή έμμεση, αμφισβήτηση του κύρους της και των κατά το Ευρωπαϊκό και το Διεθνές Δίκαιο δικαιωμάτων της.

2. Στην πραγματικότητα, η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει, και για την υπεράσπιση των δικών της έννομων συμφερόντων ως αυτοτελούς νομικού προσώπου, να επιδιώκει την σύμπραξή της στην διαδικασία οριοθέτησης της ΑΟΖ -που, αυτονοήτως, είναι και Ευρωπαϊκή ΑΟΖ- μεταξύ Κράτους-Μέλους της και τρίτου Κράτους. Πολλώ μάλλον όταν μια τέτοια σύμπραξη προσθέτει στο κύρος και στην δεσμευτικότητα των σχετικών συμφωνιών οριοθέτησης της ΑΟΖ, αφού και κατά την διαδικασία οριοθέτησης αλλά και κατά την μεταγενέστερη εφαρμογή των συμφωνηθέντων η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να προβάλλει το δικό της ενισχυμένο θεσμικό και πολιτικό βάρος, ως προς την εν προκειμένω τήρηση των διατάξεων του Διεθνούς Δικαίου εν γένει, πρωτίστως όμως των διατάξεων της «Σύμβασης του Montego Bay». Αλλά, υπό το φως των διαπιστώσεων αυτών, και κάθε Κράτος-Μέλος έχει αυτονόητο συμφέρον να επιδιώκει την σύμπραξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην διαδικασία οριοθέτησης της ΑΟΖ με τρίτο Κράτος, με την έννοια ότι μια τέτοια σύμπραξη είναι ιδιαιτέρως ενισχυτική για το Κράτος-Μέλος και κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων.

Επίλογος

Την οδό της απαίτησης της ευθείας σύμπραξης -υπό τους όρους που αναλύθηκαν προηγουμένως- της Ευρωπαϊκής Ένωσης οφείλουν ν’ ακολουθήσουν, ιδίως η Ελλάδα και η Κύπρος, κατά την οριοθέτηση της ΑΟΖ, π.χ. με την Αίγυπτο, το Ισραήλ και, κυρίως, με την Τουρκία, όταν μάλιστα η τελευταία, όπως ήδη τονίσθηκε, φιλοδοξεί να έχει ευρωπαϊκή προοπτική ή, τουλάχιστον, να συνάψει μια ειδική σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση, φυσικά υπό τις προϋποθέσεις του Ευρωπαϊκού Δικαίου, πρωτογενούς και παραγώγου.

Α. Αν μη τι άλλο, υπό την σημερινή εξαιρετικά κρίσιμη συγκυρία η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει ν’ αναλάβει απέναντι στην Τουρκία και τις δικές της ευθύνες, όταν η τελευταία παραβιάζει -όπως ήδη επισημάνθηκε- καταφώρως το Διεθνές Δίκαιο και, πρωτίστως, την «Σύμβαση του Montego Bay» ως προς την οριοθέτηση της ΑΟΖ Κρατών-Μελών της. Δηλαδή, εν τέλει, ως προς την οριοθέτηση της Ευρωπαϊκής ΑΟΖ. Το παράδειγμα του παντελώς ανυπόστατου νομικώς -και, εκ τούτου, μη παράγοντος έννομα αποτελέσματα- λεγόμενου «τουρκολιβυκού μνημονίου» βεβαιώνει του λόγου το ασφαλές: Και γιατί το «μνημόνιο» αυτό παραβιάζει, προκλητικώς μάλιστα, την «Σύμβαση του Montego Bay» και γιατί μπορεί να δημιουργήσει, αν εφαρμοσθεί ως έχει, ένα εξαιρετικά αρνητικό προηγούμενο για την ΑΟΖ των Κρατών-Μελών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε όλο το φάσμα των θαλάσσιων περιοχών του Ευρωπαϊκού χώρου, ιδίως δε στις βόρειες θαλάσσιες περιοχές της, με τις επιπρόσθετες συνέπειες του Brexit.

Β. Και, εν κατακλείδι, η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να έχει προ οφθαλμών την εξής πραγματικότητα, σχετικά με την ΑΟΖ στον θαλάσσιο χώρο της Μεσογείου: Μέσω της πίεσης προς την Ελλάδα και την Κύπρο, ως προς την οριοθέτηση της ΑΟΖ που τους αναλογεί κατά την «Σύμβαση του Montego Bay» -άρα ως προς την οριοθέτηση της ΑΟΖ της Ευρωπαϊκής Ένωσης- η Τουρκία επιδιώκει, στο πλαίσιο των «νεοοθωμανικών» της φαντασιώσεων, να καταστεί ρυθμιστικός «παράγοντας» στην ανατολική Μεσόγειο και στην Μέση Ανατολή, «ισότιμος συνομιλητής» με τις ΗΠΑ, την Ρωσία αλλά και με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Με άλλες λέξεις, «παράγοντας» ο οποίος, επιχειρώντας να υποβαθμίσει, από πλευράς Διεθνούς Δικαίου, την Ελλάδα και την Κύπρο, «συνομιλεί» ευθέως με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Γεγονός το οποίο, βεβαίως, κάθε άλλο παρά ενισχύει το κύρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την στρατηγική της επιρροή στην όλη περιοχή, κάτι που πρέπει να λάβουν πολύ σοβαρά υπόψη τους και τα ισχυρά Κράτη-Μέλη τα οποία, ως τώρα, δυστυχώς ανέχονται την τουρκική προκλητικότητα. Αλλά και κάτι που επίσης πρέπει να λάβουν σοβαρά υπόψη τους τρίτα Κράτη, όπως η Αίγυπτος και το Ισραήλ, τα οποία, κατά τις συζητήσεις με την Ελλάδα και την Κύπρο για την οριοθέτηση της ΑΟΖ εμφανίζονται, τουλάχιστον προς το παρόν, κάπως διστακτικά στο ν’ αντιτάξουν, έναντι της Τουρκίας, την πλήρη και χωρίς ίχνος υποχώρησης εφαρμογή της «Σύμβασης του Montego Bay». Ευτυχώς, Ελλάδα και Κύπρος έχουν καταστήσει σαφές, urbi et orbi, ότι δεν πρόκειται ν’ ανεχθούν, έναντι πάντων και κυρίως έναντι της Τουρκίας, οιαδήποτε «έκπτωση» ως προς τα πλήρη δικαιώματα που τους παρέχει η «Σύμβαση του Montego Bay» για την οριοθέτηση της ΑΟΖ, η οποία τους αναλογεί και, εν τέλει, αναλογεί και στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

*Ο Προκόπης Παυλόπουλος είναι πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός, Πανεπιστημιακός)

αναδημοσίευση από dnews.gr
επιμέλεια: Σπύρος Γκανής

Νοσεί το πολιτικό σύστημα; Νοσεί βαριά!

Στην ουσία –και δεν πρέπει να το ξεχνάμε– τη χώρα τη διεύθυνε απευθείας η τρόικα. Τα τρία κόμματα (ΣΥΡΙΖΑ-Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ) υπερψήφισαν μαζί το 3ο μνημόνιο στη Βουλή τον Αύγουστο του 2015, και η πραγματική κυβέρνηση εγκαταστάθηκε στο Χίλτον...

Οι επόμενες εκλογές δεν θα δώσουν κυβέρνηση, και θα χρειαστεί είτε να συνεργαστούν κόμματα για να στήσουν μια κυβέρνηση συνεργασίας, είτε να πάμε σε νέες εκλογές (που είναι και το πιθανότερο). Το ίδιο πιθανό είναι να υπάρξουν ανακατατάξεις στο χώρο της Ν.Δ., ακόμα και με αλλαγή ηγεσίας, ενώ κανένα (ξανά: κανένα) κόμμα δεν έχει ρεύμα, δεν παρουσιάζει τάσεις ανόδου ή δυνατότητα να δημιουργήσει την έκπληξη.




Ρούντι Ρινάλντι*

Πρόσφατα, σε μια ανάρτησή μου στο f/b σχετικά με μια «ομολογία» του Αλέξη Τσίπρα για το πώς βλέπει την «ισορροπία του πολιτικού συστήματος» και πώς θέλει να συμβάλει θετικά σε αυτό, δέχτηκα ορισμένες κριτικές. Κατά τη γνώμη μου οι κριτικές αυτές δεν μπορούν να αντιληφθούν το πρόβλημα που έχει το πολιτικό σύστημα στο σύνολό του, και δεν βλέπουν καθαρά τις εξελίξεις που κυοφορούνται.

Ας τα βάλουμε όμως σε μία τάξη. Τι είπε ο Αλέξης Τσίπρας σε ανοικτή εκδήλωση στο Περιστέρι (9/7/2026); «Είμαστε εδώ για να δώσουμε ισορροπία στο πολιτικό σύστημα. Το πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς δύο πόλους. Που θα ανταγωνίζονται και, όταν ο ένας θα είναι στην διακυβέρνηση, ό άλλος θα ασκεί ισχυρή αντιπολίτευση. Σήμερα, η αλαζονεία του Μητσοτάκη οφείλεται σε αυτό το κενό». Είναι μια σχετικά σπάνια ομολογία ενός σχεδιασμού που συζητείται μέσα στους κύκλους του συστήματος. Πριμοδοτείται η δημιουργία, η ανασύνταξη ενός διπολικού-δικομματικού συστήματος ως το προσφορότερο για την εύρυθμη λειτουργία του. Πίσω από τις ρητορικές και τις σικέ αντιπαραθέσεις εντός του πλαισίου του μεταπρατικού εξαρτημένου μοντέλου, επιχειρείται μια αναμόρφωση του πολιτικού συστήματος, τέτοια που να ξεπεραστεί η σημερινή του κρίση.

Οι κριτικές που δέχτηκα (μπορείτε να ανατρέξετε στα σχόλια στην ανάρτησή μου):

Η επισήμανσή μου (για ομολογία του σχεδιασμού από τον Τσίπρα) θεωρήθηκε «πολύ ρηχή», αφού «αυτό συμβαίνει στην αστική Δημοκρατία» και «ο διπολισμός στα πολιτικά συστήματα της Δύσης είναι δεδομένος». Μάλιστα μου χρεώθηκε πως «με τόσα χρόνια θητεία στο εξωκοινοβούλιο κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε τη λειτουργία του εσωκοινοβουλίου». Πιο σοβαρά λέχθηκε και ότι «το υπερεθνικό κεφάλαιο για τον πειθαναγκασμό των λαών της Ευρώπης ωθεί το υπάρχον πολιτικό σύστημα στον “διπολισμό” –πλησίον του αμερικάνικου συστήματος– δηλαδή την κυριαρχία της λεγόμενης “κεντροαριστεράς” και “κεντροδεξιάς”, που άλλωστε συγκυβερνούν σε ευρωπαϊκές πολλές χώρες, και θα συμβεί και στην Ελλάδα…».

Ο Τσίπρας και οι λοιπές συστημικές δυνάμεις πιο κοντά στην πραγματικότητα: Γνωρίζουν ότι το πολιτικό σύστημα νοσεί

Ας παραδεχτούμε πως ένα δικομματικό ή διπολικό σύστημα όπως το περιγράφει ο Τσίπρας είναι μια φυσιολογική κατάσταση εύρυθμης λειτουργίας του παρόντος συστήματος. Η ίδια η ιστορική πείρα της μεταπολίτευσης δείχνει περιόδους όπου ο δικομματισμός ήταν πανίσχυρος. Μάλιστα επί δεκαετίες τα δύο μεγάλα κόμματα, Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ, συγκέντρωναν ποσοστά πάνω από 80%..

Ο πίνακας Ι δείχνει πώς για 28 χρόνια –και παρά τις κρίσεις που διαπέρασαν το πολιτικό σύστημα σε ιδιαίτερες στιγμές– ο δικομματισμός λειτουργούσε σχετικά αποτελεσματικά. Ακόμα περισσότερο, η εναλλαγή επέτρεπε να προκύπτουν αυτοδύναμες κυβερνήσεις παρά τα όποια τραντάγματα (γιατί υπήρξαν και αυτά σε οξυμένες φάσεις). Πάντως ο δικομματισμός λειτουργούσε. Όποιος είναι πιο απαιτητικός, θα πρέπει να διακρίνει ότι υπήρξε και ένας άλλος πόλος, που είτε στήριξε τη μία πλευρά του διπολισμού (και εννοώ την πολιτική ουράς της επίσημης Αριστεράς κυρίως απέναντι στο ΠΑΣΟΚ), αλλά και όταν χρειάστηκε έδωσε όλη τη συνδρομή του στη αναστήλωση του διπολισμού – μη διστάζοντας να συμμαχήσει ακόμα και με τη Ν.Δ. την περίοδο 1989-90.

Από το 2009 και μετά έχουμε μια διαφορετική εικόνα. Ποιο είναι το βασικό της στοιχείο; Με τη Χρεοκοπία της χώρας και την είσοδο στο καθεστώς των μνημονίων, καταρρέει ο δικομματισμός. Καταρρέει κάτω από τη λαϊκή δυσφορία και το αντιμνημονιακό κίνημα. Τα κόμματα του πανίσχυρου δικομματισμού της προ κρίσης εποχής γνωρίζουν πολύ μεγάλους κλυδωνισμούς. Η Ν.Δ. θα δει τα ποσοστά της να πέφτουν στο 28%, και βεβαίως το ΠΑΣΟΚ θα γκρεμιστεί μέσα σε λίγα χρόνια από 44% σε 4.5%, για να φθάσει έπειτα σε ένα «ταβάνι» του 11%. Το χαμηλότερο σύνολο Ν.Δ.+ΠΑΣΟΚ υπήρξε τον Μάϊο του 2012 (32.03%).

Σε όλη την περίοδο μετά την κρίση τα ποσοστά των κομμάτων δεν έχουν πιάσει πάνω από 40%, σε αντίθεση με ό,τι γίνονταν μέχρι το 2009. Τα παιχνίδια με τον εκλογικό νόμο δείχνουν τι ρόλο έπαιζε και παίζει το μπόνους για το πρώτο κόμμα. Ενώ τα ποσοστά μεταξύ πρώτου και δεύτερου κόμματος μπορεί να μην απέχουν πολύ, η διαφορά σε επίπεδο εδρών είναι πολύ μεγάλη.

Ο ασταθής δικομματισμός και η «δύναμη» του συστημικού «τρικομματισμού»

Η πορεία του πολιτικού συστήματος μέσα στα μνημόνια και την εκτίναξη του ΣΥΡΙΖΑ είχε ορισμένα αποτελέσματα, αλλά από τη φύση του ήταν ένας ιδιαίτερα ασταθής δικομματισμός. Από τον πίνακα ΙΙ, που ακολουθεί, μπορούν να συναχθούν ορισμένα συμπεράσματα: Ο ΣΥΡΙΖΑ κερδίζει τις εκλογές τον Ιανουάριο του 2015 και μαζί με τους ΑΝΕΛ σχηματίζει κυβέρνηση. Ν.Δ.+ΠΑΣΟΚ συγκεντρώνουν μαζί μόνο 32%! Τον Σεπτέμβριο του 2015 ο ΣΥΡΙΖΑ ξανακερδίζει τις εκλογές. Ν.Δ.+ΠΑΣΟΚ συγκεντρώνουν πάλι 32%. Στην πραγματικότητα δεν λειτουργεί ένα δικομματικό σύστημα με μικρότερη επιρροή (αν προσθέσουμε το άθροισμα των δύο πρώτων ή και των 3 συστημικών κομμάτων, πάλι βρισκόμαστε σε πολύ χαμηλά επίπεδα από αυτά που καταγράφονταν στις καλές εποχές του «καλού δικομματισμού» Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ).

Στην ουσία –και δεν πρέπει να το ξεχνάμε– τη χώρα τη διεύθυνε απευθείας η τρόικα. Τα τρία κόμματα (ΣΥΡΙΖΑ-Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ) υπερψήφισαν μαζί το 3ο μνημόνιο στη Βουλή τον Αύγουστο του 2015, και η πραγματική κυβέρνηση εγκαταστάθηκε στο Χίλτον. Το πολιτικό σύστημα είχε «ανατιναχθεί». Μόνο που η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και το σοκ της ήττας του αντιμνημονιακού κινήματος πρόσφεραν μια περίοδο χωρίς κινητοποιήσεις και ένταση, με αποτέλεσμα να ανοίξει ο δρόμος στην άνοδο της Ν.Δ. και τον ερχομό της με αυτοδυναμία στη διακυβέρνηση. Ο πόλος του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπόρεσε να αντέξει είτε τη μνημονιακή διαχείριση είτε την απουσία κάθε αντιπολίτευσης την περίοδο 2019-2023. Έτσι μπήκε σε κρίση και πορεία διάλυσης (που τη ζούμε σήμερα). Ασταθής «δικομματισμός» ΣΥΡΙΖΑ-Ν.Δ. που εφαρμόζει μνημόνια και ανοίγει τον δρόμο για την «Ελλάδα-Κόμβος».

Τα στοιχεία δείχνουν τον Ιανουάριο 2015: ΣΥΡΙΖΑ+Ν.Δ. 64.24%, και ΣΥΡΙΖΑ+Ν.Δ.+ΠΑΣΟΚ 68.92%. Τον Σεπτέμβριο 2015: ΣΥΡΙΖΑ+Ν.Δ. 63.55%, και ΣΥΡΙΖΑ+Ν.Δ.+ΠΑΣΟΚ 69.84%. Τον Ιούλιο 2019: Ν.Δ.+ΣΥΡΙΖΑ 71.38%, και Ν.Δ.+ΣΥΡΙΖΑ+ΠΑΣΟΚ 79.48%. Και τον Ιούνιο 2023: Ν.Δ.+ΣΥΡΙΖΑ 58.3%, λόγω του καταποντισμού του ΣΥΡΙΖΑ, και Ν.Δ.+ΣΥΡΙΖΑ+ΠΑΣΟΚ 70.23%.

Από το 2023 μέχρι σήμερα έχουμε μια ιδιόμορφη κατάσταση

Παρά το σοκ του 41% της Ν.Δ., η φθορά του πολιτικού συστήματος συνεχίστηκε ραγδαία. Στις ευρωεκλογές του 2024 καταγράφηκε η μεγαλύτερη αποχή ολόκληρης της μεταπολιτευτικής περιόδου.

Τα τελευταία χρόνια η αποχή αυξήθηκε με σοβαρούς ρυθμούς, για να φθάσουμε σε ένα ρεκόρ αποχής στις ευρωεκλογές του 2024, όπου «σχεδόν 7 στους 10 ψηφοφόρους της νέας αποχής είχαν υποστηρίξει στις βουλευτικές του Μαΐου 2023 τη Ν.Δ., τον ΣΥΡΙΖΑ ή το ΠΑΣΟΚ», αποκαλύπτοντας έτσι «με βίαιο τρόπο την ανοικτή κρίση που διέρχεται το ελληνικό κομματικό σύστημα της μεταμνημονιακής εποχής», με αποτέλεσμα «ο μετασχηματισμός του κομματικού συστήματος [να] εισέρχεται σε μια νέα φάση, άγνωστης κατάληξης και διάρκειας» [1].

Μέχρι το 2009 το ποσοστό της αποχής κυμαινόταν στο 20% με 25%. Από τη χρονιά αυτή έχουμε τη διόγκωση της αποχής, όπως δείχνει και ο πίνακας ΙΙΙ:

Ο Γιάννης Μαυρής, με μεγάλη πείρα στα ζητήματα αυτά, θα σημειώσει:

«Τα αίτια της κρίσης είναι βαθύτερα και σχετίζονται άμεσα με σύγκλιση των κομμάτων εξουσίας, την ολοένα και μεγαλύτερη απομάκρυνσή τους από την εκπροσώπηση της κοινωνίας. Η εσωτερίκευση της κρίσης στους κομματικούς μηχανισμούς θα εντείνει –αναπόφευκτα– την φατριοποίησή τους… Είναι η χαμηλότερη συμμετοχή, με μεγάλη διαφορά, ανάμεσα σε 40 εκλογικές αναμετρήσεις της μεταπολίτευσης: 20 βουλευτικές, 10 ευρωεκλογικές, 4 Νομαρχιακές, 4 Περιφερειακές και 2 δημοψηφίσματα. Και όχι μόνον αυτό. Η σημερινή συμμετοχή υστερεί ακόμη και σε σύγκριση με την προδικτατορική περίοδο. Συγκεκριμένα, είναι χαμηλότερη ακόμη και από τις τρεις εκλογές της δεκαετίας του 1960 (1961, 1963, 1964), όπου είχαν ψηφίσει περισσότεροι από 4,6 εκατ. ψηφοφόροι. Και φυσικά, ο τότε νόμιμος πληθυσμός της χώρας, βάσει της απογραφής του 1961, ανερχόταν σε 8.409.603 άτομα ενώ σήμερα, βάσει της απογραφής του 2021, ανέρχεται σε 9.716.889» [2].

Στην πράξη όμως έχουμε μια ανισομετρία στο πολιτικό σύστημα, με ένα πρώτο κόμμα (Ν.Δ.) να απέχει πολλές μονάδες από το δεύτερο κόμμα, να μονοπωλεί ολόκληρο το πολιτικό σύστημα, να σπαράσσεται από σκάνδαλα και βόλεμα ημετέρων, να φέρει την ευθύνη για μεγάλα συστημικά εγκλήματα (Τέμπη), να γίνεται συνώνυμο της διαπλοκής και της διαφθοράς. Η φθορά της είναι δεδομένη, οι δημοσκόποι με ιδρώτα (είναι αλήθεια) της χαρίζουν ένα 30%, ενώ είναι αναγκασμένοι να δηλώνουν πως η Ν.Δ. σχεδόν αποκλείεται να έχει την αυτοδυναμία στις επόμενες εκλογές. Παράλληλα το όλον πολιτικό-κομματικό σύστημα είναι πολυδιασπασμένο και κατακερματισμένο, ενώ έχουν παρουσιαστεί δύο νέα κόμματα (Τσίπρας, Καρυστιανού) και αναμένεται να εμφανιστεί και το κόμμα Σαμαρά.

Οι επόμενες εκλογές δεν θα δώσουν κυβέρνηση, και θα χρειαστεί είτε να συνεργαστούν κόμματα για να στήσουν μια κυβέρνηση συνεργασίας, είτε να πάμε σε νέες εκλογές (που είναι και το πιθανότερο). Το ίδιο πιθανό είναι να υπάρξουν ανακατατάξεις στο χώρο της Ν.Δ., ακόμα και με αλλαγή ηγεσίας, ενώ κανένα (ξανά: κανένα) κόμμα δεν έχει ρεύμα, δεν παρουσιάζει τάσεις ανόδου ή δυνατότητα να δημιουργήσει την έκπληξη. Μετρήστε τη δύναμη που δίνουν στα τρία συστημικά κόμματα όλες οι σφυγμομετρήσεις: θα δείτε ότι δεν ανατέλλει ένας δικομματισμός όπως τον περιγράφει ο Τσίπρας (ομολογώντας τον σχεδιασμό που έχουν συστημικοί κύκλοι –ολιγάρχες και πρεσβείες– στη χώρα μας). Τα δύο πρώτα κόμματα (Ν.Δ.+ΤσιπροΕΛΑΣ) ζήτημα είναι αν θα συγκεντρώσουν 50% αθροιζόμενα. Τη λύση δεν θα τη δώσουν (για το σύστημα) οι επόμενες εκλογές. Οι συγκυβερνήσεις χρειάζονται προετοιμασία. και ήδη τα κόμματα, τα ΜΜΕ και «συμβουλευτικές» εταιρείες κάνουν το απαραίτητο «μασάζ» στην κοινωνία.

Τα βασικά συμπτώματα της «νόσου»

  • Κλονισμός Εμπιστοσύνης: Οι μετρήσεις της κοινής γνώμης για την εμπιστοσύνη προς την κυβέρνηση, το κοινοβούλιο, τα πολιτικά κόμματα και τους θεσμούς δείχνουν μια διαχρονική πτωτική τάση σε αυτούς τους δείκτες, και είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά «συμπτώματα». Ορισμένοι πρόσφατοι αριθμοί: Εμπιστοσύνη στους θεσμούς – Κόμματα 15%, ΜΜΕ 17%, Δημόσια διοίκηση 24%, Κοινοβούλιο 25%, Αυτοδιοίκηση 29%, Δικαιοσύνη 39%.
  • Εκλογική Συμπεριφορά: Η συνεχής αύξηση της αποχής από τις εκλογές, η ενίσχυση «αντισυστημικών» κομμάτων και εντεινόμενη ρευστότητα του εκλογικού σώματος (μεγάλα ποσοστά αναποφάσιστων ή απότομες μετακινήσεις ψήφων) υποδηλώνουν τη ρήξη μεταξύ πολιτών και πολιτικού συστήματος.
  • Κοινωνική Δυσφορία: Η διάχυτη απαισιοδοξία για το μέλλον της χώρας, η αίσθηση ότι το σύστημα εξυπηρετεί συμφέροντα ολιγαρχών (οικονομικά ή κομματικά), και η εδραιωμένη αίσθηση ότι η διαφθορά είναι ανεξέλεγκτη, τεκμηριώνουν ακόμα περισσότερο την απονομιμοποίηση.

Μια ακόμα παρατήρηση

Το πολιτικό σύστημα νοσεί σε ολόκληρη την Ευρώπη, ακόμα και στις ΗΠΑ. Δεν λειτουργεί ο δικομματισμός όπως κάποτε. Αλλά και οι κυβερνήσεις συνεργασίας δεν είναι τόσο αποτελεσματικές, και υπάρχουν μεγάλες πολιτικές κρίσεις σε πολλές και σημαίνουσες χώρες. Άρα οι κριτικές που ανέφερα δεν έχουν κατανοήσει καθόλου το τι συμβαίνει πραγματικά.

Υπάρχουν δύο μεγάλα κενά. Πρώτο, το κενό αντιπολίτευσης, αφού τα συστημικά κόμματα συγκλίνουν στα βασικά ζητήματα. Αυτό το κενό σε πολλές περιπτώσεις το καλύπτουν και εκλογικά διάφοροι ακροδεξιοί σχηματισμοί. Το παράδειγμα του Τραμπ δείχνει κι άλλα πράγματα: πώς μια ομάδα δημιουργεί ένα κίνημα (στηριγμένη στην υπαρκτή δυσαρέσκεια), ανατρέπει κομματικές επετηρίδες (στον χώρο των Ρεπουμπλικάνων), νικά κατά κράτος το Δημοκρατικό Κόμμα, ενώ τώρα ο Τραμπ περιδινίζεται στην κρίση μιας ήττας σε έναν πόλεμο που πιθανά να του κοστίσει πολύ εσωτερικά.

Το δεύτερο κενό, πραγματικό κενό, που οδηγεί σε μεγαλύτερη κρίση το πολιτικό σύστημα, έγκειται στο ότι μέσα σε 16 χρόνια, από τη Χρεοκοπία έως σήμερα, δεν γεννήθηκε ένα μεγάλο εγχείρημα το οποίο να είναι σε θέση να εκφράσει πολιτικά και κοινωνικά την τεράστια λαϊκή δυσαρέσκεια και κινητικότητα που έδειξε ένα πολύ μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Τόσο το αντιμνημονιακό κίνημα όσο και το κίνημα των Τεμπών δεν έδωσαν αυτά που χρειάζονταν ο Τόπος. Δεν μπόρεσαν να διεμβολίσουν την πολιτική ζωή με ένα αυθεντικό, μεγάλο και ανθεκτικό Πολιτικό Εγχείρημα που θα έδινε φωνή και υπόσταση στον λαϊκό ριζοσπαστισμό. Η διαχείριση αυτών των κινημάτων, είτε μέσω της ανάθεσης σε ένα κόμμα (περίπτωση ΣΥΡΙΖΑ-Τσίπρα), είτε μέσω ενός ακόμη προσωποπαγούς κόμματος το οποίο ξεκόπηκε από τη βάση που το γέννησε (το κίνημα των Τεμπών), αρνήθηκε να ανοίξει διαδικασίες κινήματος σε όποιο επίπεδο, και κινείται στις γνωστές ράγες των κομμάτων και των επικοινωνιακών τρικ, είναι λογικό να ξεκόβεται από ένα μεγάλο ρεύμα που συγκλόνισε τη χώρα τα τελευταία χρόνια.

Τι χρειάζεται λοιπόν;

  • Πρώτα απ’ όλα, αναγνώριση της κατάστασης. Αναγνώριση ότι το πολιτικό σύστημα νοσεί και θα καταβληθούν προσπάθειες να «επιδιορθωθεί» σε μια κατεύθυνση υπερσυντηρητική-καθεστωτική-συστημική. Η Ελλάδα-Κόμβος, η Ελλάδα Πόρτο Γκρέκο, πρέπει να κυβερνηθεί με αυτές τις προδιαγραφές, και με εκτοπισμένο τον λαϊκό παράγοντα, με διαλυμένες και χαμηλωμένες προσδοκίες, με αυταπάτες που πάλι θα διαψευστούν.
  • Δεύτερον, χρειάζεται να βγουν σωστά και σοβαρά συμπεράσματα, τόσο για την κατάσταση αλλά και για το γιατί βρεθήκαμε σε αυτό το σημείο.
  • Τρίτον, πρέπει το ταχύτερο να τεθούν οι βάσεις μιας διαφορετικής πορείας, πραγματικά σε αντίθεση συνολικά με το Μεταπρατικό Εξαρτημένο Μοντέλο, τις γεωπολιτικές πιέσεις και αναδασμούς. Και φυσικά να τεθεί ανοικτά ότι πρέπει να δημιουργηθεί μια δύναμη, ένα εγχείρημα, ένα πολιτικό-κοινωνικό-πολιτιστικό κίνημα τουλάχιστον 350.000 ενεργών πολιτών, που να θέσει στο επίκεντρο το ζήτημα του Υπαρξιακού Προβλήματος της χώρας και την απαίτηση του Εκδημοκρατισμού σε βάθος, και σε όλες τις πτυχές της κοινωνικής και οικονομικής ζωής.

[1] Γιάννης Μαυρής: «Το κομματικό σύστημα σε ανοικτή κρίση» (ΕφΣυν, 15-16/6/2024). Ολόκληρο το άρθρο, με πολλά και ενδιαφέρονται στοιχεία, εδώ: www.mavris.gr
[2] Όπ.π.

πηγή: edromos.gr
_________________________________________________

(*) Ο Ρούντι Ρινάλντι είναι εκδότης του Δρόμου της ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ, συγγραφέας, αρθρογράφος, πολιτικός αναλυτής. Υπήρξε επικεφαλής της πολιτικής ομάδας και των εκδόσεων Α/συνέχεια, στη συνέχεια της Κομμουνιστικής Οργάνωσης Ελλάδας (ΚΟE) που συμμετείχε ως τάση στον Συνασπισμό της Ριζοσπαστικής Αριστεράς - ΣΥΡΙΖΑ. Διετέλεσε μέλος της ΚΕ της ΠΓ του ΣΥΡΙΖΑ, όργανα από τα οποία παραιτήθηκε τον Ιούλιο του 2015, διαφωνώντας με τις επιλογές της τότε ηγεσίας.

επιμέλεια: Σπύρος Γκανής 

Ευκλείδης Τσακαλώτος: Από τις ιδιωτικοποιήσεις στις (επανα)κοινωνικοποιήσεις

Για να αντιμετωπιστεί η δομική ακρίβεια και να προστατευτεί η ανθρώπινη ζωή, η επιστροφή σε μορφές ισχυρού δημόσιου ελέγχου και κοινωνικής ιδιοκτησίας δεν είναι μια ξεπερασμένη ιδεολογική εμμονή, αλλά μια επείγουσα οικονομική και κοινωνική ανάγκη.

    Η ελληνική εμπειρία στον τομέα της ενέργειας αποτελεί κλασικό παράδειγμα αυτής της μεταστροφής. Με τη μείωση του μεριδίου του Δημοσίου στη ΔΕΗ, η εταιρεία έπαψε να λειτουργεί ως ασπίδα προστασίας των καταναλωτών και ως οργανισμός δημόσιου συμφέροντος. Πλέον, συμπεριφέρεται ξεκάθαρα ως μια ιδιωτική εταιρεία, με κύριο στόχο τη μεγιστοποίηση της κερδοφορίας της και την ικανοποίηση των μετόχων της στο χρηματιστήριο.


Για δεκαετίες, το κυρίαρχο νεοφιλελεύθερο οικονομικό αφήγημα υποστήριζε ότι η ιδιωτικοποίηση των δημόσιων υπηρεσιών και των δικτύων κοινής ωφέλειας θα έφερνε την «άνοιξη» για τους καταναλωτές. Η υπόσχεση ήταν απλή: Ο ανταγωνισμός θα πίεζε τις τιμές προς τα κάτω, θα εξάλειφε τη γραφειοκρατία και θα οδηγούσε σε καινοτομία και ποιοτικότερες υπηρεσίες. 

Σήμερα, με την παρατεταμένη ακρίβεια σε όλο το φάσμα των αγαθών και υπηρεσιών να πιέζει τα νοικοκυριά, η πραγματικότητα διαψεύδει παταγωδώς αυτές τις προσδοκίες. Από την ενέργεια μέχρι τις μεταφορές, η ιδιωτικοποίηση δεν οδήγησε σε φθηνότερες υπηρεσίες, αλλά σε επιπλέον κόστη λόγω ιδιωτικοποίησης (privatisation premium): Μια μόνιμη, αναγκαστική επιβάρυνση στις πλάτες των πολιτών για την πρόσβαση σε βασικά αγαθά επιβίωσης.

Το κόστος του χρήματος: Γιατί ο ιδιώτης κοστίζει ακριβότερα;

Ένα από τα πιο ισχυρά αλλά λιγότερο προβεβλημένα επιχειρήματα αφορά το λεγόμενο «κόστος κεφαλαίου». Οι βασικές υποδομές (όπως τα δίκτυα ύδρευσης και ηλεκτρισμού και οι σιδηρόδρομοι) απαιτούν τεράστιες επενδύσεις εκ των προτέρων, οι οποίες αποσβένονται σε βάθος δεκαετιών.

Όταν το κράτος δανείζεται για να χρηματοδοτήσει ένα μεγάλο έργο, το κάνει με το χαμηλότερο δυνατό επιτόκιο της αγοράς, καθώς η πιθανότητα χρεοκοπίας ενός κυρίαρχου κράτους είναι ελάχιστη. Αντίθετα, οι ιδιωτικές εταιρείες, όταν χρηματοδοτούν την επένδυση με ομόλογα, επιβαρύνονται με ένα «ασφάλιστρο κινδύνου», που σημαίνει ότι δανείζονται με σημαντικά υψηλότερα επιτόκια. Επιπλέον, οι ιδιώτες μέτοχοι απαιτούν υψηλές αποδόσεις για τα κεφάλαιά τους (συχνά μεταξύ 8% και 12%), ενώ το κράτος δεν έχει ως αυτοσκοπό το κέρδος. Αυτή η διαφορά συσσωρεύεται σε βάθος χρόνου και μεταφράζεται σε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ, τα οποία πηγαίνουν στις τσέπες των ομολογιούχων και των μετόχων, ενώ σαν κόστος μετακυλίονται στους καταναλωτές μέσω των φουσκωμένων λογαριασμών.

Το παράδειγμα της ΔΕΗ: Από το δημόσιο συμφέρον στη μεγιστοποίηση του κέρδους

Η ελληνική εμπειρία στον τομέα της ενέργειας αποτελεί κλασικό παράδειγμα αυτής της μεταστροφής. Με τη μείωση του μεριδίου του Δημοσίου στη ΔΕΗ, η εταιρεία έπαψε να λειτουργεί ως ασπίδα προστασίας των καταναλωτών και ως οργανισμός δημόσιου συμφέροντος. Πλέον, συμπεριφέρεται ξεκάθαρα ως μια ιδιωτική εταιρεία, με κύριο στόχο τη μεγιστοποίηση της κερδοφορίας της και την ικανοποίηση των μετόχων της στο χρηματιστήριο.

Όταν η ενέργεια αντιμετωπίζεται ως χρηματιστηριακό προϊόν και όχι ως κοινωνικό αγαθό, οι επιπτώσεις για την κοινωνία είναι ολέθριες. Είδαμε τη ΔΕΗ να πρωτοστατεί στην εφαρμογή ρητρών και αυξήσεων, μετατρέποντας τους λογαριασμούς ρεύματος σε εφιάλτη για τα νοικοκυριά, την ίδια ώρα που η επιχείρηση διατηρεί υψηλή κερδοφορία και περηφανεύεται για τα οφέλη που αποκομίζουν οι στην πλειοψηφία ιδιώτες μέτοχοι. Τα «επιπλέον κόστη λόγω ιδιωτικοποίησης» στην ενέργεια δεν είναι θεωρητικά· είναι τα χρήματα που στερούνται οι πολίτες από τις βασικές τους ανάγκες για να χρηματοδοτηθούν τα μερίσματα και οι υψηλές αποδόσεις των επενδυτών.

Ο κατακερματισμός στα τρένα: Χειρότερες υπηρεσίες και υψηλότερος κίνδυνος

Αν στην ενέργεια η ιδιωτικοποίηση χτυπά την τσέπη του καταναλωτή, στον τομέα των σιδηροδρόμων αποδείχθηκε εγκληματική για την ίδια την ασφάλεια των πολιτών. Η ελληνική περίπτωση, με το σπάσιμο του ΟΣΕ σε διαφορετικές εταιρείες (ΟΣΕ για την υποδομή, Hellenic Train για το μεταφορικό έργο κ.λπ.) και τη μερική ιδιωτικοποίηση, ανέδειξε τις καταστροφικές συνέπειες των «τριβών συντονισμού».

Το βασικό ιδεολόγημα της αγοράς υποστήριζε ότι ο τεμαχισμός του δικτύου θα έφερνε ευελιξία. Στην πραγματικότητα, όταν μια ενιαία δημόσια υπηρεσία διασπάται, δημιουργείται ένας δαιδαλώδης ιστός από εταιρείες που αναλώνονται σε γραφειοκρατία και νομικές διαμάχες για το ποιος ευθύνεται για όλα τα ζητήματα που πρέπει να αποφασιστούν από κοινού, αντί να επιλύουν τα προβλήματα.

Αυτός ο κατακερματισμός οδήγησε ταυτόχρονα σε χειρότερες υπηρεσίες - αφού πλέον βλέπουμε συνεχώς καθυστερήσεις, ακυρώσεις δρομολογίων και υποβάθμιση των σταθμών – και σε αυξημένο κόστος για τους επιβάτες. Και προφανώς δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε τον υψηλότερο κίνδυνο ατυχημάτων, δεδομένου ότι ιδιαίτερα το κομμάτι που ιδιωτικοποιήθηκε λειτουργεί με γνώμονα το ελάχιστο δυνατό κόστος, οδηγώντας σε υποεπένδυση στη συντήρηση και υποστελέχωση. Τους κινδύνους προφανώς επιτείνει ο κατακερματισμός που θολώνει τις γραμμές ευθύνης, δημιουργώντας ένα επικίνδυνο κοκτέιλ που, όπως αποδείχθηκε με τον πιο τραγικό τρόπο στη χώρα μας, κοστίζει ανθρώπινες ζωές.

Η παγίδα της υποεπένδυσης και της εγκατάλειψης

Όταν μια ιδιωτική εταιρεία αναλαμβάνει ένα δημόσιο δίκτυο φυσικού μονοπωλίου —όπου ο καταναλωτής δεν έχει εναλλακτική επιλογή— δεν έχει κανένα κίνητρο να κάνει ουσιαστικές επενδύσεις. 

Οι εταιρείες τείνουν να «στύβουν» τις υφιστάμενες υποδομές χωρίς να τις ανανεώνουν, καθώς οι δαπάνες συντήρησης μειώνουν τα άμεσα κέρδη τους. Αυτό το φαινόμενο της υποεπένδυσης είναι ο λόγος που οι ιδιωτικοποιημένες υπηρεσίες διεθνώς (όπως το νερό στην Αγγλία ή το δίκτυο ενέργειας στο Τέξας) καταρρέουν συστηματικά με την πρώτη κρίση, αφήνοντας τους πολίτες χωρίς πρόσβαση σε βασικά αγαθά. 

Ενδεικτικό είναι ότι στην Αγγλία, μετά από ένα έντονο ρεύμα ιδιωτικοποιήσεων στους φορείς ύδρευσης έχουμε φτάσει σε ένα σημείο όπου το νερό σε πολλές περιπτώσεις έχει πάψει να είναι πόσιμο, ενώ τα λύματα ρυπαίνουν λίμνες και ποτάμια. Τα φαινόμενα είναι ακραία με εκατοντάδες γελοιογραφίες να στηλιτεύουν κουράδες σε ποτάμια, λιμάνια, λίμνες, παραλίες και θάλασσες.

Συμπέρασμα: Η ανάγκη επιστροφής στον δημόσιο έλεγχο

Το πείραμα της καθολικής ιδιωτικοποίησης των δημόσιων αγαθών έχει αποτύχει. Αντί για αποτελεσματικότητα, έφερε ακρίβεια, υποβάθμιση και ανασφάλεια. Τα επιπλέον κόστη λόγω ιδιωτικοποίησης λειτουργούν ως ένας έμμεσος, βαθιά άδικος φόρος που πλήττει δυσανάλογα τα χαμηλότερα εισοδήματα, καθώς οι φτωχότεροι πολίτες δαπανούν πολύ μεγαλύτερο ποσοστό του μισθού τους για ενέργεια, ύδρευση και μετακινήσεις.

Η πρόσβαση σε ασφαλείς, ποιοτικές και προσιτές υπηρεσίες κοινής ωφέλειας δεν είναι πολυτέλεια, είναι θεμελιώδες κοινωνικό δικαίωμα. 

Για να αντιμετωπιστεί η δομική ακρίβεια και να προστατευτεί η ανθρώπινη ζωή, η επιστροφή σε μορφές ισχυρού δημόσιου ελέγχου και κοινωνικής ιδιοκτησίας δεν είναι μια ξεπερασμένη ιδεολογική εμμονή, αλλά μια επείγουσα οικονομική και κοινωνική ανάγκη. Όλα αυτά γίνονται πιο επείγοντα στον καιρό της κλιματικής κρίσης όπου χωρίς αλλαγές ο πλανήτης δεν θα σωθεί. Η Αριστερά οφείλει να καταστρώσει μια στρατηγική με προτεραιότητες αρχικά σε κάποιους κλάδους.


kreport.gr
επιμέλεια: Σπύρος Γκανής

Ένα «οικονομικό θαύμα» για λίγους

Το «θαύμα» της τελευταίας επταετίας δεν ήταν για τους πολλούς. Αντιθέτως, ήταν για τους πολύ λίγους, είτε ως τυχαίο γεγονός είτε ως στρατηγική επιλογή…

Ο Γιάννης Στουρνάρας δεν έκανε αυτή τη σύγκριση, διότι, εκ της θέσεως και εκ του ρόλου του, δεν τον αφορά. Ο πρωθυπουργός δεν την έκανε μάλλον γιατί δεν τον βολεύει πολιτικά. Διότι αρκεί μια ματιά μόνον στα στοιχεία της ίδιας της Τράπεζας της Ελλάδος για τις καταθέσεις, για να φανούν οι τεράστιες ανισότητες στο μέρισμα του ελληνικού success story και στην κατανομή του πλούτου.

 

 Νικόλ Λειβαδάρη

Ο διοικητής της Τάπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας μίλησε για «θαύμα» σε ό,τι αφορά την πρόοδο της ελληνικής οικονομίας και ο πρωθυπουργός για «επιτυχία» της οικονομικής του πολιτικής.

Όπως είπε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, η δυνατότητα κινητοποίησης 23 δισ. ευρώ για το πενταετές Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης είναι αποτέλεσμα της επιτυχημένης οικονομικής πολιτικής που ασκεί η κυβέρνησή του από το 2019 μέχρι σήμερα.

Και οι δύο μπορεί να έχουν δίκιο, εάν το ζητούμενο είναι μόνον η σύγκριση των δημοσιονομικών και μακροοικονομικών δεικτών με τα χρόνια της χρεοκοπίας. Και οι δύο όμως έχουν άδικο, εάν στη σύγκριση αυτή συμπεριληφθούν και οι δείκτες των κοινωνικών ανισοτήτων.

Ο Γιάννης Στουρνάρας δεν έκανε αυτή τη σύγκριση, διότι, εκ της θέσεως και εκ του ρόλου του, δεν τον αφορά. Ο πρωθυπουργός δεν την έκανε μάλλον γιατί δεν τον βολεύει πολιτικά. Διότι αρκεί μια ματιά μόνον στα στοιχεία της ίδιας της Τράπεζας της Ελλάδος για τις καταθέσεις, για να φανούν οι τεράστιες ανισότητες στο μέρισμα του ελληνικού success story και στην κατανομή του πλούτου.

Το 45,7% των συνολικών αποταμιεύσεων στο τραπεζικό σύστημ
α βρίσκεται στα χέρια μόλις του 1% των καταθετών. Το 71% των καταθετών έχει διαθέσιμο υπόλοιπο κάτω των 1.000 ευρώ, το οποίο δεν καλύπτει ούτε τις βασικές του υποχρεώσεις κάθε μήνα. Και ο κύριος όγκος της ιδιωτικής ρευστότητας συγκεντρώνεται σε ελάχιστα νομικά και φυσικά πρόσωπα.

Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, επίσης, δείχνουν ότι, στο πρώτο τρίμηνο, η αποταμίευση των νοικοκυριών ήταν και πάλι αρνητική και δη με επιταχυνόμενους ρυθμούς. Ήτοι τα ελληνικά νοικοκυριά «ροκάνισαν» αποταμιεύσεις για να καλύψουν διάφορες ανάγκες που υπερβαίνουν το εισόδημά τους: έδωσαν 1,3 δισ. ευρώ από τις αποταμιεύσεις τους, καθώς το διαθέσιμο εισόδημά τους ήταν 39,1 δισ. ευρώ και οι καταναλωτικές δαπάνες 40,4 δισ.

Κοινώς, το «θαύμα» της τελευταίας επταετίας δεν ήταν για τους πολλούς. Αντιθέτως, ήταν για τους πολύ λίγους, είτε ως τυχαίο γεγονός είτε ως στρατηγική επιλογή…

επιμέλεια: Σπύρος Γκανής

Η μετα-μοντέρνα ΕΛΑΣ

Η απόλυτη εχθρότητα εναντίον του Ισραήλ, υπό τον Νετανιάχου και τους ομοίους του, οδηγεί αυτομάτως το κόμμα του κ. Τσίπρα κάτω από τη σκέπη του Ερντογάν και της Τουρκίας, με αποτέλεσμα να καταστεί δυνάμει επικίνδυνη η ΕΛΑΣ για τα εθνικά συμφέροντα στο Αιγαίο και στη Μεσόγειο.

   Η μετα-μοντέρνα ΕΛΑΣ μιμήθηκε, αφελώς και ανέφελα, τον συνοδοιπόρο (; ) δήμαρχο της Νέας Υόρκης για τη δημιουργία «στιβαρών» εντυπώσεων της δεκάρας στο εσωτερικό της χώρας, γνωρίζοντας (;) εκ των προτέρων ότι δεν έχει στο τσεπάκι της την αυτοδυναμία στις επερχόμενες εκλογές, ότι δεν είναι σίγουρο ότι ο Νετανιάχου θα έρθει στην Αθήνα για να συλληφθεί...

Κύρα Αδάμ*

Οι μετά μοντέρνοι ΕΛΑΣιτες, του κ. Τσίπρα, δείχνουν τάσεις να μιμούνται και ετεροκαθορίζονται έναντι τρίτων στην προσπάθειά τους να δομήσουν την πολιτική τους για την εκλογική συντριβή της κυβέρνησης του Κ. Μητσοτάκη. Πρόσφατο και ηχηρό παράδειγμα η αυστηρή δήλωση της εκπροσώπου Τύπου κυρίας Κουφονικολάκου, η οποία δέσμευσε κατηγορηματικά το κόμμα της ότι θα καταστεί -ως κυβέρνηση- ο μεγάλος διώκτης του εγκληματία πρωθυπουργού του Ισραήλ Νετανιάχου, τον οποίο θα συλλάβει, εκτελώντας τις αποφάσεις του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου.

Η κυρία Κουφονικολάκου επιχειρεί να μιμηθεί με τραγικό τρόπο τον δημοκρατικό, μουσουλμάνο δήμαρχο της Νέας Υόρκης κ. Μαμντάνι, ο οποίος και αυτός βαρύγδουπα δήλωσε ότι θα συλλάβει τον κ. Νετανιάχου μόλις πατήσει το πόδι του στη Νέα Υόρκη, αν θα μπορούσε. Ο κ. Μαμντάνι έχει να θρέψει την εμπιστοσύνη εκατομμυρίων μουσουλμάνων ψηφοφόρων που τον εμπιστεύτηκαν, γνωρίζοντας εκ των προτέρων και εκ του ασφαλούς ότι δεν θα μπορεί να κάνει τίποτα στην περίπτωση που ο Νετανιάχου ως πρωθυπουργός του Ισραήλ πατήσει το πόδι του π.χ. στη γενική συνέλευση του ΟΗΕ τον Σεπτέμβριο, στη Νέα Υόρκη.

Η μετα-μοντέρνα ΕΛΑΣ μιμήθηκε, αφελώς και ανέφελα, τον συνοδοιπόρο (; ) δήμαρχο της Νέας Υόρκης για τη δημιουργία «στιβαρών» εντυπώσεων της δεκάρας στο εσωτερικό της χώρας, γνωρίζοντας (;) εκ των προτέρων ότι δεν έχει στο τσεπάκι της την αυτοδυναμία στις επερχόμενες εκλογές, ότι δεν είναι σίγουρο ότι ο Νετανιάχου θα έρθει στην Αθήνα για να συλληφθεί και ακόμα ότι η μετά μοντέρνα ΕΛΑΣ δεν διαθέτει ειδικές καταδρομικές δυνάμεις να «απαγάγουν και συλλάβουν» τον Νετανιάχου, όπου αυτός βρεθεί και σταθεί, είτε ως νυν είτε ως πρώην πρωθυπουργός του Ισραήλ.

Αν τα παραπάνω ανήκουν στην κατηγορία των πολιτικών ευτράπελων, που ασφαλώς θα πληθύνουν μέχρι τις εκλογές, η μετά μοντέρνα ΕΛΑΣ αυτοδεσμεύεται επικίνδυνα και επιχειρεί να δεσμεύσει και τη χώρα από τώρα στις ίδιες πρακτικές που σημάδεψαν ανεξίτηλα την προηγούμενη κυβέρνηση Τσίπρα, με το δημοψήφισμά του και τις μετέπειτα κωλοτούμπες -είπα ξείπα-, που βασίστηκαν στην καθαρή θέση της Μέρκελ ότι δεν θα έβγαζε την Ελλάδα από την ευρωζώνη, προκειμένου να προστατεύει το πολιτικό κύρος της και όχι τα εσωτερικά παιχνίδια Τσίπρα.
αναδημοσίευση από dimokratia.gr
______________________________
* Η Κύρα Αδάμ είναι διακεκριμένη Ελληνίδα δημοσιογράφος, γνωστή για το μακροχρόνιο και εξειδικευμένο ρεπορτάζ της σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, άμυνας και ελληνοτουρκικών σχέσεων. Υπήρξε διευθύντρια της εφημερίδας "ΕΛΕΥΘΕΡΙΤΥΠΙΑ". Σήμερα αρθρογραφεί αρθρογραφήσει σε διάφορα διαδικτυακά και έντυπα μέσα, αναλύοντας κρίσιμα ζητήματα γεωπολιτικής και ασφάλειας

Το στίγμα της εβδομάδας / Μητσοτάκης: Στόχος η... εξάντληση των αντιπάλων

Στο εσωτερικό της Ν.Δ. όμως τείνει να επικρατήσει μία διαφορετική ερμηνεία για τις κινήσεις του Κ. Μητσοτάκη. Σύμφωνα με αυτή, ο ίδιος σκοπίμως διατηρεί την απειλή πρόωρης προσφυγής, προκειμένου να αναγκάσει τον Αντώνη Σαμαρά να εγκαταλείψει τον σχεδιασμό του και να επισπεύσει την ίδρυση του δικού του κόμματος.


Στο εσωτερικό της Ν.Δ. όμως τείνει να επικρατήσει μία διαφορετική ερμηνεία για τις κινήσεις του Κ. Μητσοτάκη. Σύμφωνα με αυτή, ο ίδιος σκοπίμως διατηρεί την απειλή πρόωρης προσφυγής, προκειμένου να αναγκάσει τον Αντώνη Σαμαρά να εγκαταλείψει τον σχεδιασμό του και να επισπεύσει την ίδρυση του δικού του κόμματος.


Πώς Κακλαμάνης και Γεωργιάδης χαλάνε τον σχεδιασμό του Μαξίμου. Ο χρόνος των εκλογών και πώς ο πρωθυπουργός θέλει να υποχρεώσει τον Σαμαρά να ανακοινώσει κόμμα

Αμήχανος απέναντι στην παρατεταμένη καθήλωση των δημοσκοπικών ποσοστών της Ν.Δ. που ακυρώνουν τα σενάρια αυτοδυναμίας και κατεβάζουν τον πήχη στην επιδίωξη του 25% και αναποφάσιστος ως προς τον χρόνο των εκλογών στέκεται ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Είναι παράδοξο ότι από μία καθαρά προεκλογικού τύπου εκστρατεία στην Εύβοια -όπου εγκαινίασε ένα Κέντρο Νεφρού που δεν διαθέτει νεφρολόγο- εξήγγειλε εξάντληση της τετραετίας, καλώντας παράλληλα τα στελέχη και τους οπαδούς του να παραμείνουν στις επάλξεις μέχρι την επόμενη άνοιξη. Λίγες ημέρες νωρίτερα ο Νικήτας Κακλαμάνης είπε καθαρά ότι ο πρωθυπουργός κλείνει τις εκκρεμότητες ώστε να έχει λυμένα τα χέρια του στην περίπτωση που αποφασίσει στις διακοπές του, παρά θιν’ αλός, να πάει σε πρόωρες εκλογές τον Σεπτέμβριο.

Εκείνος όμως που έφερε το Μαξίμου στα πρόθυρα εγκεφαλικού ήταν ο Άδωνης Γεωργιάδης, ο οποίος με τις δικές του δηλώσεις απενοχοποίησε την ψήφο στο υπό ίδρυση κόμμα Σαμαρά και παράλληλα έφερε στο προσκήνιο τα σενάρια κυβερνητικής συνεργασίας της επόμενης ημέρας δίχως τον Κ. Μητσοτάκη, έστω και δήθεν για να τα αποκλείσει. Χρειάστηκε πάνω από ένα εικοσιτετράωρο στον κυβερνητικό εκπρόσωπο για να αδειάσει τον αντιπρόεδρο της Ν.Δ. Ο Άδ. Γεωργιάδης, αυτονομημένος σε σημαντικό βαθμό από τον Κ. Μητσοτάκη, χτίζει θέσεις στο εσωτερικό του κόμματος ενόψει της επόμενης ημέρας, διεκδικώντας το χαμηλού επιπέδου δεξιό κοινό. Η συζήτηση όμως έχει αρχίσει, έστω και αν ο Νίκος Δένδιας αποφεύγει ακόμη και τις συνεντεύξεις για να μην έχει τριβές με το Μαξίμου.

Θεσμικές απρέπειες

Στο εσωτερικό της Ν.Δ. όμως τείνει να επικρατήσει μία διαφορετική ερμηνεία για τις κινήσεις του Κ. Μητσοτάκη. Σύμφωνα με αυτή, ο ίδιος σκοπίμως διατηρεί την απειλή πρόωρης προσφυγής, προκειμένου να αναγκάσει τον Αντώνη Σαμαρά να εγκαταλείψει τον σχεδιασμό του και να επισπεύσει την ίδρυση του δικού του κόμματος. Όπως λένε οι βουλευτές μεταξύ τους, «η τακτική αυτή απέδωσε με την Μαρία Καρυστιανού και τον Αλέξη Τσίπρα».

Σε συνάφεια με την παρατεταμένη προεκλογική εκστρατεία ο Κ. Μητσοτάκης οικοδομεί μία στρατηγική και διαμορφώνει ένα αφήγημα εκλογών, που επί του παρόντος δεν διαθέτει. Επιπλέον, εκτιμά ότι θα εξαντλήσει τους πολιτικούς του αντιπάλους. Έδωσε ο ίδιος το πλαίσιο: «Αλλά εμείς δεν σταματάμε. Τρέχουμε συνέχεια. Δεν περιμένουμε, όπως κάποιοι άλλοι, την προεκλογική περίοδο για να βρεθούμε κοντά στους συμπολίτες μας. Οι δεσμεύσεις μας υλοποιούνται, εμείς μιλάμε με τα έργα μας και όχι με εύκολα λόγια».

Μέσα στον σχεδιασμό είναι και τα περίπου 2 δισ. ευρώ προεκλογικών εξαγγελιών στη ΔΕΘ, στοχευμένων στις εκλογικές πελατείες της Ν.Δ. Ο Κ. Μητσοτάκης έβαλε ακόμη ένα διακύβευμα: Ποια κυβέρνηση θα ασκήσει την προεδρία της Ε.Ε. και θα διαπραγματευθεί τα κονδύλια του επόμενου Ταμείου Ανάκαμψης. Το δέλεαρ απευθύνεται προς όσους ευνόησε στην πρώτη επταετία ώστε να συνεχίσουν να τον στηρίζουν.

Από τη δυσαρέσκεια, στην οργή

Φυσικά οι εφιάλτες για τον Κ. Μητσοτάκη καραδοκούν. Η επίθεση που έκανε στην αντιπολίτευση με αφορμή την παραπομπή (μόνο!!!) των τεσσάρων βουλευτών, του πρώην διοικητή του ΟΠΕΚΕΠΕ και συνεργατών κρατικών παραγόντων δεν είναι ακόμη μία απόδειξη του μητσοτακικού θράσους. Αποκαλύπτει την επιθετική γραμμή που θα ακολουθήσει ενόψει των υποθέσεων που έρχονται. Υπάρχει η συνέχεια του ΟΠΕΚΕΠΕ, η έρευνα για τα Σπιτάκια της Ανακύκλωσης και με ερωτηματικό τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης. Υπάρχει πάντα και το σκάνδαλο των υποκλοπών με εξέλιξη και από την πλευρά του Ταλ Ντίλιαν, ο οποίος προσέφυγε στα ισραηλινά δικαστήρια. Σε περίπου δύο μήνες που θα εκδικαστεί η προσφυγή του θα παρουσιάσει έγγραφα που θα αποδεικνύουν ότι ως διαχειριστής της Ιntellexa απλώς πούλησε το κατασκοπευτικό λογισμικό στο ελληνικό κράτος που ακολούθως βαρύνεται με τις υποκλοπές. Θα διακινδυνεύσει ο Κ. Μητσοτάκης μια παρόμοια αποκάλυψη εν μέσω προεκλογικής περιόδου; Στο ίδιο θέμα εκκρεμεί ακόμη μία έρευνα της ελληνικής Δικαιοσύνης μετά την προσφυγή του Αντώνη Σαμαρά.

Το μείζον, βέβαια, είναι η επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου της πλειονότητας λόγω της ακρίβειας την οποία δεν μπορεί πλέον, ακόμη και αν θέλει, να αντιμετωπίσει. Εξελίξεις είναι πιθανό να υπάρξουν και στο μέτωπο των ελληνοτουρκικών. Ο Γιώργος Γεραπετρίτης ακόμη δεν έχει διαψεύσει ότι ζήτησε από τον Χακάν Φιντάν να πάει πιο πίσω την ψήφιση της «Γαλάζιας Πατρίδας».

Τα ποιοτικά στοιχεία των εξαμηνιαίων τάσεων της MRB δείχνουν ότι ο Κ. Μητσοτάκης βρίσκεται αντιμέτωπος με τη διογκούμενη κοινωνική δυσαρέσκεια, που μεταστρέφεται ποιοτικά σε οργή και υπό προϋποθέσεις μπορεί να γίνει ανεξέλεγκτη, μετατρέποντας την υποχώρηση σε κατάρρευση.

Σαμαράς και Καραμανλής

Στο πολιτικό πεδίο, η επόμενη μεγαλύτερη απειλή για την κυβέρνηση είναι το υπό ίδρυση κόμμα Σαμαρά, που έχει σταθερά και καθαρά την υποστήριξη του Κώστα Καραμανλή. Οι δύο πρώην πρόεδροι και πρωθυπουργοί έχουν κάνει σημαντική ζημιά στον Κ. Μητσοτάκη. Στη δική τους κυρίως αποδομητική κριτική και ενδοπαραταξιακή αμφισβήτηση αποδίδεται ότι η Ν.Δ., από το 41%, έχει πέσει κοντά στο 23% και όχι στο ΠΑΣΟΚ που είναι κολλημένη η βελόνα του ή στον ΣΥΡΙΖΑ που δεν λέει να βγει από την κρίση του.

Ένα κόμμα Σαμαρά, εφόσον δεν εξουδετερωθεί, ανακόπτει τις επιστροφές δεξιών ψηφοφόρων, αποσπά ποσοστό απευθείας από τη Ν.Δ. κατεβάζοντάς την στο όριο του 20% και παράλληλα μπαίνει στη συζήτηση για τον σχηματισμό κυβέρνησης δίχως τον Κ. Μητσοτάκη - κάτι που θα προκαλέσει και εσωτερικούς κραδασμούς. Εξουδετερώνει το επιχείρημα της σταθερότητας μετατρέποντας τον Κ. Μητσοτάκη σε παράγοντα αστάθειας, ενώ ακυρώνει το επιχείρημα «ποιος θα σηκώσει το τριψήφιο». Από τη στιγμή που ο Αντ. Σαμαράς δεν βιάζεται και δεν παρασύρεται, συνεχίζοντας τον ανταρτοπόλεμο, ο Κ. Μητσοτάκης υφίσταται συνεχή αιμορραγία χωρίς να μπορεί να αντιμετωπίσει τους δύο πρώην πρωθυπουργούς, οι οποίοι έχουν κοινό στόχο να απαλλάξουν την παράταξή τους και τη χώρα από τον Κ. Μητσοτάκη.

(*) Ο Σπύρος Γκουτζάνης είναι έγκριτος Έλληνας δημοσιογράφος με πολυετή παρουσία στα Media.

Το ΝΑΤΟ κατευθύνεται στην Άγκυρα

Η ατζέντα της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα αναμένεται να επικεντρωθεί σε τρία ζητήματα: τις αμυντικές επενδύσεις, την αμυντική βιομηχανία και την υποστήριξη της Ουκρανίας.

Ως αναπόσπαστο μέρος της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ του 2026, το Φόρουμ θα φέρει σε επαφή ανώτερους αξιωματούχους του ΝΑΤΟ, των Συμμάχων και των εταίρων, ηγέτες της βιομηχανίας και τις κοινότητες που είναι υπεύθυνες για την προώθηση της βιομηχανίας και της καινοτομίας, για να συζητήσουν τα πιο πιεστικά ζητήματα.

 

 Tόνι Λόρενς*

Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα αναμένεται να επικεντρωθεί σε τρία ζητήματα: τις αμυντικές επενδύσεις, την αμυντική βιομηχανία και την υποστήριξη της Ουκρανίας. Με μια σύντομη ατζέντα, επικεντρωμένη σε πρακτικά ζητήματα, οι Σύμμαχοι ελπίζουν να προβάλουν ενότητα, αποφασιστικότητα και συνεχή πρόοδο στην οικοδόμηση μιας ισχυρότερης Ευρώπης σε ένα ισχυρότερο ΝΑΤΟ. Ωστόσο, παραμένει ο κίνδυνος οι εντάσεις στη διατλαντική σχέση να αναδυθούν και να επισκιάσουν την εκδήλωση.

Η διατλαντική σχέση έχει επιδεινωθεί σημαντικά από την τελευταία συνάντηση των Συμμάχων Αρχηγών Κρατών και Κυβερνήσεων στη Χάγη πριν από λίγο περισσότερο από ένα χρόνο. Τον Νοέμβριο, οι ΗΠΑ δημοσίευσαν μια νέα Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας, υπονοώντας παράξενα ότι η Ευρώπη αντιμετωπίζει «πολιτισμική διαγραφή». Τον Ιανουάριο, ο Πρόεδρος Τραμπ αρνήθηκε να αποκλείσει τη χρήση βίας για την προσάρτηση της Γροιλανδίας και απείλησε να επιβάλει δασμούς στα ευρωπαϊκά κράτη για την υποστήριξη της Δανίας. Τον Φεβρουάριο, οι ΗΠΑ επιτέθηκαν στο Ιράν, ξεκινώντας έναν πόλεμο με τον οποίο λίγοι Ευρωπαίοι συμφωνούν, και μια παρατεταμένη διαμάχη σχετικά με το πόσο μακριά θα πρέπει να αναμένεται από τους Συμμάχους να ακολουθήσουν τις προτεραιότητες της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ.

Οι Σύμμαχοι δεν μπορούν να περιμένουν να γεφυρώσουν αυτές τις βαθιές ρωγμές στην Άγκυρα. Αντίθετα, η Σύνοδος Κορυφής θα επικεντρωθεί σε τρεις τομείς όπου θα πρέπει να είναι σε θέση να επιδείξουν πρόοδο, αποφασιστικότητα και ενότητα. Ο πρώτος είναι οι αμυντικές δαπάνες και η ανάπτυξη δυνατοτήτων, που σημαίνει πρωτίστως, την πρόοδο των Ευρωπαίων Συμμάχων στην οικοδόμηση αυτού που η Συμμαχία αποκαλεί μια ισχυρότερη Ευρώπη σε ένα ισχυρότερο ΝΑΤΟ.

Δυνατότητα δημιουργίας

Το ΝΑΤΟ δεν θα δημοσιεύσει νέα επίσημα στοιχεία για τις αμυντικές δαπάνες πριν από τη σύνοδο κορυφής. Ωστόσο, σύμφωνα με τα στοιχεία του περασμένου έτους , οι Ευρωπαίοι Σύμμαχοι και ο Καναδάς αύξησαν τις συνολικές αμυντικές τους δαπάνες κατά σχεδόν 16% από το 2024-2025 (σταθερές τιμές 2021) και 19% το προηγούμενο έτος, υπερβαίνοντας κατά πολύ την ετήσια αύξηση της προηγούμενης δεκαετίας. Ο Γενικός Γραμματέας έχει επίσης αξιοποιήσει σε μεγάλο βαθμό το «Τρισεκατομμύριο Τραμπ» - την αύξηση των αμυντικών δαπανών της Ευρώπης και του Καναδά από το 2017.

Από την άλλη πλευρά, μόλις δημοσιευτούν, τα επίσημα στοιχεία του τρέχοντος έτους πιθανότατα θα καταγράφουν ότι οι αμυντικές δαπάνες ενός μικρού αριθμού Συμμάχων έχουν υποχωρήσει κάτω από το 2% του ΑΕΠ. Αυτό είναι ατυχές, δεδομένης της έμφασης που δίνουν οι ΗΠΑ στους στόχους αμυντικών δαπανών —3,5% του ΑΕΠ σε βασικές δαπάνες και 1,5% σε δαπάνες που σχετίζονται με την άμυνα— που συμφωνήθηκαν πέρυσι στη Χάγη.

Όσον αφορά τις δυνατότητες, οι Ευρωπαίοι Σύμμαχοι έχουν επεκτείνει σημαντικά τον κατάλογο των δυνάμεων που θα διαθέσουν στην SACEUR κατά τη διάρκεια κρίσεων και πολέμου - το Μοντέλο Δύναμης του ΝΑΤΟ. Αυτό περιλαμβάνει νέες κατανομές που θα αντισταθμίσουν εν μέρει τις μονάδες που οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν ότι θα αποσύρουν από τον κατάλογο. Είναι επίσης πιθανό ότι οι Σύμμαχοι θα εκμεταλλευτούν επίσης την ευκαιρία της συνόδου κορυφής για να ανακοινώσουν μια σειρά από νέα προγράμματα και πρωτοβουλίες δυνατοτήτων, συμπεριλαμβανομένου του τομέα της αμυντικής βιομηχανίας.

Αυτή θα είναι η δεύτερη εστίαση του ΝΑΤΟ στη σύνοδο κορυφής. Η βιομηχανική ικανότητα στον τομέα της άμυνας θα πρέπει να συνεχίσει να αυξάνεται και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού για να υποστηρίξει τόσο τον επανεξοπλισμό της Ευρώπης όσο και τη συνεχή βοήθειά της προς την Ουκρανία. Πέρα από το συντονιστικό ρόλο, το ΝΑΤΟ διαθέτει λίγα εργαλεία για να κατευθύνει την αμυντική βιομηχανία. Οι Σύμμαχοι μπορούν, ωστόσο, να στείλουν ισχυρά μηνύματα της δέσμευσής τους για βαθύ και μακροπρόθεσμο επανεξοπλισμό, μεταξύ άλλων μέσω του Φόρουμ Αμυντικής Βιομηχανίας της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ που θα διεξαχθεί παράλληλα με την ίδια τη σύνοδο κορυφής. Οι ΗΠΑ, οι οποίες έχουν καταστήσει την «υπερτροφοδότηση» της δικής τους βιομηχανικής βάσης στον τομέα της άμυνας έναν από τους τέσσερις άξονες προσπάθειας στην Εθνική Στρατηγική Άμυνας , θα επιδιώξουν να διασφαλίσουν ότι οι δικοί τους κατασκευαστές δεν θα αποκλειστούν από τις προσπάθειες επανεξοπλισμού της Ευρώπης.

Ουκρανία

Το τρίτο επίκεντρο της συνόδου κορυφής θα είναι η υποστήριξη της Ουκρανίας, την οποία το ΝΑΤΟ επιδιώκει να καταστήσει πιο δίκαιη, προβλέψιμη και βιώσιμη. Κατά την προετοιμασία για τη σύνοδο κορυφής, οι Σύμμαχοι δεν μπόρεσαν να καταλήξουν σε συναίνεση σχετικά με την πρόταση του Γενικού Γραμματέα να δεσμευτούν να δαπανήσουν το 0,25% του ΑΕΠ για βοήθεια στην Ουκρανία. Αυτό αναβιώνει μια προηγούμενη εσθονική πρόταση η οποία, εάν εφαρμοστεί, θα εγγυάται ετήσια υποστήριξη προς την Ουκρανία ύψους περίπου 120 δισεκατομμυρίων ευρώ. Αλλά το αν οι Σύμμαχοι θα συμφωνήσουν σε έναν στόχο, και ποιος θα μπορούσε να είναι αυτός ο στόχος, πιθανότατα δεν θα αποφασιστεί μέχρι να καθίσουν οι ηγέτες μαζί στην Άγκυρα.

Η Διακήρυξη της Άγκυρας αναμένεται, όπως και η Διακήρυξη της Χάγης του περασμένου έτους , να είναι σύντομη. Στις επίσημες ανακοινώσεις του, το ΝΑΤΟ είναι πολύ προσκολλημένο στη «συμφωνημένη γλώσσα». Η διακήρυξη πιθανότατα θα αναφέρεται για άλλη μια φορά στην «ακλόνητη» δέσμευση του ΝΑΤΟ για συλλογική άμυνα και θα επαναλαμβάνει τον κάπως αδύναμο χαρακτηρισμό της Ρωσίας ως μακροπρόθεσμης απειλής.

Επιπλέον, μπορεί να υπάρχουν μερικές λέξεις για τον υβριδικό πόλεμο. Οι ενισχυμένες δραστηριότητες επαγρύπνησης, όπως η Baltic Sentry, υποδεικνύουν την αυξημένη ετοιμότητα του ΝΑΤΟ να εμπλακεί σε αυτήν την προηγουμένως αυστηρά εθνική ευθύνη. Η Διακήρυξη πιθανότατα θα περιλαμβάνει επίσης μερικές λεπτεπίλεπτες λέξεις σχετικά με τον πόλεμο στο Ιράν.

