Μετανάστες του κλίματος «γεννά» η κλιματική κρίση

Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Ύπατης Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες, κατά μέσο όρο 21,5 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν εκτοπιστεί βίαια κάθε χρόνο από το 2008 εξαιτίας κινδύνων που σχετίζονται με τις καιρικές συνθήκες (όπως πλημμύρες, καταιγίδες, πυρκαγιές, ακραίες θερμοκρασίες)

 

 

Ιωάννα Καρδάρα*

Η κλιματική μετανάστευση θα αποτελέσει αναπόφευκτα μία από τις σημαντικότερες προεκτάσεις της κλιματικής κρίσης στον πλανήτη, πυροδοτώντας αλυσιδωτές επιπτώσεις λόγω των μαζικών μετακινήσεων πληθυσμών. Αυτό εξηγεί στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο διεθνής σύμβουλος κυβερνήσεων κρατών και πόλεων για την υγεία και τη βιωσιμότητα, πρώην διευθυντής Πολιτικής και Διακυβέρνησης για την Υγεία και την Ευεξία (Ευρωπαϊκή Περιφέρεια Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας), καθηγητής, Δρ. Άγις Δ. Τσουρός. 

Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Ύπατης Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες, κατά μέσο όρο 21,5 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν εκτοπιστεί βίαια κάθε χρόνο από το 2008 εξαιτίας κινδύνων που σχετίζονται με τις καιρικές συνθήκες (όπως πλημμύρες, καταιγίδες, πυρκαγιές, ακραίες θερμοκρασίες). Η μεταναστευτική κρίση μοιάζει αναπόφευκτη, παρότι η κλιματική μετανάστευση δεν θα προκύψει στο άμεσο αύριο, τονίζει ο κ. Τσουρός και σημειώνει ότι τα κράτη θα πρέπει να προετοιμαστούν για τις «αλυσιδωτές καταστάσεις που θα πυροδοτηθούν».

«Η ΕΕ δεν κατάφερε να έχει μία ενιαία πολιτική στο ζήτημα των μαζικών μετακινήσεων πληθυσμών. Δεν είναι στο άμεσο αύριο, αλλά αν δεν είμαστε προνοητικοί και δεν επενδύουμε στο τι θα συμβεί μπορεί να βρεθούμε αντιμέτωποι με μεγάλες κρίσεις κοινωνικές. Χρειάζεται ετοιμότητα, πρέπει να επενδύσουμε σε αυτό όχι μόνο επί χάρτου», επισημαίνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Τσουρός. Όπως υπογραμμίζει, η λέξη κλειδί είναι η ανθεκτικότητα και σε αυτήν θα πρέπει τα κράτη να δώσουν ιδιαίτερη έμφαση. «Χρειάζεται να εστιάσουμε στην αναγκαιότητα να αντιληφθούμε ότι η έννοια της προετοιμασίας έχει πολιτική στρατηγική και διάσταση. Η λέξη κλειδί είναι η ανθεκτικότητα δηλαδή πώς μπορούν οι κοινωνίες να ετοιμάζονται με σχέδια, με προσομοιώσεις, με δομές με προσωπικό με επενδύσεις, με συστήματα ανταπόκρισης σε τέτοια φαινόμενα, αλλά και με έναν πολίτη που θα είναι πολύ πιο ενεργός όχι παθητικός δέκτης μηνυμάτων, που συμμετέχει στις αποφάσεις ειδικά στο επίπεδο το τοπικό των κοινωνιών, με ικανότητες, δεξιότητες, πληροφορία. Η συμμετοχή στις αποφάσεις σημαίνει ότι αυξάνουμε το κοινωνικό κεφάλαιο και δημιουργούμε δυνατότητες κοινωνικής ενδυνάμωσης. Έτσι, μπορούμε να χτίσουμε επίπεδα ανθεκτικότητας που είναι προϋπόθεση για να μπορέσει κανείς να ζει με τέτοιες απειλές. Είναι ανάγκη να επενδύουμε στο ω μη γένοιτο», σημειώνει ο κ. Τσουρός.

Με πολυετή εμπειρία στους τομείς πολιτικές και διακυβέρνηση για την υγεία, υγιείς πόλεις, ισότητα, πρόληψη, προαγωγή υγείας και συστήματα δημοσίας υγείας ο Δρ Τσουρός χαίρει διεθνούς αναγνώρισης για το έργο του. Στη διάρκεια της 27-ετούς πορείας του στον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας είχε επίσης την ευθύνη βασικών τομέων, όπως των χρόνιων νοσημάτων, των ευάλωτων πληθυσμών, της περιβαλλοντικής υγείας, και της υγείας των μεταναστών, ενώ είχε τον ηγετικό ρόλο για την ανάπτυξη του παγκόσμιου κινήματος «Υγιείς Πόλεις» και της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής για την Υγεία και Ευεξία - Health 2020. Μελετώντας διεξοδικά τις επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης ο κ. Τσουρός διαπιστώνει ότι οι ανισορροπίες που προκαλούνται στο περιβάλλον εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής μπορεί να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις και τις συνθήκες εκείνες ώστε να εμφανίζονται καινούριες επιδημίες και πανδημίες σε πολύ μεγαλύτερη συχνότητα.


Η κλιματική κρίση θα οδηγήσει σε συχνότερες πανδημίες

«Η κλιματική κρίση δημιουργεί ανισορροπίες στο περιβάλλον με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν προϋποθέσεις και συνθήκες μεταφοράς και εμφάνισης και καινούριων επιδημιών και πανδημιών σε συχνότητα πολύ μεγαλύτερη από αυτήν που ξέραμε. Διευκολύνονται αυτές οι καταστάσεις ουσιαστικά» αναφέρει χαρακτηριστικά.

Όπως εξηγεί, οι κίνδυνοι από την κλιματική κρίση εμφανίζονται με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους. «Τα ακραία καιρικά φαινόμενα για παράδειγμα έχουν άμεσα ή έμμεσα τρομακτικές επιπτώσεις για την υγεία, αλλά και την επίδραση στην ποιότητα του αέρα που αναπνέουμε, στο νερό, την ποιότητα και την ποσότητά του, στα τρόφιμα, στην ποιότητά τους (ασφάλεια) αλλά και στην παραγωγή, στις καλλιέργειες. Μπορεί να φτάσουμε να έχουμε λιμούς σε σημεία του πλανήτη λόγω ανυδρίας, δεν θα είναι δυνατόν να υπάρχει σωστή γεωργία. Και μετά, υπάρχει το θέμα των μεταδιδόμενων νοσημάτων. Γινόμαστε όλο και πιο ευάλωτοι και μέσα σε αυτή την εξίσωση υπάρχει ο κίνδυνος μίας καινούριας πανδημίας. Ο λόγος είναι ότι καταστρέφεται η ισορροπία στο σύστημα. Δεν πρέπει λοιπόν να βλέπουμε την κλιματική κρίση μονοδιάστατα. Ο πιο σωστός τρόπος να το βλέπει κανείς είναι να εξετάζεται ταυτόχρονα η ισορροπία στο περιβάλλον, στις ανθρώπινες κοινότητες, καθώς και οι διαταραχές μέσα σε αυτό το σύστημα», σημειώνει ο Δρ Α. Τσουρός.

Σύμφωνα με τον κ. Τσουρό η απειλή της κλιματικής κρίσης πέρα από τις οικονομικοκοινωνικές διαστάσεις που λαμβάνει δημιουργεί ταυτόχρονα τεράστια ανασφάλεια και αβεβαιότητα. «Οι άνθρωποι που ζουν στη φτώχεια, οι άνθρωποι που μπορεί να είναι περιθωριοποιημένοι, οι κοινωνικά ευάλωτοι εκτίθενται σε πολλαπλούς κινδύνους», επισημαίνει ο κ. Τσουρός.

Κλιματική κρίση και ψυχική υγεία

Η κλιματική κρίση έρχεται να επιβαρύνει την ψυχική υγεία όλων και ιδιαίτερα των νέων ανθρώπων. «Η ψυχική υγεία δεν επηρεάζεται μόνο από την κλιματική αλλαγή αλλά σκεφτείτε όταν συμβαίνει μία φυσική καταστροφή τι τεράστιες συνέπειες θα έχει στην ψυχική υγεία των ανθρώπων. Είναι ένα τεράστιο άγχος, μία τεράστια απειλή για την ψυχική υγεία σε έναν κόσμο που είναι αβέβαιος, που έχει διαταραχθεί η ισορροπία του από κάθε άποψη και οικονομικά και γεωπολιτικά και από την ανισορροπία που έχουμε στο κλίμα. Ό,τι λέγαμε στην πανδημία ότι διαχειριζόμαστε το άγνωστο, ισχύει και τώρα. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μία κατάσταση που μπορεί να είναι γενεσιουργός αιτία, να είναι η πηγή πολλών δεινών. Μέσα σε όλο αυτό, ζει κανείς με ένα μόνιμο άγχος, στρες, το eco - anxiety, που είναι το άγχος που δημιουργείται από αυτή την απειλή. Αυτές οι απειλές δεν είναι ακριβώς αόρατες αλλά έχουν κάτι το αναπάντεχο. Σε κρατάει σε μία αβέβαιη εγρήγορση ακόμα και το πώς σκέφτεσαι το αύριο και το μεθαύριο της ζωής σου», υπογραμμίζει ο κ. Τσουρός.

Σύμφωνα με τον κ. Τσουρό ο μετριασμός των επιπτώσεων της κλιματικής κρίσης μπορεί να επέλθει τόσο με τη δημιουργία ανθεκτικών κοινωνιών όσο και με την ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου σχεδίου για τη δημόσια υγεία που θα τους περιλαμβάνει όλους. Συντονίζοντας από το 2020 (ως πρόεδρος της επιστημονικής επιτροπής) την εκπόνηση Σχεδίου για τη Δημόσια Υγεία στον 21ο, μια πρωτοβουλία του Ιδρύματος Μποδοσάκη, ο κ. Τσουρός επισημαίνει ότι χρειάζεται μεγάλη επένδυση σε ένα κρατικό σύστημα δημόσιας υγείας που θα προάγει την πρόληψη, την προστασία και τη διαχείριση κρίσεων. «Έπειτα από την κρίση της παδημίας, έπρεπε κάθε χώρα να ξανασκεφτεί, να επαναπροσδιορίσει το περιεχόμενο, την ποιότητα, την αποτελεσματικότητα του συστήματος υγείας. Αυτά τα μαθήματα που πήραμε μετατρέπονται σε πολιτική βούληση για μια δημόσια υγεία, κρατική ισχυρή διατομεακή που θα είναι βασισμένη στις αξίες των αρχών της βιωσιμότητας των Ηνωμένων Εθνών, της ισότητας, της προσβασιμότητας κι αυτά πάνε χέρι χέρι με την κλιματική κρίση. Είναι η κατάλληλη στιγμή να βάλουμε τα θεμέλια για μία δημόσια υγεία, αλλά και για συστήματα που θα μας προστατεύουν κι από πανδημίες και από άλλες συνέπειες της κλιματικής αλλαγής στο μέλλον», υπογραμμίζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Τσουρός. 

Ιωάννα Καρδάρα /ΑΠΕ-ΜΠΕ

Το ευρώ και η «άδικη κοινωνία»



Από τις αρχές του 2022, η οικονομική ανάκαμψη και, στη συνέχεια, οι κυρώσεις σε βάρος της Ρωσίας προκάλεσαν κατακόρυφη άνοδο των τιμών, ιδιαίτερα στον τομέα της ενέργειας. Η Fed αντέδρασε ανεβάζοντας επιθετικά τα επιτόκιά της, καθώς ένα ισχυρότερο νόμισμα επιτρέπει να περιοριστεί ο αντίκτυπος του πληθωρισμού, μειώνοντας το κόστος των εισαγωγών. Αντίθετα, στη Γηραιά Ήπειρο, αυτή η άνοδος του δολαρίου οδηγεί σε επιπλέον κόστος, καθώς οι ευρωπαϊκές εισαγωγές πετρελαίου τιμολογούνται σε δολάρια. Επομένως, η νομισματική συγκυρία ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις στην Ευρώπη… 

 

Renaud Lambert*

Στα δελτία ειδήσεων, τα μέσα ενημέρωσης συχνά αντιμετωπίζουν την οικονομία όπως τις μετεωρολογικές προβλέψεις: σαν μια απλή αλληλοδιαδοχή τάσεων. Το ίδιο ισχύει και για την αξία των νομισμάτων: η εξέλιξή της χαρακτηρίζεται από θυελλώδεις περιόδους, που ακολουθούνται από διαστήματα νηνεμίας, ακόμη και ηλιοφάνειας. Ωστόσο, ένα νόμισμα ξεχωρίζει, αφού μονίμως συσσωρεύονται πάνω του νεφώσεις: το ευρώ.

 Οι ευρωπαϊκές νομισματικές αρχές θυμίζουν ορισμένες φορές τον Καλιμερό, τον ήρωα μιας σειράς κινουμένων σχεδίων της δεκαετίας του 1960. Κατά τη διάρκεια των επεισοδίων, το μικρό μαύρο κοτοπουλάκι με το μισό τσόφλι του αβγού ακόμη στο κεφάλι προσέκρουε διαρκώς σε έναν κόσμο που θεωρούσε εχθρικό. «Είναι πραγματικά πάρα πολύ άδικο!», συμπέραινε συστηματικά, με μια τρίχα στο στόμα και ένα δάκρυ στα μάτια.

Τι μοιάζει, εδώ και μερικούς μήνες, «πάρα πολύ άδικο» στους Ευρωπαίους επιγόνους αυτού του φανταστικού ήρωα; Η κατρακύλα του κοινού νομίσματος σε σχέση με τα διεθνή νομίσματα, ειδικά με το δολάριο. Αν και τον Αύγουστο του 2020 ένα ευρώ αντιστοιχούσε σε 1,20 δολάρια, δεν αντιστοιχούσε ούτε σε ένα δολάριο τον περασμένο Σεπτέμβριο. Αποτέλεσμα; Οι τιμές των προϊόντων και των πρώτων υλών που τιμολογούνται σε δολάρια, όπως το πετρέλαιο, εκτοξεύονται στη Γηραιά Ήπειρο. Έχοντας γίνει «πολύ αδύναμο», το ευρώ απειλεί την ευρωπαϊκή οικονομία, «περιπλέκοντας τη μάχη κατά του πληθωρισμού», όπως δηλώνει φανερά ενοχλημένος ο διοικητής της Τράπεζας της Γαλλίας Φρανσουά Βιλερουά ντε Γκαλό (1).

Λίγα χρόνια νωρίτερα, ο Γάλλος κεντρικός τραπεζίτης ήδη έκρουε τον κώδωνα του κινδύνου. Αλλά για τον αντίθετο λόγο: το ευρώ αποδεικνυόταν τότε… «πολύ ισχυρό». «Η πρόσφατη εξέλιξη της ισοτιμίας αποτελεί πηγή αβεβαιότητας» (2), παρατηρούσε ο Βιλερουά ντε Γκαλό το 2018, όταν το κοινό νόμισμα είχε φθάσει τα 1,22 δολάρια. Όπως εξηγούσε ο Φιλίπ Βακστέρ, διευθυντής οικονομικών ερευνών της Natixis Asset Management, με αφορμή προηγούμενη περίοδο ανατίμησης του κοινού νομίσματος, μια τέτοια ισοτιμία «διαβρώνει τις προσπάθειες που κάνουν οι ευρωπαϊκές χώρες για να γίνουν πιο ανταγωνιστικές» (3).

Ας συνοψίσουμε. «Το σκληρό ευρώ ανησυχεί την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα» (4), εξηγεί το 2020 η Agefi, ιστότοπος που ειδικεύεται στα χρηματοοικονομικά θέματα. Δύο χρόνια αργότερα, όλα έχουν αλλάξει, αλλά όλα εξελίσσονται εξίσου άσχημα: «Το μαλακό ευρώ περιπλέκει (…) το έργο της ΕΚΤ» (5), σύμφωνα με την καθημερινή οικονομική εφημερίδα «Les Echos». Με άλλα λόγια, όταν έρχεται κορώνα, η Γηραιά Ήπειρος χάνει: το ευρώ είναι πολύ ισχυρό και μειώνει την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Αλλά, όταν έρχονται γράμματα, πάλι χάνει η Ευρώπη: το ευρώ είναι πολύ αδύναμο, περιορίζει την αγοραστική δύναμη των πολιτών και παροξύνει την ήδη μεγάλη άνοδο των τιμών. Πώς να εξηγήσει κάποιος αυτή την παράξενη κατάσταση όπου το ευρωπαϊκό νόμισμα μοιάζει καταδικασμένο να προκαλεί τη δυσαρέσκεια;

Επαναλαμβανόμενος μηχανισμός

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 και το τέλος του συστήματος του Μπρέτον Γουντς (6), με το οποίο ρυθμίζονταν οι ισοτιμίες μεταξύ νομισμάτων, τα περισσότερα νομίσματα βρίσκονται σε καθεστώς ελεύθερα κυμαινόμενων συναλλαγματικών ισοτιμιών, δηλαδή από μέρα σε μέρα αλλάζουν την ισοτιμία μεταξύ τους. Οι διακυμάνσεις αυτές καθορίζονται από πλειάδα παραγόντων, που έχουν σχέση με τη συγκυρία, με τις προσδοκίες των χρηματιστικών αγορών για την ευρωστία της μίας ή της άλλης οικονομικής περιοχής, καθώς και με τις αποφάσεις των διάφορων κεντρικών τραπεζών του πλανήτη σχετικά με τα επιτόκιά τους. Έτσι, τα υψηλά επιτόκια –που προσφέρουν μεγαλύτερη απόδοση στους επενδυτές– έχουν την τάση να προκαλούν εισροή κεφαλαίων και, επομένως, ανατίμηση του νομίσματος. Αντίστροφα, μια μείωση επιτοκίων σε γενικές γραμμές οδηγεί τους κατόχους κεφαλαίων να αναζητήσουν αλλού πιο γενναιόδωρες αποδόσεις –φαινόμενο που συμβάλλει στη μείωση της αξίας ενός νομίσματος. Όμως, μέσα σε αυτούς τους μυριάδες καθοριστικούς παράγοντες, ένας συγκεκριμένος μηχανισμός βαρύνει περισσότερο από άλλους.

Στις 4 Ιανουαρίου 1999, το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα εισάγεται με ισοτιμία 1:1,1789 δολάρια. Εκείνη την εποχή, η φρενίτιδα γύρω από το Διαδίκτυο και τη «νέα οικονομία» τονώνει την αμερικανική ανάπτυξη. Η αμερικανική κεντρική τράπεζα Federal Reserve (Fed), προσπαθώντας να αποφύγει την υπερθέρμανση της οικονομίας και να «διασφαλίσει ότι οι τιμές των αγαθών και των υπηρεσιών δεν θα εκτοξευθούν» (7), αυξάνει τα επιτόκιά της. Η απόφαση οδηγεί στην ανατίμηση του δολαρίου και, αυτόματα, στην υποχώρηση του ευρωπαϊκού νομίσματος. Το ευρώ χάνει το 30% της αξίας του σε σχέση με το δολάριο μεταξύ 1999 και 2002. Η κατρακύλα προκαλεί τρόμο στους Ευρωπαίους, οι οποίοι ήλπιζαν ότι το ευρώ θα εξελισσόταν γρήγορα σε αποθεματικό νόμισμα. Φοβούνται ότι μια τέτοια διολίσθηση μπορεί να τροφοδοτήσει την καχυποψία απέναντι στο νεογέννητο χρηματικό εγχείρημα: ένα νόμισμα του οποίου η αξία μειώνεται γρήγορα εμπνέει ελάχιστη εμπιστοσύνη στους επενδυτές.

Μετά το σκάσιμο της «φούσκας του Διαδικτύου», τον Μάρτιο του 2000, η Fed επιδιώκει να αποφύγει το πέρασμα των ΗΠΑ σε ύφεση. Μειώνει τα επιτόκιά της προκειμένου να διευκολύνει τη χορήγηση πιστώσεων. Καμία ευκαιρία για τη Γηραιά Ήπειρο, όπου η απόφαση της Fed προκαλεί την ενίσχυση του ευρώ, γεγονός που στραγγαλίζει την οικονομική δραστηριότητα. Το 2004, ο Γάλλος πρωθυπουργός Ζαν-Πιερ Ραφαρέν εκφράζει την ενόχλησή του για την «ανησυχητική» ισοτιμία του ευρώ, ενώ ο μετέπειτα υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών Ντομινίκ Στρος-Καν, τότε ακόμη βουλευτής, δηλώνει δυσαρεστημένος που το ευρώ είναι «υπερβολικά ισχυρό σε σχέση με το δολάριο, κάτι που βλάπτει την ανάπτυξη» (8). Το κοινό νόμισμα συνεχίζει ωστόσο την ανοδική πορεία του, για να φθάσει μέχρι και τα 1,60 δολάρια στις 15 Ιουλίου 2008.

Η κρίση των subprime (των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων), που εκδηλώνεται την ίδια χρονιά, προκαλεί γενικευμένο επαναπατρισμό των εκφρασμένων σε δολάρια περιουσιακών στοιχείων προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη χρηματοπιστωτική περιοχή που θεωρείται ασφαλέστερη μέσα στη θύελλα. Έτσι, η ισοτιμία του ευρώ πέφτει ξανά, μέχρι την εφαρμογή των μέτρων «ποσοτικής χαλάρωσης» της Fed. Τα μέτρα αυτά έχουν στόχο, σε πρώτη φάση, να καταπολεμήσουν την οικονομική κρίση που συνδέεται με το χρηματοπιστωτικό χάος και έπειτα, σε δεύτερο χρόνο, να περιορίσουν το πλήγμα που προκάλεσε η πανδημία Covid-19. Για μία ακόμη φορά, τα μέτρα που έλαβε η Fed για να διευκολύνει τις πιστώσεις και την οικονομική δραστηριότητα στις ΗΠΑ ροκανίζουν την αξία του αμερικανικού νομίσματος. Από τη στιγμή που δολάριο και ευρώ δεν μπορούν να κινούνται ταυτόχρονα σε πολύ χαμηλά επίπεδα, η πτώση του δολαρίου προκαλεί την ανατίμηση του ευρώ, εξέλιξη που περιπλέκει τη μάχη κατά του αποπληθωρισμού στη Γηραιά Ήπειρο.

Από τις αρχές του 2022, η οικονομική ανάκαμψη και, στη συνέχεια, οι κυρώσεις σε βάρος της Ρωσίας προκάλεσαν κατακόρυφη άνοδο των τιμών, ιδιαίτερα στον τομέα της ενέργειας. Η Fed αντέδρασε ανεβάζοντας επιθετικά τα επιτόκιά της, καθώς ένα ισχυρότερο νόμισμα επιτρέπει να περιοριστεί ο αντίκτυπος του πληθωρισμού, μειώνοντας το κόστος των εισαγωγών. Αντίθετα, στη Γηραιά Ήπειρο, αυτή η άνοδος του δολαρίου οδηγεί σε επιπλέον κόστος, καθώς οι ευρωπαϊκές εισαγωγές πετρελαίου τιμολογούνται σε δολάρια. Επομένως, η νομισματική συγκυρία ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις στην Ευρώπη…

Άρα, μέσα στην πολυπλοκότητα των παραγόντων που συντρέχουν ώστε να ωθούν το ευρώ προς τα πάνω ή προς τα κάτω, ένας μηχανισμός επανέρχεται σταθερά: οι αποφάσεις της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας, τις οποίες λαμβάνει με γνώμονα το συμφέρον της… αμερικανικής οικονομίας. Θα προβληθεί, βέβαια, το επιχείρημα ότι τίποτε δεν αποκλείει οι επιλογές της Fed να έχουν ευνοϊκό αντίκτυπο στην ευρωζώνη. Εξάλλου, επιλέγοντας να αυξήσουν τα επιτόκια για να καταπολεμήσουν τον πληθωρισμό και αφήνοντας το δολάριο να ανατιμηθεί, όπως κάνει σήμερα η Fed, οι αμερικανικές αρχές μειώνουν το κόστος των ευρωπαϊκών προϊόντων που εξάγονται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εκ πρώτης όψεως, είναι ευλογία για τις εξαγωγικές επιχειρήσεις της Γηραιάς Ηπείρου. Αλίμονο όμως. Η πολιτική της Fed συνοδεύεται από έναν νόμο για τον περιορισμό του πληθωρισμού (IRA), που ψηφίστηκε το 2022: ένα πρόγραμμα επιδοτήσεων και φορολογικών εκπτώσεων για τα προϊόντα made in America, το οποίο παρέχει μια προστατευτική ασπίδα στην αμερικανική παραγωγή. Διπλός θετικός αντίκτυπος για τις ΗΠΑ, που κατορθώνουν να καταπολεμήσουν τον πληθωρισμό χωρίς να χάσουν (υπερβολικά) σε ανταγωνιστικότητα. Διπλός αρνητικός αντίκτυπος για την ευρωπαϊκή πλευρά, όπου το ευρώ πέφτει και επιδεινώνει τον πληθωρισμό, χωρίς όφελος ανταγωνιστικότητας στην αμερικανική αγορά.

Σε κάθε νέα φάση, η ΕΚΤ βρίσκεται σε θέση αδυναμίας απέναντι στη Fed. Εκτός από τη δύναμη πυρός της, η αμερικανική κεντρική τράπεζα διακρίνεται από εξαιρετική ιδεολογική και στρατηγική επιδεξιότητα. Η κεντρική τράπεζα με έδρα τη Φρανκφούρτη, αντίθετα, προσκολλημένη στην ορθοδοξία της (η καταστατική αποστολή της, για παράδειγμα, της απαγορεύει να ορίσει συναλλαγματική ισοτιμία για το ευρώ) και εγκλωβισμένη μεταξύ των αντιφατικών απαιτήσεων των κρατών-μελών της ευρωζώνης (ό,τι είναι καλό για το Βερολίνο δεν είναι απαραίτητα καλό και για το Παρίσι), χαρακτηρίζεται από λήθαργο. Με αποτέλεσμα οι αποφάσεις που λαμβάνονται στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού συχνά να βαρύνουν περισσότερο από τις αποφάσεις της Γηραιάς Ηπείρου.

Επομένως, το ευρώ δεν είναι ούτε «πολύ σκληρό» ούτε «πολύ μαλακό», αλλά μάλλον πολύ εξαρτημένο. Πρόβλημα που αντιμετωπίζουν τα περισσότερα νομίσματα στον κόσμο. Ο λόγος είναι ότι, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι ΗΠΑ επέβαλαν το νόμισμά τους ως «νόμισμα-κλειδί» για το διεθνές νομισματικό σύστημα. Όπως εξηγούν οι οικονομολόγοι Μισέλ Αλιετά, Γκουό Μπάι και Καμίλ Μακέρ, ένας τέτοιος μηχανισμός «δεν είναι σταθερός παρά μόνο όταν η ηγεμονία αναγνωρίζεται από τις άλλες χώρες (…), ότι, μέσω της εμπορικής και χρηματοπιστωτικής ενσωμάτωσης, προσφέρει στις εξαρτώμενες χώρες περισσότερα πλεονεκτήματα παρά μειονεκτήματα» (9). Συνεπώς, η εύρυθμη λειτουργία του σημερινού διεθνούς νομισματικού συστήματος εξαρτάται από τη βούληση των αμερικανικών αρχών να κατευθύνουν το δολάριο με γνώμονα «το γενικό νομισματικό συμφέρον». Κάτι τέτοιο, όμως, δεν έχει συμβεί ποτέ. Αντίθετα, η Ουάσινγκτον στρατολογεί όλο και εντονότερα το δολάριο στις γεωπολιτικές μάχες της. «Η σκόπιμη χρήση του συστήματος διεθνών πληρωμών σε δολάρια προκειμένου να εμποδιστούν οι ιδιωτικές συναλλαγές που αφορούν χώρες στις οποίες οι ΗΠΑ θέλουν να επιβάλλουν κυρώσεις απλώς επιβεβαιώνει την εργαλειοποίηση του δολαρίου και τη μετατροπή του σε κατεξοχήν μέσο πολιτικής κυριαρχίας» (10), εξηγούσε ο Αλιετά και οι δύο συνάδελφοί του πριν ακόμη η Ρωσία εισβάλλει στην Ουκρανία.

Η ανάμνηση του μπανκόρ

Βέβαια, όσο μεγαλύτερη η κατάχρηση της εξουσίας τόσο ταχύτερη και η φθορά της. Και, κατά παράδοξο τρόπο, οι κυρώσεις σε βάρος της Μόσχας τείνουν να αποδυναμώσουν το σύστημα κυριαρχίας που τις καθιστά δυνατές. «Από τον Φεβρουάριο του 2022, ο μεγαλύτερος εξαγωγέας πρώτων υλών στον κόσμο (η Ρωσία) και ο μεγαλύτερος εισαγωγέας πρώτων υλών στον κόσμο (η Κίνα) έχουν περάσει από το αμερικανικό δολάριο στο κινεζικό γουάν», εξηγεί ο ερευνητής Λουι-Βενσάν Γκαβ (11), ο οποίος αμφιβάλλει ότι θα υπάρξει επιστροφή στην προηγούμενη κατάσταση στο συγκεκριμένο πεδίο.

Πολλές αναδυόμενες χώρες ζητούν από το 2008 την αναμόρφωση του διεθνούς νομισματικού συστήματος με κεντρικό άξονα ένα διεθνές νόμισμα, θυμίζοντας το μπανκόρ που είχε οραματιστεί ο οικονομολόγος Τζον Μέιναρντ Κέινς στις αρχές της δεκαετίας του 1940. Το Πεκίνο σταδιακά επιβάλλει τη χρήση του γουάν στην Ασία. Στη Λατινική Αμερική, οι αριστερές κυβερνήσεις σκέφτονται εδώ και πολύ καιρό τη δημιουργία ενός διεθνούς νομίσματος που θα συνέβαλε στη χειραφέτηση της περιοχής. Την ιδέα επανέφερε ο Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα, σε ομιλία του στις 2 Μαΐου 2022: «Θα δημιουργήσουμε ένα νόμισμα στη Λατινική Αμερική, που θα ονομάζεται sur [Νότος, στα ισπανικά], για να καταπολεμήσουμε την εξάρτησή μας από το δολάριο». Στο μεταξύ, ο Λούλα έγινε ξανά πρόεδρος της σημαντικότερης λατινοαμερικανικής δύναμης. Σε όλον τον πλανήτη, εξηγεί ο οικονομολόγος Ντομινίκ Πλιόν, «γινόμαστε μάρτυρες σε μια διπλή κίνηση περιφερειοποίησης και πολυπολικής αναδιαμόρφωσης του διεθνούς νομισματικού συστήματος, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε “νομισματικό πόλεμο”» (12).

Παντού, η πολιτική εξουσία που συνδέεται με την κυρίαρχη θέση του δολαρίου αμφισβητείται, ακόμη κι αν κανένα νέο «νόμισμα-κλειδί» δεν φαίνεται ικανό να αναδυθεί. Παντού, σκέφτονται τρόπους να αντισταθούν στην ηγεμονία του δολαρίου, που αναγνωρίζεται ως δυσλειτουργική σε οικονομικό επίπεδο. Παντού, εκτός από την Ευρώπη, όπου οι διάφοροι Καλιμερό περιορίζονται να σημειώσουν ότι, αναμφίβολα, ο κόσμος είναι «πραγματικά πάρα πολύ άδικος».

(*) Renaud Lambert, δημοσιογράφος, Le Monde diplomatique
μετάφραση: Χάρης Λογοθέτης
________________________________________________________________

- (1) «Un euro trop faible compliquerait la lutte contre l’inflation, dit Villeroy (BCE)», «Les Échos», Παρίσι, 16 Μαΐου 2022.
- (2) Thibault Madelin, «La BCE surveille l’euro fort», «Les Échos», 16 Ιανουαρίου 2018.
- (3) Guillaume Errard, «Pourquoi l’euro fort est un problème pour la France», «Le Figaro», Παρίσι, 14 Απριλίου 2014.

- (4) Fabrice Anselmi, «L’euro fort préoccupe la BCE», L’Agefi, 3 Σεπτεμβρίου 2020.

- (5) Guillaume Benoît, «L’euro faible complique encore la tâche de la BCE», «Les Échos», 24 Αυγούστου 2022.

- (6) Βλ. Bernard Cassen, «Dans l’ombre de Washington», «Le Monde diplomatique», Σεπτέμβριος 2000.

- (7) «Fed lifts key rates again», CNN Money, 21 Μαρτίου 2000.

- (8) Τα δύο αυτά αποσπάσματα έχουν αντληθεί από το «L’euro est fort… le pouvoir d’achat est faible», «Lutte ouvrière», Pantin, 15 Ιανουαρίου 2004.
- (9) Michel Aglietta, Guo Bai και Camille Macaire, La Course à la suprématie monétaire mondiale. À l’épreuve de la rivalité sino-américaine, Odile Jacob, Παρίσι, 2022.  
- (10) Οπ. προηγ.
- (11) Louis-Vincent Gave, «Dollar/renminbi: la guerre des monnaies», «Conflits. Revue de géopolitique», τ. 42, Παρίσι, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2022.
- (12) Συνέντευξη με τον συγγραφέα.

Αλέξης Τσίπρας στο STAR: «H μόνη ψήφος που δίνει προοπτική αλλαγής είναι η ψήφος στον ΣΥΡΙΖΑ»

Συνέντευξη του Προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, Αλέξη Τσίπρα, στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του τηλεοπτικού σταθμού «STAR» και τη δημοσιογράφο Μάρα Ζαχαρέα

  • Πολιτική αλλαγή μπορεί να υπάρξει μόνο με ήττα της ΝΔ και νίκη του ΣΥΡΙΖΑ

  • Δεν λέμε ότι θα κάνουμε θαύματα αλλά άρση αδικιών με αύξηση μισθών, μείωση τιμών και ρύθμιση χρεών

  • Αύξηση 10% στο Δημόσιο μετά από 12 χρόνια, γιατί δεν το έκανε 4 χρόνια ο Μητσοτάκης;

  • Η κυβέρνηση με το θεσμικό ερασιτεχνισμό της εχει γινει ο μεγαλύτερος χορηγός της Ακροδεξιάς

  • Αύριο να ψηφισει την τροπολογία μας για επιστροφή ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ στο Δημόσιο αν όντως δεν θέλει ιδιωτικοποίηση του νερού ο Μητσοτάκης

Δε μου χρωστάει κάτι η Ιστορία, εγώ χρωστάω. Μια ευκαιρία να κυβερνήσουμε με το δικό μας πρόγραμμα και όχι με την Τρόικα πάνω από το κεφάλι μας.

Κυβερνήσαμε. Ξέρουμε πλέον τι μπορεί να γίνει και τι όχι. Δε μιλάμε για θαύματα. Λέμε όμως ότι πρέπει να σταματήσει η μεγάλη αδικία να μην μπορεί η μέση οικογένεια να βγάλει τον μήνα ενώ την ίδια στιγμή 15 εταιρείες κάνουν ρεκόρ εικοσαετίας στα κέρδη με ένα δισ. ευρώ η καθεμία.

Τώρα ο κ. Μητσοτάκης θέλει debate με όλους τους αρχηγούς. Να γίνει. Αποφεύγει όμως όπως ο διάολος το λιβάνι να κάτσουμε σε ένα τραπέζι οι δυο μας να καταθέσουμε τις προτάσεις μας, να συγκριθούμε. Κι αυτό, ενώ ο ίδιος λέει ότι το δίλημμα των εκλογών είναι «Μητσοτάκης ή Τσίπρας».

Τρεις δεσμεύσεις: Αύξηση μισθών, μείωση τιμών, ρύθμιση χρεών. Με τον κατώτατο στον ιδιωτικό τομέα στα 880 ευρώ και τη θέσπιση σε ετήσια βάση αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής. Αύξηση μισθών 10% και στο Δημόσιο, γιατί αυτοί οι άνθρωποι έχουν 12 χρόνια να δουν αυξήσεις.

Δε μου χρωστάει κάτι η Ιστορία, εγώ χρωστάω. Μια ευκαιρία να κυβερνήσω - να κυβερνήσουμε με βάση το δικό μας πρόγραμμα και όχι με την Τρόικα πάνω από το κεφάλι μας.

Ο κ. Μητσοτάκης ζητάει συγνώμη για θέματα που σε κάθε ευρωπαϊκή χώρα παραιτείσαι. Συγνώμη που ανιψιός σου έκανε παρακολουθήσεις μέσα στο Μαξίμου, στο διπλανό σου γραφείο;

Συγνώμη που ο υπουργός σου έλεγε στη Βουλή «είναι ντροπή να μιλάτε για ασφάλεια στον σιδηρόδρομο» και 10 μέρες μετά είχαμε αυτήν την τραγωδία;

Εμείς τα λέγαμε. Προσχωρήσαμε στην άποψη του κ. Αλιβιζάτου και καταθέσαμε τροπολογία, την οποία αρνήθηκαν οι Μητσοτάκης - Βορίδης.

Τώρα έρχονται να διορθώσουν το πρώτο τους λάθος με δεύτερο. Μυαλό δε βάζουν. Με τον θεσμικό ερασιτεχνισμό που δείχνουν, έχουν γίνει χορηγοί της Ακροδεξιάς.

Μελέτη Ινστιτούτου ΕΝΑ: «Υπάρχει όντως success story φιλοεπενδυτικής πολιτικής στην Ελλάδα σήμερα;»

Η κυβέρνηση προσπαθεί να παρουσιάσει την εικονική πραγματικότητα μιας δυναμικής ανάπτυξης που οφείλεται στη «φιλοεπενδυτική» της πολιτική. Στο κείμενο αυτό υποστηρίζουμε, πρώτον, πως σήμερα υπάρχουν στοιχεία μιας αδύναμης ανάπτυξης, η οποία έχει ξεκινήσει από το 2017 μετά από χρόνια βαθιάς ύφεσης και λιτότητας, και μολονότι υπάρχει κάποια επενδυτική δραστηριότητα από εγχώριους και κάποιους ξένους επιχειρηματίες, αυτή είναι περιορισμένη και κυρίως πολύ προβληματική ως προς τη σύνθεσή της...

ΣΤΟ κείμενο αυτό υποστηρίζεται, πρώτον, πως σταδιακά από το 2017 υπάρχει κάποια αξιόλογη επενδυτική δραστηριότητα από εγχώριους επιχειρηματίες, έχουν δημιουργηθεί τεχνοβλαστοί από τα πανεπιστήμια, μεγαλώνει ο αριθμός των εταιρειών που κλιμακώνονται από startups σε σημαντικής κλίμακας επιχειρήσεις, ορισμένες πολυεθνικές έχουν δημιουργήσει μονάδα τους στην Ελλάδα, παρατηρείται κάποια βελτίωση στους δείκτες πολυπλοκοποίησης των παραγομένων εγχωρίως προϊόντων, υπάρχει κάποια αύξηση της Ε&Α κτλ.

Όμως, οι επενδύσεις είναι περιορισμένες και κυρίως πολύ προβληματικές ως προς τη σύνθεσή τους. Έτσι, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών παραμένει αρνητικό. Η αξιόλογη αύξηση των εξαγωγών ακολουθείται από μεγαλύτερη αύξηση των εισαγωγών που μάλιστα από το 2017 και μετά, με την αρχή μιας δειλής ανάκαμψης, αυξάνεται για να εκτιναχθεί στην περίοδο 2019-2023. Το ΑΕΠ την τελευταία εξαετία παρουσιάζει μια δειλή (λιγότερο από 2% ετησίως κατά μέσο όρο) αύξηση που όμως είναι απολύτως ανεπαρκής για την κατάσταση της χώρας. Υπάρχουν δηλαδή στοιχεία μιας αδύναμης ανάπτυξης, η οποία έχει ξεκινήσει από το 2017, μετά από χρόνια βαθιάς ύφεσης και λιτότητας. Όμως, είναι σαφές πως με την τρέχουσα δομή της παραγωγής και κατανάλωσης, το τρέχον αναπτυξιακό υπόδειγμα δεν είναι βιώσιμο.

Δεύτερον, επιχειρούμε να αξιολογήσουμε τις πολιτικές των δυο μεγαλύτερων κομμάτων εξετάζοντας πολιτικές οι οποίες ασκήθηκαν και όχι διακηρύξεις τόσο κατά την περίοδο 2015-19 όσο και την αντίστοιχη 2019-23. Ως ενδεικτικό παράδειγμα χρησιμοποιούμε τους αναπτυξιακούς νόμους, που αποτελούν νομοθετήματα μεγάλης πολιτικής και δημοσιονομικής βαρύτητας. Από τη σύγκριση αυτή προκύπτει ότι την περίοδο 2015-2019 η τότε προσέγγιση επιχείρησε μία ρήξη με νοοτροπίες του παρελθόντος με στόχο τη δρομολόγηση της βιώσιμης ανάπτυξης της χώρας και την ενίσχυση της ανθεκτικότητάς της, την εξάλειψη της ανεργίας, την κοινωνική δικαιοσύνη και τη μείωση των περιφερειακών ανισοτήτων, στο πλαίσιο βεβαίως των πολλών μνημονιακών δεσμεύσεων. Από την άλλη η προσέγγιση της περιόδου 2019-2023 επέστρεψε στη λογική που προϋπήρχε της χρεοκοπίας χωρίς συγκεκριμένη αναπτυξιακή στόχευση πέραν ίσως της εξυπηρέτησης λίγων «εκλεκτών».

Σήμερα, όμως, χρειάζεται μια στρατηγική για «ποιοτική ανάπτυξη», η οποία θα στηρίζεται κυρίως στο εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό και θα έχει ως στόχο τη σταδιακή αύξηση της παραγωγής προϊόντων και υπηρεσιών υψηλής προστιθέμενης αξίας, με αύξηση ιδίως της βιομηχανικής παραγωγής, αλλά και των εξαγωγών, με παράλληλη μείωση των πολυτελών και εισαγόμενων καταναλωτικών ειδών και αύξηση της αποταμίευσης. Όμως, η ανωτέρω πορεία προς την ποιοτική ανάπτυξη δεν προκύπτει αυτόματα μέσα από τους μηχανισμούς των αγορών. Δεν υπάρχουν «εύκολες» λύσεις. Υπάρχει αναγκαιότητα για μια αλλαγή σε τρία επίπεδα, δηλαδή αλλαγή τόσο σε οικονομικές πολιτικές, σε θεσμικές μεταρρυθμίσεις (π.χ. χρειάζεται ένα «αναπτυξιακό κράτος» που θα μπορεί να ασκήσει αναπτυξιακές /βιομηχανικές πολιτικές) αλλά και δημιουργία κοινωνικών συμμαχιών σε εθνικό και διεθνές επίπεδο για να στηρίξουν τις απαιτούμενες αλλαγές.

Αντίθετα, η σημερινή κυρίαρχη αντίληψη καλλιεργεί έναν εξαιρετικά επίφοβο, μικροπολιτικά οδηγούμενο εφησυχασμό για την κατάσταση και τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας που απλά συσκοτίζει τα κακώς κείμενα και παράλληλα επιχειρεί μια συστηματική προσπάθεια εξωραϊσμού του στρεβλού παρελθόντος. Όμως, η χώρα χρειάζεται ευρύτερες συναινέσεις και άλλη νοοτροπία για να μπορέσει να ξεφύγει από την βαθιά 15ετή ύφεση, ακολουθώντας ένα καινούριο αναπτυξιακό υπόδειγμα.

* Kείμενο εργασίας
του Λόη Λαμπριανίδη, Οικονομικού Γεωγράφου, Καθηγητή ΠΑΜΑΚ, μέλους Γνωμοδοτικού Συμβουλίου ΕΝΑ, π. Γενικού Γραμματέα Ιδιωτικών Επενδύσεων, Υπουργείο Οικονομίας & Ανάπτυξης.

 

ΥΠΑΡΧΕΙ ΟΝΤΩΣ SUCCESS STORY ΦΙΛΟΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΣΗΜΕΡΑ;

 

Αλέξης Τσίπρας στην ΚΕ: «Ο ΣΥΡΙΖΑ αξίζει μια Πρώτη Ευκαιρία να κυβερνήσει χωρίς Τρόικα και να εφαρμόσει το πρόγραμμά του»

Συνεδριάζει σήμερα η Κεντρική Επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ. Η έναρξη της συνεδρίασης έγινε με την ομιλία του προέδρου του κόμματος, Αλέξη Τσίπρα.

Μήνυμα αισιοδοξίας και σιγουριάς προς τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ και τους ψηφοφόρους έστειλε ο Αλέξης Τσίπρας από την συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής, μεταφέροντας, όπως είπε, το κλίμα από τις περιοδείες του και διαβεβαίωσε: «Το όχι στην κυβέρνηση Μητσοτάκη, μετουσιώνεται σε ναι στην αλλαγή. Ναι στην προοδευτική κυβέρνηση συνεργασίας. Ναι στο αίτημα για δικαιοσύνη παντού».

 Με την εισήγηση του Αλέξη Τσίπρα ξεκίνησε τις εργασίες της η Κεντρική Επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ - «Το όχι στην κυβέρνηση Μητσοτάκη, μετουσιώνεται σε ναι στην αλλαγή. Ναι στην προοδευτική κυβέρνηση συνεργασίας. Ναι στο αίτημα για δικαιοσύνη παντού»

 

Ομιλία του Προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία στη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος

«Για να γίνει πράξη το «Ως Εδώ» που νιώθουν οι πολίτες, πρέπει να γίνει απόφαση και το «προς τα πού».

Το «Ως Εδώ» πραγματοποιείται μόνο με ισχυρή απόφαση προς την Αλλαγή, προς την προοδευτική κυβέρνηση συνεργασίας, που διασφαλίζεται μόνο με νίκη του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ στις 21 Μαΐου.

Ο κ. Μητσοτάκης, με τη ξεπατικωμένη προπαγάνδα από τα εγχειρίδια και τις πρακτικές του Τραμπ, αποσκοπεί σε ένα και μόνο πράγμα: Να θολώσει τα νερά και να διαδώσει την άποψη ότι όλοι είμαστε ίδιοι.

Να οδηγήσει στην απάθεια και την αποχή, κυρίως τους νέους ανθρώπους, που αν πάνε μαζικά στη κάλπη δεν έχει καμία πιθανότητα να διασωθεί το καθεστώς που μας κυβερνά.

Δεν είμαστε όλοι ίδιοι. Και ειδικά με τη ΝΔ του κ. Μητσοτάκη, δεν είμαστε καθόλου ίδιοι.

Θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο άλλωστε να τους μοιάσουμε - είναι μοναδικοί στο είδος τους.

Στη μάχη δεν έχουμε να αντιμετωπίσουμε μόνο τον κ. Μητσοτάκη αλλά και όσους φοβούνται το σύνθημα Δικαιοσύνη Παντού. Την ολιγαρχία της διαφθοράς, τα μεγάλα συμφέροντα, όλους εκείνους που έχουν στηρίξει το σημερινό καθεστώς που ζούμε και το θεωρούν ιδιοκτησία τους. Έχουμε απέναντι όλο το Σύστημα νομής, διαπλοκής, αισχροκέρδειας.

Στο ερώτημα των πολιτών αν το σύστημα διαφθοράς μπορεί να αλλάξει, η απάντησή μας δεν είναι απλά, ναι μπορούμε, αλλά κάτι περισσότερο: Είμαστε οι μόνοι που μπορούμε. Γιατί έχουμε αποδείξει στη διαδρομή μας τα καθαρά μας χέρια και το πεντακάθαρο πολιτικό μας μητρώο.

Όταν ο λαός μάς ανέθεσε την έξοδο από τη χρεοκοπία, τα καταφέραμε εκεί που οι άλλοι απέτυχαν. Αλλά αυτό είχε κόστος για τις πολιτικές μας και για εμάς. Ο ΣΥΡΙΖΑ λοιπόν αξίζει όχι μια δεύτερη αλλά μια πρώτη ευκαιρία: Να εφαρμόσει το πρόγραμμά του, να κυβερνήσει χωρίς επιτροπεία.

Και επειδή έρχονται και Αυτοδιοικητικές εκλογές τον Οκτώβριο:
Στον Δήμο της Αθήνας ανακοινώνουμε την υποστήριξή μας σε μια προσπάθεια που συγκροτείται ώστε να τελειώσει ο μεγάλος περίπατος της ταλαιπωρίας και της οικογενειοκρατίας.
Στηρίζουμε την απόφαση του διεθνούς καλαθοσφαιριστή Νίκου Παππά να ηγηθεί αυτής της κίνησης.

Στηρίζουμε:

Στον Δήμο Πειραιά τον Γιώργο Γαβρίλη.
Στον Δήμο Πάτρας τον Βασίλη Αϊβαλή.
Στον Δήμο Περιστερίου τον Ανδρέα Παχατουρίδη.
Στον Δήμο Λάρισας τον Απόστολο Καλογιάννη.
Στον Δήμο Αγρινίου τον Δημήτρη Τραπεζιώτη.
#ΔικαιοσύνηΠαντού #ΣΥΡΙΖΑΠΣ

Συντρόφισσες και σύντροφοι, νομίζω ότι αυτή η αποδοχή αντικατοπτρίζει και τα συναισθήματα όλων μας σε αυτήν εδώ την αίθουσα. Το βλέπουμε, το νιώθουμε, το καταλαβαίνουμε. Πάμε καλά.

Αυτό το μήνυμα, αυτόν τον αέρα, αυτή την αισιοδοξία, αυτή τη σιγουριά, θέλω να σας μεταφέρω από όποιες περιοχές, όποιες πόλεις, όποιες γειτονιές επισκέφτηκα τις τελευταίες μέρες.

Κι αυτή τη διαπίστωση νομίζω ότι τη μοιραζόμαστε όλοι. Επειδή εμείς δεν ζούμε πάνω από τον κόσμο, ούτε κοντά στον κόσμο. Ζούμε μέσα στον κόσμο.

Κι έτσι βλέπουμε και ξέρουμε και μας εμπνέει ότι από μέρα σε μέρα, κάθε στιγμή που περνάει, κάθε μέρα που περνάει, όσο πλησιάζουμε προς την εκλογική αναμέτρηση, η αντίθεση, η αγανάκτηση, η καταδίκη, η οργή, γίνεται λίγο-λίγο, απόφαση. Γίνεται απόφαση αλλαγής.

Το όχι στην κυβέρνηση Μητσοτάκη, μετουσιώνεται σε ναι στην αλλαγή, ναι στην προοδευτική κυβέρνηση συνεργασίας, ναι στο αίτημα για δικαιοσύνη παντού.

Λέμε και ακούμε συχνά ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια κρίσιμη εκλογική μάχη. Κρίσιμη για την κοινωνία, κρίσιμη για την πατρίδα, κρίσιμη για το αύριο. Και αυτό είναι αλήθεια.

Με αφετηρία όμως αυτή την κοινή μας διαπίστωση, θα ήθελα σήμερα να κάνουμε κι ένα βήμα παραπέρα. Οι εκλογές που έχουμε μπροστά μας είναι όχι μονάχα μια κρίσιμη αναμέτρηση, αλλά είναι και μια ευκαιρία. Είναι μια ευκαιρία για την κοινωνία, είναι μια ευκαιρία για την πατρίδα. Είναι μια ευκαιρία για τη δημοκρατία και την πρόοδο. Είναι μια ευκαιρία για το λαό μας.

Αυτή την ευκαιρία δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να την αφήσουμε να πάει χαμένη. Να επιτρέψουμε δηλαδή στη Νέα Δημοκρατία του κ. Μητσοτάκη να την ακυρώσει με τη διχαστική ρητορεία, που δεν έχει άλλο σκοπό παρά να κρύβει τα προβλήματα, να κρύβει τους υπεύθυνους για τη δημιουργία αυτών των και κυρίως να κρύβει τις λύσεις.

Με τη ξεπατικωμένη αυτή προπαγάνδα από τα εγχειρίδια και τις πρακτικές του Τραμπ, που αποσκοπεί σε ένα πράγμα: Να θολώσει τα νερά και να διαδώσει την άποψη ότι όλοι είμαστε ίδιοι. Να οδηγήσει στην απάθεια και την αποχή, κυρίως τους νέους ανθρώπους, που γνωρίζουν όλοι πάρα πολύ καλά ότι αν πάνε τελικά στην κάλπη όλοι, δεν έχει καμία πιθανότητα να διασωθεί το καθεστώς που σήμερα μας κυβερνά.

Οφείλουμε λοιπόν σε αυτή τη μάχη όχι μόνο να ξεδιπλώσουμε το πρόγραμμα και την επιχειρηματολογία μας, αλλά να αντιμετωπίσουμε και αυτές τις πρακτικές του τραμπισμού.

Τα fake news, τις δολοφονίες χαρακτήρα, τις προβοκάτσιες, τις στοχευμένες επιθέσεις, που επιχειρούν να θέσουν οποιαδήποτε άλλη ατζέντα στον δημόσιο διάλογο εκτός από τα κρίσιμα, τα μεγάλα προβλήματα που απασχολούν την ελληνική κοινωνία.

Και μπορεί να είναι άχαρο και κουραστικό αλλά οφείλουμε να το επαναλαμβάνουμε διαρκώς: Δεν είμαστε όλοι ίδιοι. Και ειδικά με τη Νέα Δημοκρατία του κ. Μητσοτάκη, δεν είμαστε καθόλου ίδιοι. Θα ήταν άλλωστε εξαιρετικά δύσκολο άλλωστε να τους μοιάσουμε. Είναι μοναδικοί στο είδος τους.

Δε μοιάζουμε ούτε στις ιδέες, ούτε στις κοινωνικές αναφορές, ούτε στις αντιλήψεις μας για το κράτος, ούτε στο ήθος και το ύφος της εξουσίας, ούτε βεβαίως πολύ περισσότερο, στα συμφέροντα που εκπροσωπούμε.

Και να κάνουμε για άλλη μια φορά σαφές προς όλες τις κατευθύνσεις: Δεν πρόκειται σε καμιά περίπτωση εμείς να μπούμε σε αυτή την αρένα της τοξικότητας και του διχασμού που επιδιώκει η Νέα Δημοκρατία του κυρίου Μητσοτάκη.

Καμιά συκοφαντία και καμιά προβοκάτσια δεν πρόκειται να μας αποσπάσει από την προσήλωσή μας στα μεγάλα θέματα, στη ζωή, την ασφάλεια, την πραγματικότητα που βιώνει σήμερα η μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία.

Να το πω διαφορετικά για να παραφράσω μια γνωστή φράση του αξέχαστου Ηλία Ηλιού: Εμείς θα τους ταράξουμε στην πραγματικότητα. Στην πραγματικότητα και στην αλήθεια.

Ποια είναι λοιπόν αυτή η πραγματικότητα που ζούμε σήμερα, που ζει η μεγάλη πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας εδώ και τέσσερα χρόνια; Γιατί είναι τέσσερα χρόνια που κυβερνά αυτή η κυβέρνηση: Η πραγματικότητα αυτή έχει να κάνει με την ακρίβεια που ρημάζει τους πολλούς και με την αισχροκέρδεια που απολαμβάνουν οι λίγοι.

Έχει να κάνει με τη διάλυση του ΕΣΥ, με τις εκατόμβες της πανδημίας για χιλιάδες ανθρώπινες ζωές που θα μπορούσαν να είχαν σωθεί. Και με τη διάλυση σήμερα των δημόσιων νοσοκομείων.

Η πραγματικότητα έχει να κάνει με την κακοποίηση του κράτους δικαίου, τις υποκλοπές και το παρακράτος, που το στρατηγείο του παρακράτους είχε στηθεί στο Μέγαρο Μαξίμου, μεσοτοιχία με το γραφείο του κ. Μητσοτάκη.

Η πραγματικότητα έχει να κάνει με τα δισεκατομμύρια των απευθείας αναθέσεων, τη γαλάζια επέλαση σε όλους τους δημόσιους οργανισμούς, τις πρακτικές του κ. Πάτση, της λεηλασίας, δηλαδή, και των υπολοίπων.

Έχει να κάνει με τη μεσαία τάξη, που δήθεν ο κ. Μητσοτάκης υποσχέθηκε ότι θα την έβαζε στο σαλόνι αλλά την έκανε να ζει με το κουπόνι. Αυτή είναι η πραγματικότητα.

Η πραγματικότητα έχει να κάνει επίσης με τα “κοράκια” που απειλούν με πλειστηριασμούς την πρώτη κατοικία των πολιτών. Με την κατάργηση του οχτάωρου, τις απλήρωτες υπερωρίες, τη μαύρη εργασία, τη διάλυση κάθε έννοιας προστασίας των εργαζομένων.

Με τα πανεπιστήμιά μας, που αντί να έχουν καθηγητές, έχουν περισσότερους αστυνομικούς και φράχτες για χιλιάδες παιδιά, που θέλουν να τα κατευθύνουν στα ιδιωτικά κολλέγια.

Έχει να κάνει η πραγματικότητα όμως και με την εγκληματικότητα που ανθεί και την ανασφάλεια να είναι τελικά το βασικό συναίσθημα, αφού η μαφία συνεργάζεται με την Αστυνομία. Αντί να διώκεται από την Αστυνομία, φαίνεται ότι συνεργάζεται με αυτήν.

Η πραγματικότητα λοιπόν έχει να κάνει με αυτό το γενικευμένο αίσθημα ανασφάλειας και αδικίας που επικρατεί σε όλη την ελληνική κοινωνία, σε κάθε έκφανσή της.

Αυτή λοιπόν η σκληρή πραγματικότητα και αυτά τα μεγάλη προβλήματα, που έχει σήμερα η ελληνική κοινωνία, αναζητούν λύσεις. Και με αυτά τα προβλήματα εμείς πρέπει να ασχοληθούμε σε αυτή την πορεία προς τις εκλογές. Για αυτά τα προβλήματα πρέπει να αναδείξουμε τις λύσεις, τις οποίες έχουμε επεξεργαστεί όλο το προηγούμενο διάστημα. Αυτά τα προβλήματα θα αντιμετωπίσουμε με σχέδιο, αποφασιστικότητα και με βούληση για μεγάλες μεταρρυθμιστικές τομές, μεταρρυθμίσεις και αλλαγές.

Και πιστέψτε με, οι πολίτες διψάνε για να ακούσουν λύσεις στα προβλήματά τους, όχι διαπιστώσεις. Όλοι ξέρουμε ποιος είναι ο Μητσοτάκης και η κυβέρνησή του. Λύσεις ζητάνε ν’ ακούσουν οι πολίτες. Όχι διαπιστώσεις ούτε εύκολες δικαιολογίες.

Πιστεύω ότι το τραγικό δυστύχημα των Τεμπών –και σήμερα κλείνουμε 40 μέρες απ’ αυτό το τραγικό δυστύχημα και πρέπει να πούμε και σήμερα εδώ ότι δεν ξεχνάμε τους συμπολίτες μας, τα νέα παιδιά που άδικα χάθηκαν, που πήραν το τρένο να πάνε στον προορισμό τους και δεν έφτασαν ποτέ- η τραγωδία των Τεμπών, λοιπόν, έχω την αίσθηση ότι άλλαξε τον τρόπο που η ελληνική κοινωνία στέκεται απέναντι στο πολιτικό σύστημα συνολικά.

Η εύκολη προπαγάνδα δεν είναι πια εύπεπτη. Όλο το καθεστωτικό κυβερνητικό αφήγημα, πήγε μεμιάς στον κάλαθο των αχρήστων. Το δήθεν επιτελικό κράτος που αποδείχτηκε στην πράξη ένα διαλυμένο κράτος σμπαραλιασμένο, οι δήθεν άριστοι που αποδείχτηκαν άχρηστοι, οι δήθεν εκσυγχρονιστές που αποδείχτηκαν αναχρονιστές, μας βύθισαν στις πιο παλιές εποχές του κομματισμού, της οικογενειοκρατίας, της ευνοιοκρατίας και της αναξιοκρατίας.

Και κυρίως, νομίζω ότι αυτό το τραγικό δυστύχημα ανέδειξε πόσο ψεύτικος είναι τελικά όλος αυτός ο μηχανισμός της πανίσχυρης προπαγάνδας. Πόσο στημένος και υποκριτής είναι ο αρχιεπιτελάρχης του επιτελικού κράτους, που δήθεν τίποτα δεν ήξερε και δεν έχει ευθύνη για τίποτα. Όλοι οι άλλοι σ’ αυτή τη χώρα ευθύνονται, όλοι μας έχουμε από μια ευθύνη, 10 εκατομμύρια ευθύνες, εκτός από μία: Του πρωθυπουργού.

Κι έτσι νομίζω ότι σήμερα αυτό που είναι διάχυτο ως αίσθηση στην ελληνική κοινωνία είναι ένα: Φτάνει πια μ’ αυτή την προπαγάνδα και μ’ αυτή την υποκρισία. Αυτό είναι το αίσθημα που εγώ καταλαβαίνω συζητώντας, μιλώντας, περπατώντας μέσα στους ανθρώπους.

Και το κρίσιμο ερώτημα τώρα για την Κεντρική μας Επιτροπή, για τον ΣΥΡΙΖΑ, για κάθε δημοκρατικό πολίτη, είναι πώς αυτό το “ως εδώ” από διαπίστωση, από συναίσθημα, θα γίνει πράξη πολιτικής αλλαγής. Πώς θα ανοίξει ο δρόμος για την αλλαγή και την προοδευτική διακυβέρνηση.

