Ευκλείδης Τσακαλώτος / Δημοσιονομικοί κανόνες και Συνταγματική Αναθεώρηση

υνταγματική Αναθεώρηση, Δημοσιονομική ισορροπία, Ευκλείδης Τσακαλώτος,

Στο νεοφιλελευθερισμό οι εργαζόμενοι και εργαζόμενες αποτελούν το αμορτισέρ του συστήματος...

    Η πρόταση του πρωθυπουργού για συνταγματική κατοχύρωση είτε ανεξάρτητων δημοσιονομικών αρχών είτε δημοσιονομικών κανόνων αποτελεί μία καθαρή παρέμβαση (ex parte) υπέρ των ισχυρών.


(…) πρόθεσή μας είναι μία γενναία, μία τολμηρή Συνταγματική Αναθεώρηση, που θα απαντά στις ανάγκες των εξελίξεων. Γι’ αυτό θα πρέπει, οπωσδήποτε, να προβλέπει και δικλίδες οι οποίες θα εγγυώνται τη μόνιμη δημοσιονομική ισορροπία (…) ώστε η χώρα να μην διολισθήσει ποτέ ξανά στα επικίνδυνα μονοπάτια του λαϊκισμού.

Όσο περνούν τα χρόνια γίνεται όλο και πιο πειστικό το επιχείρημα ότι οι δεκαετίες του 1950 και του 1960, για το δυτικό κόσμο τουλάχιστον, όσο αφορά τις οικονομικές επιδόσεις, ήταν outliers (εξαιρέσεις) όπως λέμε στη στατιστική. Επιδόσεις που δεν παρατηρούνται ούτε πριν την λεγόμενη «χρυσή εποχή» του καπιταλισμού ούτε μετέπειτα. Εκείνη την περίοδο σημειώθηκαν υψηλότεροι ρυθμοί ανάπτυξης και αύξησης της παραγωγικότητας, σταθερή αύξηση των πραγματικών μισθών, χαμηλή ανεργία, και διαρκής ενίσχυση του κοινωνικού κράτους. Το ερώτημα που θέλω να εξετάσω εδώ είναι γιατί αυτές οι εντυπωσιακές οικονομικές επιδόσεις επιτεύχθηκαν χωρίς την ύπαρξη ανεξάρτητων κεντρικών τραπεζών, πόσο μάλλον ανεξάρτητων δημοσιονομικών αρχών.

Κυριάκος Μητσοτάκης, Διάγγελμα για τη Συνταγματική Αναθεώρηση 2/2/2026


Ένας βασικός λόγος ήταν η ύπαρξη μιας κοινωνικής συναίνεσης όπου οι εργαζόμενοι επωφελούνταν από τις αυξήσεις στους μισθούς, στον κοινωνικό μισθό και την ύπαρξη καλών θέσεων εργασίας αποδεχόμενοι ως αντάλλαγμα να μην αμφισβητείται η κυριαρχία των επιχειρήσεων σε στρατηγικά ζητήματα όπως οι επενδύσεις ή η χρήση ορυκτών καυσίμων στην οικονομία. Το τελευταίο είναι ακόμα πιο σοβαρό ζήτημα αν σκεφτεί κανείς όλες τις συνέπειες για την κλιματική κρίση που τώρα ξέρουμε. Είναι αξιοσημείωτο δε ότι, σε εκείνη την εποχή, η ανησυχία για τον πληθωρισμό δεν προερχόταν από το αριστερό φάσμα της πολιτικής. Οι εργαζόμενοι γνώριζαν ότι με ένα χαμηλό πληθωρισμό, κάποιες φορές θα ήταν κερδισμένοι, κάποιες φορές θα ήταν χαμένοι, αλλά στο σύνολο η ύπαρξη ισχυρών συνδικάτων θα διασφάλιζε ότι ο πληθωρισμός μακροπρόθεσμα δεν θα ανέκοπτε τη σταθερή αύξηση του πραγματικού μισθού. Τελικά ήταν θέμα συσχετισμών δυνάμεων.

Το φαινόμενο του στασιμοπληθωρισμού τη δεκαετία του 1970 άλλαξε τα πάντα. Η απάντηση του νεοφιλελευθερισμού, από το πολιτικό φάσμα που πάντα ανησυχούσε για τον πληθωρισμό, ήταν η σύσταση ανεξάρτητων κεντρικών τραπεζών και σταδιακά ένας αυξανόμενος ρόλος σε «ανεξάρτητες» δημοσιονομικές αρχές. Αυτό σηματοδοτούσε ότι οι κυβερνήσεις πια δεν είχαν το στόχο διασφάλισης της πλήρους απασχόλησης. Στη δύση του νεοφιλελευθερισμού, μετά το 2009, αυτοί που ανησυχούν για τον πληθωρισμό πια προέρχονται από το αριστερό φάσμα της πολιτικής γιατί στο δεξιό φάσμα ποσώς τους ενδιαφέρουν οι τεράστιες ανισότητες που δημιουργήθηκαν ή η διατήρηση της πλήρους απασχόλησης. Τώρα πια δεν υπάρχουν τα ισχυρά συνδικάτα για να προστατέψουν τους μισθούς των εργαζομένων, και για αυτό το λόγο η ακρίβεια αποτελεί τόσο καυτό πολιτικό θέμα.

Οι μακροοικονομικές ανισορροπίες συνήθως προκύπτουν από ανεπίλυτα κοινωνικά ζητήματα. Ή αλλιώς, η ύπαρξη τέτοιων ανισορροπιών προκύπτει όταν οι υποβόσκουσες κοινωνικές συγκρούσεις δεν έχουν επιλυθεί. Αυτές μπορούν να εκδηλωθούν είτε με υψηλότερη ανεργία, είτε με υψηλότερο πληθωρισμό, είτε με αύξηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Ο Wolfgang Streeck έχει αναλύσει σε βάθος το πως, μετά από τη δεκαετία του 1970, αυξήθηκαν όλα τα είδη των χρεών (ιδιωτικό, δημόσιο, χρηματοπιστωτικό, εταιρικό), ακριβώς γιατί οι κυβερνήσεις ενώπιον των κοινωνικών προβλημάτων προτίμησαν να κλωτσήσουν το τενεκεδάκι λίγο παραπέρα.

Άρα το ζήτημα είναι αν η επίλυση των δημοσιονομικών ανισορροπιών, και το κοινωνικό ζήτημα που υποβόσκει, είναι θέμα τεχνοκρατικό ή θέμα πολιτικό. Πρέπει να έχεις καταπιεί πολλή ορθόδοξη ιδεολογία στα οικονομικά για να ισχυριστείς ότι οι ανεξάρτητες κεντρικές τράπεζες δουλεύουν τεχνοκρατικά και δεν λειτουργούν για τα συμφέροντα του χρηματοπιστωτικού τομέα. Ακόμα και αν υπάρχει συναίνεση για τη μείωση του πληθωρισμού υπάρχουν πολλά μονοπάτια που μπορεί να ακολουθήσει η πολιτική μέχρι να μειωθεί ο πληθωρισμός (απότομη μείωση, σταδιακή μείωση ή κάτι ενδιάμεσο). Υπάρχουν και διαφορετικοί κερδισμένοι και χαμένοι σε κάθε ένα από αυτά τα μονοπάτια, κάτι που είναι εμφανώς ένα πολιτικό και όχι ένα τεχνοκρατικό ζήτημα.

Τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα όταν μιλάμε για τη δημοσιονομική πολιτική. Γιατί αν ο στόχος είναι να επέλθει η δημοσιονομική σταθερότητα χρειάζεται να αποφασίσει κανείς ποιοι φόροι θα αυξηθούν και ποιες μειώσεις φόρων δεν θα αγγίξουμε, ποιες δαπάνες πρέπει να περικοπούν και ποιες είναι στο απυρόβλητο σαν ιερές αγελάδες. Αν αυτές δεν είναι πολιτικές αποφάσεις, τότε ποιες είναι; Επιπλέον, πως περνάς από ένα σημείο αστάθειας σε ένα άλλο σημείο σταθερότητας εξαρτάται από το οικονομικό μοντέλο που έχει κανείς στο μυαλό του: Τους διάφορους πολλαπλασιαστές της οικονομίας, αν το σημερινό υψηλό επιτόκιο αντικατοπτρίζει μια αύξηση του ονομαστικού επιτοκίου ή του πραγματικού, αν ο τωρινός πληθωρισμός είναι αποτέλεσμα κλυδωνισμών ζήτησης ή προσφοράς, και άλλα πολλά.

Δεν είναι ότι η Αριστερά αδιαφορεί για τη δημοσιονομική σταθερότητα. Αλλά ότι ο τρόπος που επιλέγεις να αντιμετωπίσεις κάποια δημοσιονομική ανισορροπία πρέπει να δίνει απαντήσεις και στο κοινωνικό ζήτημα. Στο νεοφιλελευθερισμό οι εργαζόμενοι και εργαζόμενες αποτελούν το αμορτισέρ του συστήματος. Αφού ο δημοσιονομικός κανόνας στοχεύει στον πληθωρισμό και όχι στην πλήρη απασχόληση τότε επαφίεται στους εργαζόμενους να μειώσουν το μισθό τους αν δεν θέλουν να μείνουν άνεργοι. Βέβαια για κάποιο χρονικό διάστημα το οικογενειακό εισόδημα, ιδιαίτερα στις χώρες με ανεπτυγμένο χρηματοπιστωτικό σύστημα, μπορεί να ενισχυθεί (ή τουλάχιστον να μην μειωθεί) μέσω τραπεζικού δανεισμού. Αλλά τα όρια αυτού του ιδιότυπου χρηματοπιστωτικού κεϋνσιανισμού φάνηκαν με την κρίση του 2009. Εναλλακτικά σε χώρες όπως η Ελλάδα, χωρίς ανεπτυγμένο χρηματοπιστωτικό σύστημα, η λύση μπορεί να έρθει από δημοσιονομικά ελλείμματα για τη στήριξη του κοινωνικού μισθού. Αν και αυτό δεν συμπεριλαμβάνεται στη Βίβλο του νεοφιλελευθερισμού, ο πειρασμός πάντα υπάρχει.

Η πρόταση του πρωθυπουργού για συνταγματική κατοχύρωση είτε ανεξάρτητων δημοσιονομικών αρχών είτε δημοσιονομικών κανόνων αποτελεί μία καθαρή παρέμβαση (ex parte) υπέρ των ισχυρών. Ιδιαίτερα αν αυτό το δημοσιονομικό πλαίσιο συνοδεύεται με την εμμονή μειώσεων φόρων. Άρα ο ρόλος της Αριστεράς δεν είναι να αμφισβητήσει την ανάγκη δημοσιονομικής σταθερότητας αλλά να επιμείνει ότι στην καρδιά του προβλήματος βρίσκεται το κοινωνικό ζήτημα, ιδιαίτερα πως θα αντιμετωπιστούν οι κοινωνικές ανισότητες. Και αυτό είναι εξόχως πολιτικό ζήτημα.
Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος είναι Έλληνας οικονομολόγος και πολιτικός, ο οποίος τον Φεβρουάριο του 2026 συνεχίζει την πολιτική του δράση ως κορυφαίο στέλεχος της Νέας Αριστεράς.

Δεν υπάρχουν σχόλια

Δημοσίευση σχολίου

© all rights reserved
customized with από: antikry.gr