Πολιτική Συμμαχίας

Συνολικά, το ΝΑΤΟ συνεχίζει να κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση. Οι Ευρωπαίοι Σύμμαχοι αναλαμβάνουν μεγαλύτερο μερίδιο του βάρους της ασφάλειας και στις Βρυξέλλες, οι σχεδιαστές κωδικοποιούν τις δεσμεύσεις τους σε συγκεκριμένα απογραφές και σχέδια που δίνουν στη Συμμαχία εμπιστοσύνη και αξιοπιστία. Από αυτή την άποψη, υπάρχουν κάθε λόγος για να είναι επιτυχημένη η Σύνοδος Κορυφής της Άγκυρας.

Ωστόσο, το ΝΑΤΟ είναι επίσης μια πολιτική συμμαχία και δεν είναι αδιανόητο ότι η πολιτική θα ρίξει τη σκιά της στην Άγκυρα. Η πρόθεση του Pete Hegseth να ανακοινώσει μεγαλύτερες μειώσεις των αμερικανικών στρατευμάτων στην Ευρώπη καθώς πλησίαζε η σύνοδος κορυφής -που εγγυόταν ότι θα χαλούσε ένα πάρτι- ματαιώθηκε από τους συναδέλφους του. Παρ' όλα αυτά, χρησιμοποίησε την παρέμβασή του στο υπουργείο Άμυνας του Ιουνίου για να επιπλήξει τους Συμμάχους για αθέμιτη χρήση και για την «επαίσχυντη» αντίδρασή τους στον πόλεμο στο Ιράν. Παραδόξως, αυτές οι παρατηρήσεις δημοσιοποιήθηκαν από το Πεντάγωνο.

Εν τω μεταξύ, λίγες μέρες πριν από τη σύνοδο κορυφής, ο Πρόεδρος Τραμπ χρησιμοποίησε την πλατφόρμα του Truth Social για να δείξει τη συνεχιζόμενη δυσαρέσκειά του για την ανισότητα στις αμυντικές δαπάνες μεταξύ των ΗΠΑ και των Ευρωπαίων Συμμάχων. Ένα cliffhanger τύπου ριάλιτι ή μια προμήνυση της διακοπής μιας προσεκτικά σχεδιασμένης συνόδου κορυφής; Όπως ο ίδιος λέει , «Θα το μάθετε».

(*) Ο Τόνι Λόρενς είναι επικεφαλής Προγράμματος Αμυντικής Πολιτικής και Στρατηγικής / Ερευνητής.
επιμέλεια Σπύρος Γκανής

Η τελευταία «πράξη του δράματος» στον ΣΥΡΙΖΑ και το πολιτικό face control του Τσίπρα

Η στρατηγική του Αλέξη Τσίπρα είναι ξεκάθαρη: Θέλει να αφήσει πίσω του τα βαρίδια της κομμουνιστογενούς Αριστεράς, τις ιδεολογικές αγκυλώσεις, τις εσωτερικές φατρίες, τα εύκολα συνθήματα και τις πολιτικές εμμονές που οδήγησαν τον ΣΥΡΙΖΑ σε αποσύνθεση.

Ο Αλέξης Τσίπρας θέλει να αποφύγει την εικόνα μιας μαζικής μετακόμισης του κομματικού μηχανισμού του ΣΥΡΙΖΑ στην ΕΛΑΣ. Δεν δείχνει λοιπόν διατεθειμένος να ανοίξει διάπλατα τις πόρτες του νέου εγχειρήματος. Αντίθετα, αντιμετωπίζει με εμφανή ψυχρότητα αρκετούς από εκείνους που σήμερα δηλώνουν έτοιμοι να τον ακολουθήσουν.


Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ έχει ουσιαστικά ολοκληρώσει τον πολιτικό του κύκλο. Λείπει μόνο η τυπική επικύρωση ενός τέλους που φαίνεται πλέον αναπόφευκτο. Τα στελέχη αποχωρούν με επιταχυνόμενο ρυθμό, ενώ όσοι παραμένουν δείχνουν να έχουν ήδη στραμμένο το βλέμμα τους προς την Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη (ΕΛΑΣ) του Αλέξη Τσίπρα.

Μόνο που στην ΕΛ.Α.Σ. δεν ισχύει "ελεύθερη είσοδος". Ο Τσίπρας έχει στήσει ένα ιδιότυπο πολιτικό face control. Δεν αρκεί να δηλώνει κάποιος "τσιπρικός" για να θεωρείται αυτονόητη η ένταξή του στο νέο κόμμα.

Ο πρώην πρωθυπουργός θέλει να αποφύγει την εικόνα μιας μαζικής μετακόμισης του κομματικού μηχανισμού του ΣΥΡΙΖΑ στην ΕΛΑΣ Δεν δείχνει λοιπόν διατεθειμένος να ανοίξει διάπλατα τις πόρτες του νέου εγχειρήματος. Αντίθετα, αντιμετωπίζει με εμφανή ψυχρότητα αρκετούς από εκείνους που σήμερα δηλώνουν έτοιμοι να τον ακολουθήσουν.

Αφήνει πίσω τα "βαρίδια"

Οι λόγοι είναι προφανείς. Ο Τσίπρας γνωρίζει ότι η επιτυχία ή η αποτυχία της ΕΛΑΣ θα κριθεί από το κατά πόσο θα πείσει ότι πρόκειται για μια πραγματικά νέα πολιτική πρόταση και όχι για έναν ΣΥΡΙΖΑ με διαφορετικό όνομα και νέο λογότυπο. Γι' αυτό επιδιώκει να στελεχώσει το κόμμα του με νέα πρόσωπα, ανθρώπους που δεν κουβαλούν τις φθορές της προηγούμενης δεκαετίας και μπορούν να απευθυνθούν σε ευρύτερο ακροατήριο, πέρα από τα στενά όρια της παραδοσιακής Αριστεράς.

Η στρατηγική του είναι ξεκάθαρη: Θέλει να αφήσει πίσω του τα βαρίδια της κομμουνιστογενούς Αριστεράς, τις ιδεολογικές αγκυλώσεις, τις εσωτερικές φατρίες, τα εύκολα συνθήματα και τις πολιτικές εμμονές που οδήγησαν τον ΣΥΡΙΖΑ σε αποσύνθεση.

Το face control δεν αφορά προσωπικές συμπάθειες ή αντιπάθειες. Είναι πολιτική στρατηγική. Ο Τσίπρας γνωρίζει ότι αν η ΕΛΑΣ γεμίσει με τα ίδια πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν στις εσωκομματικές συγκρούσεις και στην κυβέρνηση της "πρώτη φορά Αριστεράς", δεν θα έχει μέλλον. Θα καταρρεύσει πριν καν δοκιμαστεί στην κάλπη. Γι' αυτό αναζητεί νέα στελέχη, πρόσωπα από την κοινωνία, την αυτοδιοίκηση, την επιστήμη και την αγορά, τα οποία θα μπορούν να σηματοδοτήσουν μια πραγματική επανεκκίνηση.

Το κύκνειο άσμα του ΣΥΡΙΖΑ

Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ το επόμενο Σαββατοκύριακο αποκτά χαρακτήρα πολιτικού ορόσημου. Εκεί θα φανεί αν ο Παύλος Πολάκης μπορεί να συγκροτήσει έναν πυρήνα στελεχών που θα επιχειρήσει να κρατήσει το κόμμα όρθιο, ή αν θα επιβεβαιωθεί ότι ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται πλέον σε φάση οριστικής αποσύνθεσης.

Η αποκαλούμενη "φιλοτσιπρική" πτέρυγα βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα δύσκολο τρίλημμα:

  • Να αποχωρήσουν τα στελέχη της πριν από τη συνεδρίαση, επιταχύνοντας τις εξελίξεις;
  • Να επιλέξουν την αποχή, απονομιμοποιώντας τις διαδικασίες χωρίς να αναλάβουν το πολιτικό κόστος μιας ρήξης;
  • Ή να παραμείνουν για να δώσουν μάχες οπισθοφυλακών, γνωρίζοντας ότι η έκβαση δύσκολα μπορεί να αλλάξει;

Το παράδοξο είναι ότι, ενώ όλοι σχεδόν θεωρούν πολιτικά αυτονόητη τη μετακίνησή τους προς την ΕΛΑΣ, κανείς δεν μπορεί να είναι βέβαιος ότι θα βρει εκεί ανοιχτή πόρτα. Ο Αλέξης Τσίπρας δεν επιθυμεί μια μαζική μεταφορά του κομματικού μηχανισμού του ΣΥΡΙΖΑ στο νέο κόμμα. Αν συνέβαινε αυτό, η ΕΛ.Α.Σ. θα κινδύνευε να ταυτιστεί εξαρχής με όλα όσα ο ίδιος επιχειρεί να αφήσει πίσω.

Η πολιτική φυσιογνωμία της ΕΛΑΣ

Γι' αυτό και το πραγματικό πολιτικό ερώτημα των επόμενων εβδομάδων δεν είναι αν θα επιβιώσει ο ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό φαίνεται να έχει ήδη απαντηθεί από τις ίδιες τις εξελίξεις. Το ερώτημα είναι ποιοι θα περάσουν στην ΕΛΑΣ, με ποιους όρους και, κυρίως, ποιοι θα μείνουν εκτός.

Η μάχη, επομένως, δεν αφορά πλέον το μέλλον του ΣΥΡΙΖΑ. Αφορά τη φυσιογνωμία της ΕΛΑΣ. Ο Τσίπρας καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη να αξιοποιήσει έμπειρα στελέχη και στην επιδίωξή του να πείσει ότι το νέο κόμμα δεν αποτελεί αναπαλαίωση του παλιού, αλλά μια πραγματική πολιτική επανεκκίνηση.

Η συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής τοεπόμενο Σαββατοκύριακο ίσως αποτελέσει το κύκνειο άσμα του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν θα είναι όμως το τέλος της ιστορίας. Θα είναι η αρχή μιας νέας διαδικασίας: του πολιτικού face control στην ΕΛΑΣ. Εκεί θα κριθεί ποιοι θα περάσουν την πόρτα του νέου κόμματος και ποιοι θα μείνουν οριστικά έξω.

Αυτή η επιλογή ίσως αποδειχθεί εξαιρετικά σημαντική για τη διαμόρφωση της μελλοντικής πολιτικής φυσιογνωμίας της ΕΛΑΣ.

Χ. Νιάκας / ΣοφοκλέουςIn

© all rights reserved
customized with από: antikry.gr