ΧΑΛΚΙΔΑ ΚΑΙΡΟΣ

Σε επικίνδυνο ρόλο κομπάρσου στον πόλεμο των ΗΠΑ – Ισραήλ στο Ιράν εμπλέκει την Ελλάδα η κυβέρνηση

Η Ελλάδα πλέον έχει να αντιμετωπίσει ένα νέο γεωπολιτικό περιβάλλον και να κινηθεί μέσα στις νέες συνθήκες που διαμορφώνονται...

Μετά τον πόλεμο στο Ιράν θα υπάρξουν μεγάλες ανατροπές, όχι μόνο για τη γεωπολιτική ισορροπία στην Ευρώπη αλλά και στην αρχιτεκτονική ασφάλειας στη Μέση Ανατολή και στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Ελλάδα, έστω και τώρα, είναι υποχρεωμένη να κοιτάξει μακριά, προκειμένου με συμμαχίες αλλά και με πρωτοβουλίες να πάρει θέση εγκαίρως σε αυτό το νέο σκηνικό.


Ανοχύρωτη βρίσκεται η Ελλάδα απέναντι στις δύο μεγάλες κρίσεις που είναι σε εξέλιξη στη γειτονιά μας, καθώς η ταύτισή της με τους Αμερικανούς δεν αποδίδει τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Αντιθέτως, μετατρέπει την Ελλάδα σε μέρος του πολέμου, όχι μόνο στην Ουκρανία αλλά και στο Ιράν.

Η Ελλάδα πλέον έχει να αντιμετωπίσει ένα νέο γεωπολιτικό περιβάλλον και να κινηθεί μέσα στις νέες συνθήκες που διαμορφώνονται, όπου είναι πλέον προφανές ότι οι καλές σχέσεις με την κ. Γκίλφοϊλ και ορισμένους υπουργούς της κυβέρνησης Τραμπ δεν έχουν καμία αξία, ενώ αμφισβητείται ευθέως από τον αμερικανό Πρόεδρο ακόμη και η ίδια η ύπαρξη του ΝΑΤΟ ως βασικού πυλώνα της ευρωατλαντικής ασφάλειας.

Μετά τον πόλεμο στο Ιράν θα υπάρξουν μεγάλες ανατροπές, όχι μόνο για τη γεωπολιτική ισορροπία στην Ευρώπη αλλά και στην αρχιτεκτονική ασφάλειας στη Μέση Ανατολή και στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Ελλάδα, έστω και τώρα, είναι υποχρεωμένη να κοιτάξει μακριά, προκειμένου με συμμαχίες αλλά και με πρωτοβουλίες να πάρει θέση εγκαίρως σε αυτό το νέο σκηνικό.

Ο τρόπος με τον οποίο πολιτεύεται ο Πρόεδρος Τραμπ και η απαξίωση από τον ίδιο τόσο των συμμάχων όσο και του ΝΑΤΟ φέρνει πιο κοντά το μεγάλο ερώτημα της ευρωπαϊκής άμυνας και ασφάλειας, το οποίο, προφανώς, δεν μπορεί να καλυφθεί μέσα σε έξι μήνες ή έναν χρόνο και θα απαιτήσει μακροχρόνιο σχεδιασμό, τεράστιους πόρους και, επίσης, θα πρέπει να ξεπεράσει το μεγάλο εμπόδιο που υφίσταται στην Ευρώπη και δεν είναι άλλο από την ομοφωνία.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, η Ελλάδα θα πρέπει να βρεθεί στον σκληρό πυρήνα αυτού του εγχειρήματος, όχι απλώς ως καταναλώτρια εξοπλισμών από τις ευρωπαϊκές χώρες, αλλά με δημιουργική διπλωματία, η οποία θα διασφαλίσει και την ισχυροποίηση του άρθρου 42 παρ. 7 της Συνθήκης της Λισαβόνας. Διότι το άρθρο αυτό, που προβλέπει την αμοιβαία συνδρομή σε περίπτωση που κάποιο μέλος της ΕΕ δεχθεί επίθεση, είναι και το μοναδικό όπλο το οποίο θα έχει η Αθήνα έναντι της βασικής απειλής που αντιμετωπίζει, αυτής από την Τουρκία.

Αυτό θα πρέπει να μπει στην πρώτη γραμμή της ελληνικής διπλωματικής διεκδίκησης σε ευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς, όπως όλα δείχνουν, το αντίστοιχο άρθρο 5 του ΝΑΤΟ αμφισβητείται ήδη από τον Πρόεδρο Τραμπ. Ποτέ, εξάλλου, δεν θα έπρεπε η Ελλάδα να στηρίζεται αποκλειστικά στο άρθρο αυτό, καθώς η ενεργοποίησή του προφανώς θα προσέκρουε στο βέτο της Τουρκίας εντός της Συμμαχίας, αφήνοντας έτσι ουσιαστικά απροστάτευτη τη χώρα, αφού η απειλή προέρχεται από κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ.

Η ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος της χώρας, που επιδιώκεται τα τελευταία χρόνια, και η νέα μεταρρύθμιση που φέρνει στις Ένοπλες Δυνάμεις και στο αμυντικό δόγμα ο Νίκο Δένδιας είναι σημαντικά, αλλά είναι σαφές ότι δεν αρκούν προκειμένου να αντιμετωπίσουν πλήρως την Τουρκία, η πολεμική μηχανή της οποίας έχει περάσει σε άλλα επίπεδα, με την εκρηκτική ανάπτυξη της πολεμικής βιομηχανίας της.

Ο πόλεμος στο Ιράν έχει δικαιολογημένα αποσπάσει το ενδιαφέρον των Τούρκων από την Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο και ίσως αυτό να δημιουργεί εσφαλμένες εντυπώσεις ότι αποτελεί αποτέλεσμα της κατευναστικής πολιτικής που ασκεί η κυβέρνηση. Όμως, ακόμη και εν μέσω του πολέμου, η Τουρκία έδειξε, όταν χρειάστηκε, ότι είναι παρούσα με όλο το φάσμα των διεκδικήσεών της, αν και έδωσε βάρος κυρίως στο θέμα της μετακίνησης δυνάμεων στην Κύπρο και της εγκατάστασης των Patriots στην Κάρπαθο.

Οι πραγματικές διαθέσεις της Τουρκίας θα αποδειχθούν και πάλι μόλις η Αθήνα επιχειρήσει να ασκήσει τα κυριαρχικά της δικαιώματα σε περιοχές τις οποίες η Τουρκία αμφισβητεί. Προς το παρόν, και η Αθήνα, αποφεύγοντας κινήσεις και πρωτοβουλίες που αφορούν την άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων, συντηρεί αυτό το κλίμα των «ή­ρεμων νερών».

Όμως, από τον πόλεμο στο Ιράν είναι πολύ πιθανό η Τουρκία να βγει ενισχυμένη, παρά την αρχική αμηχανία του Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος δεν έκρυβε τη φιλική προσέγγιση προς την Τεχεράνη και τη βαθιά εχθρότητά του προς το Ισραήλ. Ωστόσο, η Τουρκία κατόρθωσε και πάλι να βρεθεί στο παιχνίδι των μεσολαβητών, μαζί με το Πακιστάν και την Αίγυπτο, και να συνδεθεί, μέσω αυτής της διαδικασίας, περισσότερο με τη Σαουδική Αραβία.