Και νομίζω ότι έχουμε μπροστά μας ένα διπλό καθήκον. Το πρώτο, να επικοινωνήσουμε το πρόγραμμά μας, να πείσουμε ότι τα πράγματα μπορούν να γίνουν αλλιώς. Ότι έχουμε το σχέδιο και μπορούμε να βάλουμε ένα τέλος στην αισχροκέρδεια, στην απαξίωση, στην αδιαφορία, στην αναξιοκρατία, στην αδικία.

Και το δεύτερο, ότι η αλλαγή μπορεί να γίνει πράξη με μια προϋπόθεση: Την καθαρή, αδιαμφισβήτητη εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία στις επικείμενες εκλογές της 21ης του Μάη.

Μόνο λοιπόν με νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, κι αυτό δεν είναι ένα επιχείρημα ψηφοθηρικό ή προπαγανδιστικό. Αντανακλά την αλήθεια των συσχετισμών, την αλήθεια της ζωής. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος.

Το καθεστώς Μητσοτάκη θα ηττηθεί αν η Νέα Δημοκρατία του κ. Μητσοτάκη ηττηθεί σ’ αυτές τις εκλογές. Και η Νέα Δημοκρατία θα ηττηθεί αν ο ΣΥΡΙΖΑ- Προοδευτική Συμμαχία κερδίσει αυτές τις εκλογές, έρθει πρώτος σ’ αυτές τις εκλογές. Είναι απλά τα πράγματα.

Μόνο με τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ ο λαός μας θα δώσει μια σαφή και αυστηρή, θα έλεγα, εντολή όχι μόνο στον ΣΥΡΙΖΑ αλλά σε όλες τις προοδευτικές δυνάμεις, για προοδευτική κυβέρνηση συνεργασίας, τώρα, την επόμενη μέρα των εκλογών, στις 22 του Μάη.

Χωρίς τις περιπέτειες της αλυσίδας εκλογικών αναμετρήσεων που προτείνει και επιδιώκει ο κ. Μητσοτάκης. Αυτός είναι μόνο ο μόνος δρόμος προς την αλλαγή, για μια κυβέρνηση μακράς πνοής, που θα διαθέτει μια πρωτοφανή σε έκταση λαϊκή στήριξη. Είναι και ο μόνος δρόμος της πολιτικής και κοινωνικής σταθερότητας. Ο δρόμος της ενότητας του λαού μας στην κοινή προσπάθεια για το κοινό καλό.

Η Δεξιά επικαλείται το γεγονός ότι οι ηγεσίες των δημοκρατικών κομμάτων αρνούνται αυτή την προοπτική. Κι αυτό γίνεται επιχείρημα για να πείσει όχι ότι η κυβέρνηση συνεργασίας για την αλλαγή είναι αρνητική εξέλιξη, αλλά ότι είναι αδύνατη εξέλιξη.

Απαντάμε: Το γιατί δηλώνουν όσα δηλώνουν, όπως τα δηλώνουν, οι πάντες πριν από τις εκλογές, προσπαθώντας να κερδίσουν όσο γίνεται μεγαλύτερη λαϊκή επιρροή, είναι εύλογο. Η εκλογική αναμέτρηση είναι μια ανταγωνιστική διαδικασία. Και καλώς είναι έτσι.

Τι παραβλέπουν όμως όσοι διακινούν αυτή την άποψη; Παραβλέπουν ένα γεγονός: Αυτό που μεσολαβεί ανάμεσα στις προεκλογικές δηλώσεις και στις μετεκλογικές αποφάσεις, που είναι η λαϊκή ετυμηγορία, το ίδιο το εκλογικό αποτέλεσμα. Αυτό παραβλέπουν. Και δεν είναι καθόλου ασήμαντο.

Τον κυρίαρχο λαό και τη δημοκρατικά εκφρασμένη εντολή του. Αυτή την εντολή λοιπόν πρέπει να τη ζητήσουμε με ευθύτητα, με ειλικρίνεια, για λογαριασμό όχι μόνο δικό μας, αλλά για λογαριασμό μιας αναγκαίας αλλαγής, πολιτικής και κοινωνικής και μιας αναγκαίας νέας διακυβέρνησης, προοδευτικής διακυβέρνησης.

Κι εγώ θέλω να πάω κι ένα βήμα παραπάνω τη σκέψη μου εδώ. Να αναρωτηθώ: Αν έρθει αυτό το αποτέλεσμα που ζητάμε, αν διαμορφωθούν οι συνθήκες με νίκη του ΣΥΡΙΖΑ και άρα διαμορφωθούν όχι μόνο πολιτικά, ηθικά, αλλά και σε επίπεδο αριθμών οι συνθήκες που θα δίνουν τη δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης προοδευτικών δυνάμεων, ποια ηγεσία, ποιου δημοκρατικού κόμματος θα είναι αυτή που θ’ αποφασίσει να αγνοήσει αυτή τη θέληση;

Και αναρωτιέμαι και πάλι: Ποια ηγεσία ποιου δημοκρατικού κόμματος θα είναι αυτή που θα αποφασίσει να αγνοήσει αυτή τη θέληση του λαού για τη μεγάλη πολιτική αλλαγή; Ποια ηγεσία ποιου πολιτικού κόμματος θα είναι αυτή που θα αποφασίσει να επωμιστεί το κόστος για τη χώρα, αλλά και το κόστος για την ίδια, μιας σειράς εκλογικών αναμετρήσεων που επιδιώκει η Νέα Δημοκρατία, αλλά που σίγουρα δεν θα είναι θετικές για τον ελληνικό λαό.

Γι` αυτό λοιπόν επιμένουμε και θα επιμείνουμε ως την Κυριακή των εκλογών. Για να γίνει όμως πράξη, συντρόφισσες και σύντροφοι αυτό το “ως εδώ” που βγαίνει απ’ όλη την ελληνική κοινωνία, πρέπει ταυτόχρονα να γίνει απόφαση και το προς τα πού. Όχι μόνο το “ως εδώ” αλλά και το “προς τα πού”. Απόφαση και πράξη με τη ψήφο των πολιτών.

Το “ως εδώ” γίνεται πράξη μόνο με ισχυρή απόφαση προς τα πού: Προς την αλλαγή. Προς την προοδευτική κυβέρνηση συνεργασίας. Που διασφαλίζεται μόνο με τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές. Άρα το “ως εδώ” γίνεται πράξη μόνο με την απόφαση “προς τα ψηφοδέλτια και τη νίκη για τον ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία”. Αυτό πρέπει να είναι το μήνυμά μας στους πολίτες.

Ξέρω και ξέρουμε, βέβαια, ότι σε αυτή τη μάχη δεν έχουμε να αντιμετωπίσουμε μόνο τον κ. Μητσοτάκη, την προπαγάνδα του και τα πεπραγμένα του. Αλλά έχουμε να αντιμετωπίσουμε και όλους εκείνους που απεχθάνονται και φοβούνται, ακόμα, και το σύνθημα που έχουμε εδώ: Το «Δικαιοσύνη Παντού».

Όλους αυτούς που το απεχθάνονται και φοβούνται, διότι έχουν συμφέροντα ισχυρά. Και δεν θέλουν τη δικαιοσύνη. Την ολιγαρχία της διαφθοράς, όλους εκείνους που έχουν στηρίξει αυτό το καθεστώς που ζούμε σήμερα, το θεωρούν ιδιοκτησία τους.

Και αναφέρομαι όχι μόνο σε συμφέροντα αλλά και σε τμήματα στην κορυφή της κρατικής πυραμίδας, που διαπλέκονται μαζί τους. Με δυο λόγια, δεν έχουμε απέναντί μας μόνο τον κ. Μητσοτάκη, αλλά όλο το σύστημα νομής, διαπλοκής, συμφερόντων, αισχροκέρδειας και διαφθοράς που φράζει τους πόρους της κοινωνίας και της χώρας.

Και το ερώτημα που πολλοί συμπολίτες μας έχουν είναι, καλοπροαίρετα απέναντί μας, είναι: Αυτό το σύστημα μπορεί να αλλάξει με μια εκλογική νίκη, με μια πολιτική αλλαγή; Μπορεί να αλλάξει όλο αυτό το σύστημα; Μπορεί να αλλάξει το κράτος; Μπορεί να αλλάξει η Δικαιοσύνη; Μπορεί να αλλάξει η ενημέρωση; Μπορεί να πάψει η εξουσία να υπηρετεί πάντα τα μεγάλα συμφέροντα εις βάρος της μεγάλης λαϊκής και κοινωνικής πλειοψηφίας;

Και εν τοιαύτη περιπτώσει, όταν στο πάνε παρακάτω, σου λένε “ωραία, εμείς ξέρουμε ότι το θέλετε, το μπορείτε όμως να το καταφέρετε”; Και δεν εννοώ αν μπορούμε να νικήσουμε τις εκλογές, που βεβαίως είναι το κλειδί για το αύριο, αλλά αν μπορούμε να διαμορφώσουμε τέτοιους συσχετισμούς και τέτοιες προϋποθέσεις, ώστε να κερδίζουμε όχι μια φορά στις εκλογές, αλλά να κερδίζουν κάθε μέρα έδαφος η δικαιοσύνη, η διαφάνεια, η αξιοκρατία. Να γίνεται βήμα βήμα πράξη αυτό που ονομάζουμε αποτελεσματικό και δίκαιο κράτος.

Η απάντησή μας εδώ, πιστεύω, δεν πρέπει να είναι απλά, ναι μπορούμε, αλλά να είναι κάτι περισσότερο: Σήμερα είμαστε οι μόνοι που μπορούμε να ηγηθούμε σε μια τέτοια προσπάθεια αλλαγής όχι μόνο την ημέρα των εκλογών, αλλά αλλαγής που θα είναι σε βάθος και θα ακουμπήσει την καθημερινότητα των πολιτών.

Γιατί; Γιατί έχουμε αποδείξει στη διαδρομή μας -και ως κόμμα διαμαρτυρίας παλαιότερα αλλά και ως κόμμα εξουσίας- ότι η πολιτική για μας δεν είναι μόνο η τέχνη του εφικτού. Είναι πρωτίστως η τέχνη να καθιστάς εφικτό εκείνο που φαίνεται και προπαγανδίζεται ως ανέφικτο.

Και έχουμε τα δικά μας όπλα για να το καταφέρουμε αυτό στις εκλογές, αλλά και μετά από αυτές. Πάνω απ’ όλα, το σημαντικότερο όπλο μας, πιστέψτε το, είναι τα καθαρά μας χέρια και το πεντακάθαρο πολιτικό μας μητρώο. Η εντιμότητα, η ειλικρίνεια, η αποφασιστικότητα.

Είναι όμως και το σχέδιό μας, η μεταρρυθμιστική μας αποφασιστικότητα, που πηγάζει από τις ιδέες, τις αξίες, την πολιτική μας καταγωγή και την κοινωνική μας αναφορά. Είναι η αφοσίωση στη δικαιοσύνη, που έχει δοκιμαστεί σε πολύ δύσκολες συνθήκες.

Είναι και το ανθρώπινο δυναμικό, που διαθέτει ένα απαράμιλλο πλούτο γνώσης, αγωνιστική πείρα, κοινωνική γείωση. Τα ψηφοδέλτια που καλούμαστε να εγκρίνουμε σήμερα, νομίζω ότι είναι ο καθρέφτης του.

Είναι η εμπειρία αλλά και η ωριμότητα που αποκτήσαμε ως κυβέρνηση της χώρας στις πιο δύσκολες συνθήκες από τη μεταπολίτευση και μετά, μέσα από τις πολλές μάχες που κερδίσαμε, αλλά και από αυτές που χάσαμε. Μέσα και από τα λάθη που κάναμε.

Και βέβαια είναι το πρόγραμμά μας, το εθνικό μας σχέδιο, οι πολιτικές μας, που απαντούν με σύγχρονο και τεκμηριωμένο τρόπο στα σύγχρονα προβλήματα της κοινωνίας μας. Αυτά είναι τα διαπιστευτήρια που παρουσιάζουμε στον λαό για να πείσουμε την πλειοψηφία του: ότι δεν θέλουμε μόνο, αλλά και μπορούμε να κερδίσουμε και να αλλάξουμε τα πράγματα.

Και να προσθέσω κάτι σε αυτά τα επιχειρήματα. Οι εκλογές αυτές είπα πιο πριν ότι είναι όχι μόνο κρίσιμες, αλλά και μια ευκαιρία για τον ελληνικό λαό. Είναι και μια ευκαιρία για τον ΣΥΡΙΖΑ. Μια ευκαιρία που αξίζουμε όχι βέβαια για να επανέλθουμε στην εξουσία για την εξουσία. Ή πολύ περισσότερο για να πάρουμε κάποια ρεβάνς από τους πολιτικούς μας αντιπάλους. Είπα σε κάποια συνέντευξη ότι δεν αισθανόμαστε ότι μας χρωστάει η ιστορία, εμείς χρωστάμε στην ιστορία.

Τι χρωστάμε στην ιστορία και ποια είναι η ευκαιρία; Χρωστάμε στην ιστορία να κυβερνήσουμε αυτό τον τόπο υπό κανονικές συνθήκες. Όχι με το μαχαίρι στο λαιμό. Όχι κάτω από τη σκιά των μνημονίων και της τρόικας. Για να δείξουμε ποιο είναι το δικό μας πρόγραμμα, ποιο είναι το δικό μας σχέδιο και τι μπορούμε να υλοποιήσουμε εμείς.

Φανταστείτε, κυβερνήσαμε κάτω από τις πιο δύσκολες συνθήκες με αντικειμενικό σκοπό να βγάλουμε τη χώρα από τα μνημόνια, να ρυθμίσουμε το χρέος, άρα να συμμαζέψουμε τα δημόσια οικονομικά που τα είχαν αφήσει διαλυμένα. Να μαζέψουμε τα δικά τους άπλυτα.

Είχαμε αντικειμενικό στόχο, υποχρέωση να μαζέψουμε 37 δισεκατομμύρια ευρώ στα δημόσια Ταμεία. Φανταστείτε να είχαμε την ευκαιρία, όπως τούτοι εδώ, να δώσουμε 50 δισεκατομμύρια, όχι να μαζέψουμε. Να στηρίξουμε την κοινωνία -τι διαφορετικά πράγματα θα είχαμε κάνει σήμερα, αυτή την τετραετία.

Να στηρίξουμε το δημόσιο σύστημα Υγείας, την Παιδεία, το κοινωνικό κράτος, τους αδύναμους, τη μεσαία τάξη. Άρα λοιπόν, ναι, είναι για μας μια ευκαιρία. Και θα έλεγα ότι δεν είναι η δεύτερη ευκαιρία, είναι η πρώτη ευκαιρία να κυβερνήσουμε υπό κανονικές συνθήκες, χωρίς μνημόνια και τρόικα πάνω από το κεφάλι μας.

Η ευκαιρία να εφαρμόσουμε επιτέλους στην πράξη όλες εκείνες τις πολιτικές και το πρόγραμμα που αποβλέπουν στη βελτίωση της ζωής των ανθρώπων. Στη δημοκρατία δίχως αστερίσκους. Στη διαφάνεια, στο αποτελεσματικό και δίκαιο κράτος και στη δικαιοσύνη παντού, που δεν είναι μόνο το σύνθημά μας, είναι και η ψυχή μας.

Συντρόφισσες και σύντροφοι, σ’ αυτή την αναμέτρηση θα έχουμε ένα επιπλέον πολύ ισχυρό όπλο πέρα από το πρόγραμμα, πέρα από τα ψηφοδέλτιά μας. Ένα επιπλέον πολύ ισχυρό όπλο που δεν το είχαμε σε προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις. Ποιο είναι αυτό; Το κόμμα μας.

Εννοώ ένα μαζικό κόμμα με δεκάδες χιλιάδες μέλη σε όλη τη χώρα. Αναφέρομαι στις γυναίκες και στους άντρες, τους νέους και τις νέες, παλαιότερους και νεότερους, που έχουν υπογράψει αυτό το συμβόλαιο για τη δικαιοσύνη και την αλλαγή με τον ΣΥΡΙΖΑ.

Το κόμμα μας πιστεύω ότι μπορεί να είναι ο κρίσιμος παράγοντας για τη νίκη στις εκλογές. Ο εμβρυουλκός της πολιτικής αλλαγής. Γιατί τα δεκάδες χιλιάδες μέλη του κόμματος είναι μια ακατανίκητη δύναμη. Αν κάθε μέλος του κόμματος αλλά και κάθε φίλος του κόμματος γίνει η αλλαγή που προσδοκούμε, τότε να ξέρετε, αυτή η αλλαγή έχει ήδη ξεκινήσει. Και τίποτα δεν μπορεί να τη σταματήσει.

Αυτό όμως, αυτή η γνώση, μας επιφορτίζει όλους και όλες εμάς εδώ, όλα τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής, με δύσκολα καθήκοντα. Το καθήκον να θέσουμε όλο το κόμμα, μέχρι το τελευταίο χωριό, μέχρι το τελευταίο ακριτικό νησί, σε θέση και σε διάταξη μάχης.

Το καθήκον να οργανώσουμε αυτή τη μάχη και να μην αφήσουμε τίποτε στην τύχη του. Το καθήκον να βγούμε από τα γραφεία και από των μανιφέστων την κλεισούρα, για να θυμηθώ ένα καλό τραγούδι, και να βγούμε έξω στην κοινωνία, εκεί όπου ζει και αναπνέει η κοινωνία, αναπνέουν οι πολίτες, να βρεθούμε όλοι εκεί που δένεται ο καρπός της αλλαγής και της προοδευτικής κυβέρνησης.

Το καθήκον, επίσης, να δείξουμε και μέσα από την εκλογική μάχη ότι οι δικοί μας υποψήφιοι έχουν μια διαφορά από άλλους: Ανταγωνίζονται με κανόνες για την υπερψήφισή τους αλλά δεν είναι ανταγωνιστές, αλλά συναγωνιστές. Και αυτό που επιδιώκουν είναι η υπερψήφιση του κόμματος, το ψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ να πάει στην κάλπη επιδιώκουν περισσότερο από τον σταυρό στο δικό τους όνομα.

Να μιλήσουμε λοιπόν, συντρόφισσες και σύντροφοι, με τον κόσμο, αλλά και να ακούσουμε το κόσμο. Να ξεπεράσουμε τους φράχτες της συστημικής ενημέρωσης και να φέρουμε στον λαό, σε όλες τις κοινωνικές ομάδες, σε όλες τις γειτονιές, σε όλα τα σπίτια, τις απόψεις και τα επιχειρήματα του κόμματος που αφορούν τη ζωή τους.

Να προσπαθήσουμε με τη φωνή της λογικής, με ηρεμία και ψυχραιμία, να συνενώσουμε όλα εκείνα τα ρυάκια της αντίθεσης, της οργής, της αγανάκτησης. Να τα συνενώσουμε πείθοντας ότι ο ΣΥΡΙΖΑ σήμερα είναι η μοναδική διέξοδος. Διότι μόνο αν τα συνενώσουμε θα μπορέσουμε να φτιάξουμε αυτό το ποτάμι, το ποτάμι της αλλαγής.

Ξέρω και ξέρουμε ότι αυτή δεν είναι μια εύκολη υπόθεση. Δεν είναι εύκολη δουλειά κάθε οργάνωση μελών να γίνει επιτελείο μάχης στον τόπο της. Κάθε μέλος και στέλεχος του κόμματος απόστολος της αλήθειας και της αλλαγής. Όμως είναι μια δουλειά που πρέπει να την κάνουμε. Έχουμε την πείρα, την τεχνογνωσία, την απόφαση. Την κάναμε σε δύσκολους καιρούς, σε πιο δύσκολες συνθήκες, σε άγονες εποχές. Και χωρίς αυτό το σημαντικό όπλο, όπως είπα και πριν, τα δεκάδες χιλιάδες μέλη μας.

Θα την κάνουμε και τώρα αυτή τη δουλειά, ξεκινώντας από την Κεντρική μας Επιτροπή, όπου κάθε μέλος της, μιας και έχουμε την τιμή και την ευθύνη να είμαστε μέλη ενός ζωντανού και αποφασισμένου κομματικού οργανισμού, να είμαστε μέλη της Κεντρικής Επιτροπής, πρώτοι εμείς πρέπει να δείξουμε αυτό το παράδειγμα, να πρωτοστατήσουμε σ’ αυτή την προσπάθεια και σε αυτή τη μάχη.

Και θέλω να επισημάνω και δύο ακόμη πράγματα. Καθήκον μας είναι στις εκλογές της 21ης Μάη -πρέπει από τώρα όμως να το φροντίσουμε- να μη μείνει εκλογικό τμήμα σε οποιοδήποτε ακριτικό νησί, σε οποιοδήποτε απομακρυσμένο χωριό, όχι μόνο στις πόλεις, χωρίς εκλογικό αντιπρόσωπο του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία.

Και ξέρετε, αυτό δεν είναι μονάχα εχέγγυο για τη διασφάλιση της διαδικασίας, είναι και μήνυμα. Η παρουσία μας σε κάθε εκλογικό κέντρο είναι μήνυμα νίκης την ημέρα των εκλογών.

Δεύτερο καθήκον μας είναι, στην πορεία προς τις εκλογές, να διεκδικήσουμε όχι μόνο τη ψήφο αλλά και κάτι απαραίτητο για να φτάσουμε μέχρι την ψήφο, για να οργανώσουμε την καμπάνια μας: Να διεκδικήσουμε την οικονομική στήριξη των μελών μας, των φίλων μας, του κόσμου, για να πετύχουμε τη νίκη και την αλλαγή.

Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, συντρόφισσες και σύντροφοι, είναι το μόνο κόμμα που δεν χρωστάει σε κανέναν. Και δεν σιτίζεται από συμφέροντα. Στηρίζεται αποκλειστικά στη συνεισφορά των μελών και των υποστηρικτών του.

Η καμπάνια μας λοιπόν θα πρέπει να χρηματοδοτηθεί από τους φίλους και από τους υποστηρικτές μας, όχι από κρυφούς χορηγούς. Δεν έχουμε κρυφούς χορηγούς. Άρα, είναι κρίσιμο και αποφασιστικό να αποφασίσουμε σήμερα εδώ την οικονομική εξόρμηση στην πορεία προς τις εκλογές και να την κάνουμε πράξη.

Συντρόφισσες και σύντροφοι, θέλω να υπενθυμίσω φτάνοντας προς το τέλος της ομιλίας μου, ότι πέραν της μάχης των εθνικών εκλογών, έχουμε μπροστά μας σύντομα κι άλλη μια εκλογική μάχη, την αυτοδιοικητική μάχη, τον Οκτώβρη που μας έρχεται. Και σε αυτοδιοικητικό επίπεδο, προετοιμαζόμαστε και γι’ αυτή τη μάχη. Σε πολλούς δήμους υπάρχουν ήδη διεργασίες για την ανάδειξη των κατάλληλων Συνδυασμών και των καταλληλότερων ως επικεφαλής αυτών των Συνδυασμών ως επί το πλείστον Συνδυασμών προοδευτικής συνεργασίας.

Τις παρακολουθούμε και τις ενθαρρύνουμε. Στόχος μας η ανάδειξη ψηφοδελτίων νίκης και πλατιάς προοδευτικής συνεργασίας, λαμβάνοντας βέβαια υπ` όψιν, σε κάθε περίπτωση, τα τοπικά χαρακτηριστικά και τις ιδιαιτερότητες κάθε Δήμου.

Σήμερα όμως, δεδομένου ότι πιθανότατα δεν θα ξανασυνεδριάσουμε ως τις εκλογές, είμαστε σε θέση σε αυτή την Κεντρική μας Επιτροπή να αποφασίσουμε τη στήριξή μας σε μια σειρά από μεγάλους δήμους. Όπως προβλέπει άλλωστε το καταστατικό μας, ότι για τους μεγάλους δήμους η απόφαση είναι απόφαση αυτού του οργάνου.

Στον Δήμο της Αθήνας πιστεύω ότι είμαστε σε θέση να ανακοινώσουμε, και είμαι πολύ χαρούμενος γι` αυτό, την υποστήριξή μας σε μια προσπάθεια που ήδη έχει ξεκινήσει να συγκροτηθεί ένα πλατύτερο μέτωπο συσπείρωσης με στόχο ένα και μοναδικό: Την αλλαγή στον Δήμο της Αθήνας.

Ο «μεγάλος περίπατος» της ταλαιπωρίας και της οικογενειοκρατίας κάποια στιγμή πρέπει να τελειώσει. Μας κούρασε όλους. Η επιθυμία του γνωστού διεθνούς καλαθοσφαιριστή του Παναθηναϊκού, παλιότερα και της ΑΕΚ, του Νίκου Παππά να ηγηθεί μιας τέτοιας προσπάθεια, είναι, πιστεύω, μια πολύ θετική εξέλιξη.

Το επόμενο διάστημα λοιπόν θα ενθαρρύνουμε και θα συμβάλλουμε να γίνει πράξη μια τέτοια εξέλιξη για τη μέγιστη δυνατή συσπείρωση πολιτικών και αυτοδιοικητικών δυνάμεων, ώστε να πετύχουμε όλοι μαζί, το τρίποντο της αλλαγής για τον Δήμο της Αθήνας. Και θα είναι και buzzer beater, όπως λένε στη μπασκετική ορολογία.

Στον Δήμο του Πειραιά, έχουμε τη χαρά να στηρίξουμε έναν δοκιμασμένο αγωνιστή της Αριστεράς αλλά και της Αυτοδιοίκησης, καθώς ήταν αντιπεριφερειάρχης Πειραιά και νήσων για πέντε χρόνια: τον σύντροφό μας, τον Γιώργο Γαβρίλη. Και να ευχηθούμε καλή δύναμη και καλή επιτυχία στο «Λιμάνι της Αγωνίας».

Στον Δήμο της Πάτρας, μπορούμε σήμερα να έχουμε τη χαρά να ανακοινώσουμε τη στήριξή μας στον Πρόεδρο του Τεχνικού Επιμελητηρίου της περιοχής, τον Βασίλη Αϊβαλή, σε ένα ευρύ ψηφοδέλτιο συνεργασίας προοδευτικών δυνάμεων.

Στον Δήμο Περιστερίου, έχουμε τη χαρά να μπορούμε σήμερα να ανακοινώσουμε τη στήριξή μας σ’ έναν -εκ του αποτελέσματος- από τους πιο πετυχημένους αυτοδιοικητικούς, τον σημερινό Δήμαρχο-πατριάρχη της Αυτοδιοίκησης, τον Ανδρέα Παχατουρίδη.

Στη Λάρισα, έχουμε τη χαρά και την τιμή να στηρίξουμε έναν σύντροφό μας, που είναι εξίσου πετυχημένος, επί σειρά ετών δήμαρχος, τον σημερινό δήμαρχο της Λάρισας, τον Απόστολο Καλογιάννη.

Τέλος, μπορούμε να ανακοινώσουμε τη στήριξή μας και για τον Δήμο του Αγρινίου, στον έγκριτο και μάχιμο δικηγόρο, τον Δημήτρη Τραπεζιώτη.

Είναι σαφές ότι αυτές δεν είναι οι μόνες επιλογές που έχουν ολοκληρωθεί. Και σε άλλους δήμους έχουν οι διεργασίες προχωρήσει και βεβαίως στην πορεία προς τις εκλογές, το κόμμα μας θα είναι σε θέση εμπράκτως να εκφράζει τη στήριξη σε πρόσωπα αλλά και σε Συνδυασμούς που μπορούν να εκφράσουν την ευρύτατη δυνατή προοδευτική συμπαράταξη για ψηφοδέλτια νίκης στις επερχόμενες αυτοδιοικητικές εκλογές.

Συντρόφισσες και σύντροφοι, σήμερα η Κεντρική μας Επιτροπή καλείται να εγκρίνει επί της αρχής το εκλογικό μας πρόγραμμα και να εγκρίνει τη συντριπτική πλειοψηφία των ψηφοδελτίων μας.

Με την έγκριση του προγράμματος, νομίζω ότι ξεκινάμε και μπαίνουμε σε μια τροχιά ουσιαστικής προγραμματικής αντιπαράθεσης με την κυβέρνηση. Όχι πως δεν το κάναμε τέσσερα χρόνια τώρα. Πιστεύω ότι είναι ίσως η μόνη φορά που η αξιωματική αντιπολίτευση έχει τόσο αναλυτικά εντρυφήσει σε προγραμματικές θέσεις.

Τέσσερα χρόνια τώρα, σας θυμίζω πόσες ειδικές παρουσιάσεις κάναμε, με τελευταία, νομίζω, μια παρουσίαση που είχε πολύ μεγάλη επιτυχία και αφορά ένα κρίσιμο θέμα, το ιδιωτικό χρέος και τους πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας, επαγγελματικής στέγης και αγροτικής γης.

Παρά όμως από το ότι μετά την έγκριση του προγράμματος επί της αρχής, που θα κάνουμε σήμερα, θα πρέπει να υπάρξει άμεσα η περαιτέρω επεξεργασία του, ώστε να μπορέσουμε να παρουσιάσουμε δημόσια σε ειδική εκδήλωση στον ελληνικό λαό και με λόγο εύκολα κατανοητό και με τρόπο εύκολα κατανοητό, αυτό το κυβερνητικό πρόγραμμα.

Πιστεύω ότι θα είναι το μεγάλο μας όπλο αυτό στην εκλογική μάχη. Συνεπώς, θα πρέπει πέραν της έγκρισης επί της αρχής, να εξουσιοδοτήσουμε και κάποιους συντρόφους για να προχωρήσουν σε συνεννόηση με την Πολιτική Γραμματεία, το Εκτελεστικό Γραφείο, σε αυτή την επεξεργασία.

Σήμερα εγκρίνουμε λοιπόν και τα ψηφοδέλτιά μας. Θέλω να σας πω, για να το ξέρετε, ότι ήταν ένας ευχάριστος μεν, πονοκέφαλος δε, τα ψηφοδέλτια. Ένας ευχάριστος πονοκέφαλος, γιατί αναγκαστήκαμε να κάνουμε δύσκολες επιλογές ανάμεσα σε πολύ σημαντικές και δυνατές υποψηφιότητες. Και μπορεί και να αδικήσαμε κάποιους συντρόφους, με την έννοια ότι είναι πολύ δύσκολο να επιλέξεις ανάμεσα σε ισοδύναμες υποψηφιότητες.

Τα ψηφοδέλτια που καλούμαστε όμως να εγκρίνουμε σήμερα, όμως, πιστεύω ότι είναι ο καθρέφτης της σχέσης μας με την κοινωνία. Καθρεπτίζουν και το «θέλουμε», αλλά και το «μπορούμε» και βεβαίως καθρεφτίζουν όσα διακηρύσσουμε και πιστεύουμε.

Αλλά και την αφοσίωση σε ιδέες, αρχές και αξίες, καθώς επίσης και την πολυχρωμία που απαιτεί μια εκλογική μάχη. Και το ανήσυχο πνεύμα των νέων, αλλά και τη σταθερότητα και τη σοφία των παλιότερων. Την πολυσυλλεκτική καταγωγή από πολιτικές προελεύσεις, αλλά κυρίως την πολυχρωμία των κοινωνικών προελεύσεων.

Τα ψηφοδέλτιά μας είναι ανανεωμένα σε σχέση με το 2019 κατά 50% περίπου, και για πρώτη φορά εφαρμόζουν μια καινοτομία: για πρώτη φορά στη χώρα είναι 50% άντρες, 50% γυναίκες. Δηλαδή, για πρώτη φορά έχουμε ισότητα φύλου στα ψηφοδέλτιά μας.

Είμαι πεπεισμένος, μπορεί να αδικώ τις συντρόφους σ’ αυτή την Κεντρική Επιτροπή, αλλά είμαι πεπεισμένος ότι αυτό θα περάσει και στην ψήφο των πολιτών, θα έχει άρωμα γυναίκας η ψήφος.

Μ’ αυτές τις σκέψεις, λοιπόν, θέλω να ολοκληρώσω την εισήγησή μου λέγοντας ότι έχουμε πλέον την πλήρη γνώση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η ελληνική κοινωνία, έχουμε το σχέδιο, το πρόγραμμα, τις λύσεις που χρειάζονται τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε.

Έχουμε το όραμα, γνωρίζουμε τις τομές και τις μεταρρυθμίσεις που χρειάζονται για να ξαναφέρουμε στον τόπο το αίσθημα της δικαιοσύνης, της ασφάλειας και της προκοπής.

Έχουμε τους ανθρώπους που θα φέρουνε την αλλαγή.

Έχουμε την πείρα, τις ιδέες, τη δύναμη από τις ρίζες της Αριστεράς και τους αγώνες της και τους αγώνες της δημοκρατικής παράταξης, έχουμε την πείρα για να κερδίσουμε αυτή την εκλογική μάχη.

Πάνω απ’ όλα, όμως, έχουμε την αλήθεια, το δίκιο, την αποφασιστικότητα, το πρόγραμμα, τους ανθρώπους για να την κερδίσουμε αυτή τη μάχη.

Και θα την κερδίσουμε αυτή τη μάχη. Θα την ξαναφέρουμε τη δικαιοσύνη παντού σ’ αυτό τον τόπο.

Θα νικήσουμε! Να είστε καλά. Σας ευχαριστώ, καλή δύναμη, καλούς αγώνες, καλές αποφάσεις!»


Ευκλείδης Τσακαλώτος: «Ποιος έσωσε τις ΕΥΔΑΠ/ΕΥΑΘ από το death row των ιδιωτικοποιήσεων;»

Ευκλείδης Τσακαλώτος: «Ο κ. Μητσοτάκης ξεχνάει να αναφέρει ότι η Υπερταμείο δεν έχει στόχο την ιδιωτικοποίηση αλλά τη ορθή διαχείριση. Όπως βέβαια ξεχνάει και ότι στο νόμο του Υπερταμείου (4389/2016) υπάρχει ρητή αναφορά στο σεβασμό των αποφάσεων του ΣτΕ (κάτι με το οποίο γενικά έχει μια αναφυλαξία η ΝΔ)...»

 

 
 

Ευκλείδης Τσακαλώτος*

«Ο κ. Μητσοτάκης σήμερα μας είπε ότι θα επιστρέψει την ΕΥΔΑΠ και την ΕΥΑΘ στον έλεγχο του δημοσίου από το Υπερταμείο που τις είχε εκχωρήσει ο ΣΥΡΙΖΑ για 99 χρόνια. Ενδιαφέρον ότι η ΝΔ σήμερα λέει ότι εκχωρήσαμε γιατί θυμάμαι ότι όσο ήταν στην αντιπολίτευση οι πλέον προσφιλείς χαρακτηρισμοί ήταν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ υποθήκευσε την δημόσια περιουσία για 99 χρόνια, ή παραχώρησε τη δημόσια περιουσία ή κάτι αντίστοιχο. Οπότε γεννιέται μέσα μου το ερώτημα: πως γίνεται, αφού ο ΣΥΡΙΖΑ δέσμευσε τη δημόσια περιουσία για 99 χρόνια, ο κ. Μητσοτάκης να την αποδεσμεύει με μία δήλωση; Μάλλον τελικά τα πράγματα δεν ήταν τόσο καταστροφικά με το Υπερταμείο όσο έλεγε η ΝΔ στο παρελθόν. Αλλά κάπως έτσι καταρρέει ένα αφήγημα όταν δεν έχει σοβαρές βάσεις.

Και όλα αυτά χωρίς να σχολιάσω ότι πριν μεταφερθούν οι μετοχές των ΕΥΔΑΠ/ΕΥΑΘ στο Υπερταμείο, αυτές ήταν στο ΤΑΙΠΕΔ που τόσο αγαπάει η ΝΔ. Είναι μάλλον άγνωστο στη ΝΔ γιατί είχε τις μετοχές ΤΑΙΠΕΔ (γνωστό και ως ταμείο ιδιωτικοποιήσεων) όταν κυβερνούσε το η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ (spoiler alert: για να τις ιδιωτικοποίησει). Επίσης βολικά ξεχνάει ο κ. Μητσοτάκης να αναφέρει ότι η Υπερταμείο δεν έχει στόχο την ιδιωτικοποίηση αλλά τη ορθή διαχείριση. Όπως βέβαια ξεχνάει και ότι στο νόμο του Υπερταμείου (4389/2016) υπάρχει ρητή αναφορά στο σεβασμό των αποφάσεων του ΣτΕ (κάτι με το οποίο γενικά έχει μια αναφυλαξία η ΝΔ).

Αν κάτι μπορούμε να κρατήσουμε από όλα τα παραπάνω είναι ότι το ψέμα έχει κοντά ποδάρια, όπως λένε και στην Πρέβεζα.»

  


* Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος (1960) είναι Έλληνας οικονομολόγος, πολιτικός και βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ από το 2012. Έχει διατελέσει Υπουργός Οικονομικών (2015-2019) και Αναπληρωτής Υπουργός Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (2015). Σήμερα είναι Συντονιστής Οικονομικής Πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ.

Αννέτα Καββαδία: Αλαζονεία και εξουσία

Προφανώς και η αλαζονεία της εξουσίας, δεν γνωρίζει από κομματικά στεγανά. Κατά τη γνωστή ρήση του λόρδου Άκτον «η εξουσία έχει την τάση να διαφθείρει και η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απόλυτα». Το μείζον, λοιπόν, είναι να αναγνωρίζει κανείς τα σημάδια. Και να τα απομονώνει εν τη γενέσει τους...



Αννέτα Καββαδία*

Σκηνή πρώτη: αναμονή στο ταμείο μεγάλου σούπερ-μάρκετ στο κέντρο της Αθήνας. Η εξυπηρέτηση είναι ελαφρώς αργή, καθώς οι επιβεβλημένες αποστάσεις καθυστερούν, όπως είναι φυσικό, τη ροή των πελατών. Ξαφνικά, και εκτός σειράς, παρεμβάλλεται ζευγάρι το οποίο απαιτεί να εξυπηρετηθεί κατά προτεραιότητα (χωρίς να προβάλλει κάποια δικαιολογία έκτακτης ανάγκης). Μπροστά στις εύλογες διαμαρτυρίες των υπολοίπων, και αφού το… αίτημα δεν γίνεται δεκτό, το ζευγάρι περιμένει δυσανα
σχετώντας στη σειρά του. Πλησιάζοντας την ταμία, πληροφορούμαστε ότι η κυρία (του ζευγαριού) είναι η σύζυγος πολιτικού μεγαλοστελέχους -με υπουργική θητεία στις αποσκευές του- και ο, εκτελών και χρέη μπάτλερ, κύριος που τη συνοδεύει είναι ο άνδρας της προσωπικής της ασφάλειας.

Σκηνή δεύτερη: η υπουργός Εργασίας της Δανίας, Ioah Johansson, χωρίς συνοδεία, κάθεται στο παγκάκι της αποβάθρας και περιμένει το τραίνο. Η εικόνα έκανε, πριν λίγο καιρό, το γύρο του διαδικτύου.

Δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Είναι, λοιπόν, η αλαζονεία ίδιον της (όποιας) εξουσίας; Σχετίζεται με τη νοοτροπία και τη δομή κάθε κοινωνίας; Έχει να κάνει με την αντιμετώπιση της πολιτικής (μέσον ή σκοπός); Απορρέει από τον χαρακτήρα του ανθρώπου που κάποια στιγμή θα βρεθεί σε θέση πολιτικής ευθύνης; Ή είναι τελικά απότοκο του κυρίαρχου καπιταλιστικού συστήματος διαχείρισης του κράτους -εξ ου και η πρωτοκαθεδρία της Δεξιάς σε τέτοιου είδους φαινόμενα (χωρίς να απουσιάζουν και εξ αριστερών περιπτώσεις);

Προκαλούν το κοινό αίσθημα

Ακούγοντας τις τελευταίες ημέρες υπουργούς της κυβέρνησης να χαρακτηρίζουν «αχρείαστο κόστος» την επίταξη ιδιωτικών κλινικών (Βορίδης) ή να υποστηρίζουν πως «αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει ανάγκη για περισσότερες ΜΕΘ» (Γεραπετρίτης), αναρωτιέται κανείς αν είναι η οίηση, η έλλειψη ενσυναίσθησης ή ο απόλυτος κυνισμός που τους οδηγεί σε τέτοιου είδους δηλώσεις.

Διαβάζοντας τις πληροφορίες που θέλουν τη Siemens να είναι η μοναδική ευρωπαϊκή εταιρία που έχει πάρει έγκριση για self test -αυτά που μετά από έναν ολόκληρο χρόνο πανδημίας μπαίνουν στη ζωή μας βιαστικά, χωρίς σχέδιο, αιφνιδιάζοντας τους φαρμακοποιούς και για την προμήθεια των οποίων υπήρξε πρόσκληση ενδιαφέροντος με διορία μιάμιση(!) μέρα- εύλογα δημιουργούνται «πονηρές» σκέψεις ως προς τη βιασύνη της κυβέρνησης (είναι κι αυτός ο Χριστοφοράκος που «στοιχειώνει» την οικογένεια Μητσοτάκη…).

Βλέποντας την εξοργιστική, αν και απέλπιδα, προσπάθεια της υπουργού Παιδείας να δικαιολογήσει το σκάνδαλο της Cisco -με την απευθείας ανάθεση, τη διαρροή προσωπικών δεδομένων και την αποκάλυψη του ψεύδους περί «δωρεάν» παροχής υπηρεσιών- αναρωτιέται κανείς για το μέγεθος του θράσους.

Διαπιστώνοντας τις γελοιότητες στο twitter με τα αγορασμένα like για τον Μεγάλο Ηγέτη και τα dislike για τους πολιτικούς αντιπάλους, συνειδητοποιεί κανείς το μέγεθος της δυσανεξίας στην όποια κριτική.

Λίγο καιρό πριν γινόμαστε μάρτυρες σκηνών, που, εν μέσω πανδημίας, προκάλεσαν το κοινό αίσθημα. Η πρωθυπουργική ποδηλατάδα στην Πάρνηθα και το ταξίδι στην Ικαρία, τα «κατ’ εξαίρεσιν» βαφτίσια του Άδωνι Γεωργιάδη, το «όχι μαγκιές σ΄ εμένα» της Λίνας Μενδώνη προς αρχαιολόγο και οι μορφασμοί απαξίας για ανθρώπους του πολιτισμού, το «αν είχαμε ακούσει τον ΣΥΡΙΖΑ για τις ΜΕΘ θα είχαμε πετάξει δεκάδες εκατομμύρια» του Στέλιου Πέτσα, οι πολυέξοδες φιέστες για τα 200 χρόνια από το 1821, λίγα μόλις μέτρα μακριά από νοσοκομεία που λυγίζουν αβοήθητα, δεν είναι μεμονωμένα περιστατικά. Καταδεικνύουν το πώς αντιλαμβάνονται την άσκηση της πολιτικής και τη σχέση τους με τους πολίτες, οι άνθρωποι που βρίσκονται σήμερα στο τιμόνι της χώρας.

Ενεργούν χωρίς να λογοδοτούν, έχοντας την ψευδαίσθηση ότι προέκυψαν στην εξουσία αυτοδίκαια. Φέρουν τα χαρακτηριστικά μιας σέκτας εξουσίας, που απλώνεται παντού και αυτοαναπαράγεται, και που με συνεχή επίκληση της εκλογικής υπεροχής της θεωρεί το κράτος ιδιοκτησία της. Ταυτόχρονα, χτίζουν μέσα τους την αυτοαθώωσή τους: η συμπεριφορά τους είναι ο τρόπος επιβίωσης και συντήρησής τους και, παράλληλα, η άμυνά τους προς όσους τους επιβουλεύονται προσωπικά.

Αυταρχικός νεοφιλελευθερισμός

Θιασώτες μιας σκληρής νεοφιλελεύθερης πολιτικής, με έντονη τη μυρωδιά του αυταρχισμού, μετέρχονται κάθε πρακτικής που εξυπηρετεί το σκοπό τους χωρίς να ορρωδούν προ ουδενός. Γνωρίζουν καλά πως από την άσκηση έως την κατάχρηση της εξουσίας, η απόσταση είναι μικρή. Και ορμώμενοι από μια αίσθηση παντοδυναμίας, ατιμωρησίας, αλλά και σαφούς ιδεολογικοπολιτικής στάσης, επιλέγουν απολύτως συνειδητά να διολισθήσουν. Η κανονικοποίηση, για παράδειγμα, της αδιαφάνειας στη διαχείριση δημόσιου χρήματος, η αστυνομοκρατική επιβολή αντιφατικών μέτρων για την πανδημία, η προσπάθεια οικοδόμησης μιας κραταιάς αστυνομικής δημοκρατίας, τα εξώδικα εναντίον εφημερίδων και τα εντάλματα σύλληψης εναντίον δημοσιογράφων, είναι στοιχεία απολύτως ενδεικτικά.

Προφανώς και η αλαζονεία της εξουσίας, δεν γνωρίζει από κομματικά στεγανά. Κατά τη γνωστή ρήση του λόρδου Άκτον «η εξουσία έχει την τάση να διαφθείρει και η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απόλυτα». Το μείζον, λοιπόν, είναι να αναγνωρίζει κανείς τα σημάδια. Και να τα απομονώνει εν τη γενέσει τους. Να γίνεται ξεκάθαρο πού αποσκοπεί η ενασχόληση με τα κοινά. Και να υπάρχουν αντιστάσεις.

Όπως γράφει ο Κορνήλιος Καστοριάδης στο βιβλίο του «Η άνοδος της ασημαντότητας» (εκδόσεις Ύψιλον/βιβλία): «η αποσύνθεση γίνεται φανερή κυρίως μέσα από την εξαφάνιση των σημασιών και το σχεδόν απόλυτο ξεθώριασμα των αξιών. Και αυτό απειλεί μακροπρόθεσμα την επιβίωση του ίδιου του συστήματος. Όταν δηλώνεται ανοιχτά, όπως γίνεται τώρα στις δυτικές κοινωνίες, ότι η μοναδική αξία είναι το χρήμα, το κέρδος, ότι το υπέρτατο ιδεώδες του κοινωνικού βίου είναι το “πλουτίστε” (και η δόξα της δήλωσης αυτής ανήκει, σ’ ό,τι αφορά τη Γαλλία, στους σοσιαλιστές, οι οποίοι την έκαναν με έναν τρόπο που η Δεξιά δεν είχε τολμήσει να την κάνει), μπορεί να διερωτηθεί κανείς αν είναι ποτέ δυνατόν μια κοινωνία να συνεχίσει να λειτουργεί και να αναπαράγεται μονάχα σ’ αυτή τη βάση».

πηγή: commonality.gr

* Η Αννέτα Καββαδία είναι Ελληνίδα δημοσιογράφος, μέλος της ΕΣΗΕΑ, και πολιτικός, πρώην βουλευτής Β΄ Αθηνών εκλεγμένη με τον ΣΥΡΙΖΑ, και υποψήφια με τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ στο Βόρειο Τομέα.

Ευάγγελος Βενιζέλος: «Εθνική ατζέντα και μεταπλειοψηφικές συναινέσεις: Πέρα από τη σύγκρουση αυτοδυναμίας - συνεργασίας»

 Άρθρο Ευάγγελου Βενιζέλου στα ΝΕΑ Σαββατοκύριακο / 8 Απριλίου 2023

Εθνική ατζέντα και μεταπλειοψηφικές συναινέσεις:
Πέρα από τη σύγκρουση αυτοδυναμίας - συνεργασίας

Στην παρατεταμένη προεκλογική περίοδο που διανύουμε, κυριαρχεί πλέον η σύγκρουση ανάμεσα σε δυο πολιτικά αφηγήματα, αυτό της αυτοδύναμης / μονοκομματικής κυβέρνησης που δεν αρκείται στην ανάδειξη των πλεονεκτημάτων της αλλά θεωρεί επικίνδυνη για την πορεία της χώρας μια κυβέρνηση συνεργασίας και το αντίστροφο αφήγημα της ανάγκης για κυβερνητικές συνεργασίες που αποτρέπουν τα εκφυλιστικά φαινόμενα της μονοκομματικής αυτάρκειας και αυταρέσκειας.

Η ταύτιση των μονοκομματικών κυβερνήσεων με το εκλογικό σύστημα της ενισχυμένης αναλογικής που κυριαρχεί τα πενήντα χρόνια της Μεταπολίτευσης, δεν είναι ακριβής. Τα κρίσιμα παραδείγματα κυβερνήσεων συνεργασίας, οι κυβερνήσεις Παπαδήμου ( ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και ο τότε ΛΑΟΣ ) και Σαμαρά - Βενιζέλου (αρχικά με τη συμμετοχή της τότε ΔΗΜΑΡ), προέκυψαν με εκλογικό σύστημα «ενισχυμένης» και όχι «απλής» αναλογικής και κλήθηκαν να διαχειριστούν καταστάσεις οξείας κρίσης και να λάβουν δύσκολες και αντιδημοφιλείς αποφάσεις.

Η εισφορά των κυβερνήσεων συνεργασίας στη χώρα

Η χώρα υφίσταται σήμερα ως κράτος μέλος της ΕΕ και της ευρωζώνης και ως δημοσιονομική και χρηματοπιστωτική οντότητα χάρη στις κυβερνήσεις συνεργασίας της περιόδου της οικονομικής κρίσης και της αρχικής κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ που παραιτήθηκε από την αυτοδυναμία της για λόγους εθνικού συμφέροντος.

Η προκλητική επιμονή στην αποσιώπηση αυτής της απλής ιστορικής αλήθειας για το νωπό παρελθόν της χώρας και του γεγονότος ότι στην Ευρώπη σήμερα, στα κοινοβουλευτικά συστήματα διακυβέρνησης, κυριαρχούν οι κυβερνήσεις συνεργασίας, με κορυφαίο παράδειγμα τη Γερμανία και το γερμανικό μεταπολεμικό «θαύμα», δημιουργεί υπερβολική τεχνητή ένταση και τοξικό θόρυβο που παρεμποδίζει τη συζήτηση για την ατζέντα που θα κληθεί να αντιμετωπίσει αναγκαστικά η χώρα μετά τις εκλογές, όσες και αν είναι αυτές και όποια κυβέρνηση και αν σχηματιστεί, μονοκομματική ή συνεργασίας.

Τρεις ατζέντες που συγκρούονται

Στην πραγματικότητα υπάρχουν τρεις ατζέντες που συγκρούονται. Μια προεκλογική υποταγμένη στις προδιαγραφές της όξυνσης και της πόλωσης που προφανώς τροφοδοτείται από την επιδίωξη της αυτοδυναμίας αλλά και από τις προσπάθειες αποτροπής της. Μια μετεκλογική, αναγκαστική και υπαγορευμένη από τις διεθνείς πολιτικές, στρατιωτικές και οικονομικές εξελίξεις. Και μια εθνική που υπαγορεύεται από τους γεωγραφικούς και ιστορικούς καταναγκασμούς, οικουμενικού επιπέδου κλιματικές, τεχνολογικές και ανθρωπολογικές αλλαγές και από την υποχρέωσή μας απέναντι στους νέους να τους δώσουμε κάτι καλύτερο από μια Ελλάδα που βρίσκεται μεν εντός Ευρώπης και ευρωζώνης αλλά είναι καθηλωμένη στις τελευταίες θέσεις όλων των κρίσιμων κατατάξεων.

Το δημοκρατικά αναπόφευκτο ερώτημα, «ποια κυβέρνηση» θα απαντηθεί προφανώς από το εκλογικό σώμα που θα διαμορφώσει τους τελικούς εκλογικούς και κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς. Εναπόκειται στους πολίτες να διακρίνουν μέσα από τις θέσεις των κομμάτων για την προεκλογική ατζέντα, πώς θα χειριστούν την αναγκαστική μετεκλογική ατζέντα που τώρα είτε αποσιωπάται είτε τίθεται φευγαλέα και αποσπασματικά. Έως εδώ κινούμαστε στη σφαίρα των κομματικών συσχετισμών και της σύγκρουσης των πολιτικών αφηγημάτων περί αυτοδυναμίας ή συνεργασίας.

Η ικανότητα όμως της χώρας να χειριστεί την εθνική ατζέντα, τα βαθύτερα ερωτήματα κοινωνικής συνοχής, εθνικής ταυτότητας, εθνικής στρατηγικής και επικοινωνίας με το μέλλον χάριν της νέας γενιάς, υπερβαίνει τη σχέση κυβερνητικής πλειοψηφίας και αντιπολίτευσης που θα διαμορφωθεί στο τέλος των εκλογικών αναμετρήσεων. Τα ερωτήματα της εθνικής ατζέντας που αφορούν, μεταξύ άλλων, τις αναγκαίες πρωτοβουλίες στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφάλειας, στο πεδίο των δύσκολων και αμετάκλητων θεσμικών μεταρρυθμίσεων, στο πεδίο της κοινωνικής συνοχής και των βαθύτερων παραμέτρων της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, είναι ερωτήματα στα οποία χρειάζονται απαντήσεις μεταπλειοψηφικές. Απαντήσεις που προϋποθέτουν κάτι διαφορετικό από τη σταθερή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, μονοκομματική ή συνεργατική. Προϋποθέτουν εθνική συναίνεση που δεν καταργεί μεν τις κομματικές διαφορές και τους θεσμικούς ρόλους της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης, φέρνει όμως το πολιτικό σύστημα αντιμέτωπο με τα διλήμματα της Ιστορίας και όχι απλώς της συγκυρίας και των εκλογικών κύκλων.

Μπορεί να γίνει σοβαρή συζήτηση προεκλογικά;

Η προεκλογική περίοδος και μάλιστα μια προεκλογική περίοδος ήδη μακρά και οξεία που βρίσκεται ακόμη στην πρώτη φάση της και είναι καταδικασμένη να διολισθαίνει σε ακόμη μεγαλύτερη όξυνση και να σπαταλά πολύ χρόνο σε επαναλήψεις στερεοτύπων, σε ανάδειξη δευτερευόντων θεμάτων και σε προσωπικές επιθέσεις, είναι προφανώς ακατάλληλη και απρόσφορη για μια ουσιαστική συζήτηση γύρω από την ανάγκη μεγάλων εθνικών συναινέσεων.

Χωρίς αυτές τις συναινέσεις όμως δεν είναι πρακτικά δυνατή ή έστω είναι εξαιρετικά δύσκολη η διαμόρφωση μιας εθνικής στρατηγικής που υπερβαίνει αγκυλώσεις και αδράνειες και κινητοποιεί τις καλύτερες όψεις της ελληνικής κοινωνίας και του εθνικού φρονήματος που δεν είναι ρητορικό αλλά ουσιαστικό.

Είναι λογικό να υποστηριχθεί ότι η διάθεση να συγκροτηθεί κυβέρνηση συνεργασίας με ευρύτερη νομιμοποίηση και συστράτευση αντί της εμμονής σε μια μονοκομματική «αυτοδύναμη» κυβέρνηση, είναι ενδεχομένως και το θετικό προοίμιο για την επιδίωξη στη συνέχεια των αναγκαίων μεταπλειοψηφικών συναινέσεων που αποτελούν προϋπόθεση για την προώθηση της εθνικής ατζέντας. Η σχέση όμως ανάμεσα στον χαρακτήρα της κυβέρνησης και την πιθανότητα να επιδιωχθούν και να επιτευχθούν στη συνέχεια ευρύτερες συναινέσεις που θα στηρίξουν πρωτοβουλίες ιστορικού και όχι συγκυριακού χαρακτήρα δεν διαμορφώνεται ούτε αυτόματα ούτε γραμμικά. Μπορεί μια κυβέρνηση συνεργασίας να εγκλωβιστεί σε εσωστρεφείς ασκήσεις ισορροπίας και συνύπαρξης που χρειάζονται σκληρά μέτωπα με την αντιπολίτευση προκειμένου να οριοθετείται ο χώρος στον οποίο κινείται η κυβερνητική συνεργασία. Το πιθανότερο βέβαια είναι μια τέτοια επιλογή μετωπικής ρήξης να την κάνει μια οριακή και εύθραυστη μονοκομματική πλειοψηφία που στηρίζει μια «αυτοδύναμη» κυβέρνηση.

Αυτό που πρέπει να γίνει έστω μέσα σε αυτές τις «στείρες» προεκλογικές συνθήκες είναι να ανοίξει στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό η συζήτηση τουλάχιστο για την αναγκαστική μετεκλογική ατζέντα, για τη σημασία της δημοσιονομικής επίγνωσης, για την ανάγκη μιας γραμμής επεξεργασμένης στις λεπτομέρειες της για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, για τις σωστικές κινήσεις στο σύστημα υγείας, για την ανάδειξη του προβλήματος της δικαιοσύνης ως του μεγαλύτερου θεσμικού και αναπτυξιακού ζητήματος.

Το μεγάλο κενό

Πίσω όμως από αυτά διαφαίνεται το μεγάλο κενό που πρέπει να καλύψει η εθνική ατζέντα που ξεπερνά τους εκλογικούς κύκλους. Το μεγάλο αυτό κενό είναι εν πολλοίς ευρωπαϊκό και όχι μόνο εθνικό. Αφορά τη Δύση ως στρατηγική οντότητα που εκφράζει ένα μέρος του πλανήτη πολύ μικρότερο από όσο συνήθως νομίζουμε. Αφορά την προφανή εξάρτηση της Δύσης ως στρατηγικής οντότητας από τις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις στις ΗΠΑ, για παράδειγμα από τη δίκη Ντ. Τραμπ σε ένα δικαστήριο του Μανχάταν.

Αν πρόκειται τους επόμενους τρεις μήνες να αναζητούμε την επόμενη κυβέρνηση, δεν έχουμε την πολυτέλεια να καθυστερήσουμε για τρεις μήνες της έναρξη μιας σοβαρής συζήτησης γύρω από τα θέματα αυτά.

πηγή: evenizelos.gr

* Ευάγγελος Βενιζέλος, Πρώην αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης, πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ. Καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή ΑΠΘ.

Γερμανία: «Μαύρη τρύπα» 14-18 δισ. ευρώ - «Θυσίες» προαναγγέλλει ο υπουργός Οικονομικών, Κρίστιαν Λίντνερ

Ο ηγέτης των Φιλελευθέρων, Κρίστιαν Λίντνερ. (FDP) ανέφερε πως η ομοσπονδιακή κυβέρνηση πρέπει να είναι έτοιμη για περικοπές δαπανών και άλλες δυσάρεστες αποφάσεις. «Κάθε κατανομή κονδυλίων πρέπει να συζητηθεί και να αιτιολογηθεί», συμπλήρωσε ο Λίντνερ.

EURONEWS: Τη λήψη μέτρων λιτότητας, την οποία χαρακτήρισε αναπόφευκτη, προαναγγέλλει μέσω συνέντευξής του στην εφημερίδα Rheinische Post ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Κρίστιαν Λίντνερ, προκειμένου να καλυφθούν τα τεράστια κενά στον προϋπολογισμό.

Ο ηγέτης των Φιλελευθέρων (FDP) ανέφερε πως η ομοσπονδιακή κυβέρνηση πρέπει να είναι έτοιμη για περικοπές δαπανών και άλλες δυσάρεστες αποφάσεις. «Κάθε κατανομή κονδυλίων πρέπει να συζητηθεί και να αιτιολογηθεί», συμπλήρωσε ο Λίντνερ.

Ο τρικομματικός κυβερνητικός συνασπισμός (SPD, Πράσινοι, FDP) έχει καθυστερήσει στην κατάρτιση του προϋπολογισμού για το 2024 εξαιτίας εσωτερικών διαφωνιών. Το σχέδιο προϋπολογισμού πρέπει να εγκριθεί από το υπουργικό συμβούλιο μέχρι τις 21 Ιουνίου και να υπερψηφιστεί από την ομοσπονδιακή βουλή τον Δεκέμβριο.

Περιγράφοντας την έκταση του προβλήματος, ο Λίντνερ ανέφερε: «Με τα σημερινά δεδομένα, θα έχουμε έλλειμμα 14-18 δισ. ευρώ την επόμενη χρονιά, με έσοδα γύρω στα 424 δισεκατομμύρια. Για να καλυφθεί αυτή η τρύπα στον προϋπολογισμό, θα πρέπει να γίνουν θυσίες».

Ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών σημείωσε πως πρέπει να εξεταστεί ο αντίκτυπος που θα έχουν ενδεχόμενες αυξήσεις μισθών στον δημόσιο τομέα, εν μέσω των κινητοποιήσεων από δημοσίους υπαλλήλους σε όλη τη χώρα. Επέκρινε τις προηγούμενες κυβερνήσεις υπό την ηγεσία των συντηρητικών ότι τα τελευταία χρόνια ενέκριναν «κοινωνικές παροχές και επιδοτήσεις που δεν χρηματοδοτήθηκαν με βιώσιμο τρόπο». Τα ασυνήθιστα χαμηλά επιτόκια απέκρυψαν αυτό το γεγονός, υποστήριξε.

Ο εκπρόσωπος της κοινοβουλευτικής ομάδας των Σοσιαλδημοκρατών (SPD) για θέματα προϋπολογισμού Ντένις Ρόντε σχολίασε στο Γερμανικό Πρακτορείο Ειδήσεων (DPA) ότι «η τελική απόφαση για τα χρήματα που δαπανώνται στη Γερμανία ανήκει στην ομοσπονδιακή βουλή (Bundestag) και όχι στον υπουργό Οικονομικών», εκφράζοντας την πεποίθηση ότι θα βρεθεί η χρυσή τομή στις διαφωνίες που υπάρχουν για τη δημοσιονομική πολιτική.