Header Ads Widget

ΧΑΛΚΙΔΑ ΚΑΙΡΟΣ

Αποκλείει η πολιτική την αξιοπρέπεια;

Ο πολιτισμός μας σήμερα, γέννημα της Δυτικής Ευρώπης και παγκοσμιοποιημένος πια, θεμελιώνεται στην προτεραιότητα των ατομικών επιλογών, όχι στην προτεραιότητα των σχέσεων κοινωνίας.

επιφυλλίδα του Χρήστου Γιανναρά *

Ο πολιτισμός μας (τρόπος του βίου) σήμερα, γέννημα της Δυτικής Ευρώπης και παγκοσμιοποιημένος πια, θεμελιώνεται στην προτεραιότητα των ατομικών επιλογών, όχι στην προτεραιότητα των σχέσεων κοινωνίας.

Η φράση αυτή αρκεί για να εγκαταλείψει η πλειονότητα των αναγνωστών την ανάγνωση της επιφυλλίδας. Θα συνοδεύει την εγκατάλειψη κάποιος μορφασμός ή και ο ψίθυρος: «φιλοσοφίες»! – λέξη, που στην περίπτωση αυτή σημαίνει: φλυαρίες νοηματικών αναλύσεων, άχρηστη ενασχόληση της σκέψης με διασαφηνίσεις δίχως χρηστικό (ωφέλιμο) αποτέλεσμα.

Δεν έχουμε βοήθεια σήμερα, ούτε καν πρόκληση να αντιληφθούμε ότι η επιλογή είναι ενέργημα που προϋποθέτει μόνο την ατομική, νοητική και βουλητική, ικανότητα – αποφασίζεται και ενεργείται από το άτομο: τη νόηση, βούληση, ενστικτώδη επιθυμία του ατόμου. Τον ανεμπόδιστο, άσχετο, εγωτικό χαρακτήρα της επιλογής τον χαρακτηρίζουμε σήμερα «ελευθερία». Ο τρόπος του συλλογικού μας βίου (ο «πολιτισμός» μας) υπηρετεί, πριν από κάθε τι άλλο, την απεριόριστη δυνατότητα ατομικών επιλογών, την κατασφαλίζει ως «δικαίωμα» – και αυτό το λέμε «ελευθερία»: Να μπορώ να διαλέγω τις επαγγελματικές μου δραστηριότητες, την ιδεολογία και το κόμμα που με γοητεύει, τις ηθικές μου προτιμήσεις, τις μεταφυσικές μου παραδοχές – ό,τι προκρίνει η επιθυμία μου και καταξιώνει η λογική μου.

Η εμπειρία των γενεών, από καταβολής του ανθρώπινου είδους, μάλλον βεβαίωνε ότι η κάθε ατομική θέληση λειτουργεί με αυτονομία και χωρίς περιορισμούς, είναι ένα «ξέφραγο αμπέλι» ορμών, επιθυμιών, ορέξεων. Επομένως, η συνύπαρξη των ανθρώπων, αναγκαία και κοινά επιθυμητή για λόγους κυρίως χρηστικούς, γινόταν αδύνατη, χωρίς αμοιβαίες παραιτήσεις από συγκρουόμενες επιθυμίες. Για να συνυπάρξουμε οι άνθρωποι, έχουμε ανάγκες διαιτησίας, συμβάσεων, οριοθετήσεων τουλάχιστον της συμπεριφοράς. Έτσι ώστε να κοινωνηθεί η ανάγκη, να γίνεται η συνύπαρξη σχέση. Γεννήθηκαν λοιπόν οι συμβάσεις, οι νομοθεσίες, τα συστήματα (θεσμοί) Δικαίου, οι ποινές, τα «σωφρονιστήρια», η κωδικοποίηση της Ηθικής. Εξαίρεση, σε αυτή την πανανθρώπινη απαίτηση κωδικής χρησιμοθηρίας, ήταν οι Ελληνες: ο μόνος λαός που κατάλαβε και προσέλαβε τις σχέσεις, όχι σαν οριοθέτηση (περι-ορισμό) της εγωτικής αυθαιρεσίας, αλλά ως θελημένο και επιδιωκόμενο τρόπο («τάξη») αρμονικής («λογικής») συνύπαρξης. Για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία οι νόμοι – κανόνες της οργανωμένης συμβίωσης απέβλεψαν στην πραγματοποίηση όχι του χρησίμου, αλλά του αληθούς. Αληθινό για τους Ελληνες δεν είναι το ακριβές, αυτό που ορίζεται από κάποια αυθεντία ή με σύμβαση ως ορθό, γνήσιο, πρέπον. Αληθινό είναι «το κοινή πάσι φαινόμενον», αυτό που όλοι εμπειρικά γνωρίζουν και αναγνωρίζουν την υπαρκτική του ταυτότητα. Οι Ελληνες ήταν ο μόνος λαός που κατάλαβε το γεγονός της σχέσης, όχι σαν οριοθέτηση της εγωτικής αυθαιρεσίας με προκαθορισμένους και συντονισμένους φραγμούς, αλλά ως τον «τρόπον της του παντός διοικήσεως» (Ηράκλειτος), τρόπο σοφής αρμονίας και τάξης, που καθιστά το σύμπαν «κόσμον» – κόσμημα θαυμαστό. Και το κάλλος (ο τρόπος της συμπαντικής αρμονίας και τάξης) δεν μεταβάλλεται, δεν φθείρεται, δεν πεθαίνει – δηλαδή «αληθεύει», είναι η «κατ’ αλήθειαν» ύπαρξη.