Η Αθήνα παραμένει, έστω και πιο διακριτικά, στο πλευρό του Ισραήλ, μια σχέση η οποία έχει αποδώσει μέχρι τώρα, αλλά με μεγάλο κόστος για τη χώρα μας. Δεν θα πρέπει να υπάρχουν ψευδαισθήσεις ότι, στην περίπτωση έ­ντασης με την Τουρκία, το Ισραήλ, έχοντας τόσα ανοιχτά μέτωπα, θα είχε τη δυνατότητα, τις δυνάμεις και την πολιτική βούληση να σπεύσει προς βοήθεια της χώρας μας. Επίσης, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η στενή σχέση της Αθήνας με το Ισραήλ τη μετατρέπει συχνά σε απολογητή των εγκλημάτων πολέμου που πιθανόν διαπράττονται στη Γάζα, στον Λίβανο και στο Ιράν, απέναντι στις αραβικές χώρες αλλά και στο ίδιο το Ιράν. Συνεπώς, θα πρέπει να αναζητηθεί μια πιο αποστασιοποιημένη στάση απέναντι σε συγκεκριμένες επιλογές του Μπέντζαμιν Νετανιάχου, οι οποίες μάλιστα δεν βρίσκουν στήριξη ούτε στο εσωτερικό της χώρας του.

Σε ό,τι αφορά τους Άραβες του Κόλπου, η περιοδεία του Νίκου Δένδια στο Κατάρ, στα Εμιράτα και στη Σαουδική Αραβία έδειξε ότι υπάρχει δυνατότητα για πιο ουσιαστικές σχέσεις με τις χώρες αυτές. Όλα, όμως, θα κριθούν από την έκβαση του πολέμου στον Κόλπο. Είναι πολύ πιθανό, σε μια μακρά πορεία ειρήνευσης, να υποχρεωθούν και οι Άραβες να συνομιλήσουν και να συνεργαστούν με την Τουρκία, προκειμένου να εξασφαλιστεί ένα modus vivendi με την Τεχεράνη, που θα αποτρέψει νέα επεισόδια και επιθέσεις εναντίον των δικών τους υποδομών. Και μπορεί οι μοναρχίες του Κόλπου να περιμένουν από τις ΗΠΑ τα επόμενα βήματα για ένα νέο σύστημα ασφάλειας στην περιοχή, όμως, δεν ξεχνούν ότι οι επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν άνοιξαν τον ασκό του Αιόλου, που τις μετέτρεψε σε στόχο των Ιρανών.

Η ελληνική κυβέρνηση πανηγυρίζει για τις ενεργειακές συμφωνίες που υπέγραψε με την κυβέρνηση Τραμπ. Όμως, δεν μπορεί να παραβλεφθεί, την τελευταία πενταετία, η ζημιά που έχει προκληθεί από τον πόλεμο της Ουκρανίας και τη διακοπή της φθηνής ρωσικής ενέργειας, στο πλαίσιο της προσπάθειας απεξάρτησης της Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο. Ουσιαστικά, τώρα υπάρχει εξάρτηση από την αμερικανική ενέργεια, σε μια περίοδο μάλιστα όπου ο αμερικανός Πρόεδρος, βλέποντας πόσο ευάλωτη είναι η Ευρώπη, την καλεί εκβιαστικά είτε να υποστεί ένα ενεργειακό σοκ είτε να συνδράμει στον πόλεμο τον οποίο ο ίδιος κήρυξε εναντίον του Ιράν, προκειμένου, όπως λέει, να ανοίξουν τα Στενά του Ορμούζ από εκείνους που παίρνουν πετρέλαιο από εκεί.

Ο Πρόεδρος Τραμπ χρησιμοποιεί το πετρέλαιο και το LNG που γενναιόδωρα προσφέρει στην Ευρώπη και στην Ελλάδα ώστε, προκαλώντας μια νέα εξάρτηση από τις ΗΠΑ, να μπορεί να εκβιάζει, απαιτώντας την πλήρη χειραγώγηση των συγκεκριμένων χωρών.

Δυστυχώς, η κυβέρνηση δεν αντιλαμβάνεται την κρισιμότητα των στιγμών και, βυθισμένη στα σκάνδαλα, δεν δείχνει ικανή να αντιμετωπίσει τις μεγάλες προκλήσεις και να εκμεταλλευθεί τις ευκαιρίες που μπορεί να προσφέρει η νέα εποχή που θα ξημερώσει στη Μέση Ανατολή και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Κωνσταντίνος Τσάκαλος / ΤΟ ΠΑΡΟΝ


Δημοσίευση σχολίου

Νεότερη Παλαιότερη