Η ελληνική μοναδικότητα μέσα στην ιστορία σαρκώνεται σε τρόπο βίου: νοηματοδότησης του βίου και θεσμών λειτουργίας του βίου. Δεν έχει να κάνει με συναισθηματισμούς και φολκλορικές γραφικότητες. Αυτή η συνείδηση της ελληνικότητας αποδείχθηκε, για δύο αιώνες τώρα, δυσεπίτευκτος στόχος, ακατόρθωτος, δυσεκπλήρωτος – η πολιτική αφελληνισμού των Ελλήνων ασκήθηκε με όλη την απανθρωπία που χαρακτηρίζει τη Δύση στις επιδιώξεις της. Κορυφαίο επίτευγμα αυτής της πολιτικής, ισοδύναμο (σε «άλλο» πεδίο) με τη Μικρασιατική Καταστροφή, είναι η συναίνεση των Ελλαδιτών για την ιστορική τους εξαφάνιση, διά στόματος Κωνσταντίνου Καραμανλή λέγοντος: «Να γίνουμε Ευρωπαίοι, για να γίνουμε επιτέλους άνθρωποι».

Σαράντα επτά χρόνια μετά την απαλλαγή από τη μικρονοϊκή Δικτατορία των Συνταγματαρχών, μια μερίδα της (ακόμα ή περίπου) ελληνόφωνης ελλαδικής κοινωνίας ξέρει πια να αναγνωρίζει, πόσοι και ποιοι υπουργοί κάθε κυβέρνησης εξυπηρετούν ξένα συμφέροντα. Ποιοι πανάσχετοι με την εκπαιδευτική λειτουργία της κοινωνίας και τον σχεδιασμό των προοπτικών του κράτους αναλαμβάνουν να υπουργήσουν την Παιδεία, να καθορίσουν την ποιότητα του μέλλοντος των Ελλήνων. Γιατί κάθε κυβέρνηση από τις αρχές της δεκαετίας του ’50 έως και τον ΣΥΡΙΖΑ διεκπεραιώνει την ακόρεστη βουλιμία «συμμάχων» μας για «στρατιωτικές βάσεις» στην Ελλάδα – στη Σούδα της Κρήτης, στη Λάρισα, στον Βόλο, στην Αλεξανδρούπολη, στο Ακτιο. Και το ακραία προκλητικό: Αυτή η εκούσια (ερήμην της λαϊκής βούλησης) ειλωτεία προσφέρεται χωρίς το παραμικρό αντάλλαγμα εγγύησης της ακεραιότητας και ασφάλειας του χερσαίου, θαλάσσιου και εναέριου ελληνικού χώρου. Σύμμαχοι οι Ελληνες της Entente στον Α΄ Παγκόσμιο και οι Τούρκοι αντίπαλοί της, όμως βγήκαμε εμείς με χαμένη τη Μικρασία, τον Πόντο, την Ανατολική Θράκη – στο περιθώριο, οριστικά, της Ιστορίας. Ιδια ακριβώς επανάληψη και στον Β΄ Παγκόσμιο: σύμμαχοι εμείς των νικητών, «ουδέτεροι» οι Τούρκοι, όμως βγήκαμε με χαμένη τη μισή Κύπρο, τη Βόρεια Ηπειρο, τη Βόρεια Μακεδονία.

Η πολιτική στην Ελλάδα, παρά τις εξαιρέσεις, αποκλείει την αξιοπρέπεια.

______________________________

* Ο Χρήστος Γιανναράς γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε στα Πανεπιστήμια της Αθήνας, της Βόννης και της Σορβόννης. Επιφυλλιδογραφεί σε εφημερίδες παρεμβαίνοντας στην πολιτική και κοινωνική επικαιρότητα.

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *