ΧΑΛΚΙΔΑ ΚΑΙΡΟΣ

Τι λένε οι δικαστές για την αναθεώρηση του Συντάγματος

Κοινός παρονομαστής στις θέσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων (ΕνΔΕ), της Ενωσης Εισαγγελέων Ελλάδος (ΕΕΕ) και της Ενωσης Δικαστικών Λειτουργών του Ελεγκτικού Συνεδρίου είναι η περαιτέρω θωράκιση της δικαστικής ανεξαρτησίας...

Κοινός παρονομαστής στις θέσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων (ΕνΔΕ), της Ενωσης Εισαγγελέων Ελλάδος (ΕΕΕ) και της Ενωσης Δικαστικών Λειτουργών του Ελεγκτικού Συνεδρίου είναι η περαιτέρω θωράκιση της δικαστικής ανεξαρτησίας, με περιορισμό της κυβερνητικής επιρροής στην επιλογή της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων.



Ποιες προτάσεις για τη συνταγματική αναθεώρηση έχουν καταθέσει το ΣτΕ, η Ενωση Δικαστών και Εισαγγελέων, η Ενωση Εισαγγελέων Ελλάδος και η Ενωση Δικαστικών Λειτουργών του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Πώς θα διαμόρφωναν οι ίδιοι οι δικαστές τη Δικαιοσύνη, αν είχαν τον πρώτο λόγο στη συνταγματική αναθεώρηση; Σπάνια το δικαστικό σώμα καλείται να τοποθετηθεί τόσο ανοιχτά για τα του οίκου του και με αφορμή την αναθεώρηση συνταγματικών διατάξεων που αφορούν τη Δικαιοσύνη, σύσσωμος ο δικαστικός κόσμος της χώρας κατέθεσε τις προτάσεις του για τα άρθρα 86, 88, 89, 90 και 100.

Κοινός παρονομαστής στις θέσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων (ΕνΔΕ), της Ενωσης Εισαγγελέων Ελλάδος (ΕΕΕ) και της Ενωσης Δικαστικών Λειτουργών του Ελεγκτικού Συνεδρίου είναι η περαιτέρω θωράκιση της δικαστικής ανεξαρτησίας, με περιορισμό της κυβερνητικής επιρροής στην επιλογή της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων και αυστηρότερους περιορισμούς στην ανάληψη δημόσιων αξιωμάτων μετά την αφυπηρέτηση των δικαστικών λειτουργών. Ισχυρή είναι η αντίθεση στη δημιουργία Συνταγματικού Δικαστηρίου ή μοντέλου που του προσομοιάζει, ενώ αποκλίσεις καταγράφονται ως προς την αύξηση του ορίου ηλικίας αποχώρησης των δικαστικών λειτουργών και την αλλαγή του νόμου περί ευθύνης υπουργών.

Nα αλλάξει το ηλικιακό όριο αφυπηρέτησης των δικαστών; Θέλουμε 70χρονους δικαστές;

Η κυβερνητική πρόταση θέλει την αύξηση του ορίου ηλικίας αφυπηρέτησης από το σώμα στα 70 έτη, με τον δικαστικό κόσμο να απαντάει στο μεγαλύτερο μέρος του αρνητικά σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο. «Οχι» στην αύξηση του ορίου ηλικίας αποχώρησης των δικαστικών λειτουργών είπε, κατά πλειοψηφία (37-13), η Διοικητική Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, στο πλαίσιο της συζήτησης για την αναθεώρηση και ειδικότερα της πέμπτης παραγράφου του άρθρου 88. «Δεν είναι δυνατόν το 2030 να εξακολουθώ να διαμορφώνω νομολογία εγώ, που οι εμπειρίες που με διαμόρφωσαν φτάνουν πίσω στο 1970», σχολίασε ο εισηγητής. Ωστόσο διατυπώθηκαν και απόψεις υπέρ της αύξησης του ορίου, με βασικό επιχείρημα την αύξηση του προσδόκιμου ζωής και τη διατήρηση της επαγγελματικής ικανότητας των δικαστών σε μεγαλύτερη ηλικία.

Η αξιοποίηση της εμπειρίας των ανώτερων δικαστικών λειτουργών αποτέλεσε μια ενδιάμεση πρόταση που κατατέθηκε στη συζήτηση, όταν σύμβουλος πρότεινε τη δημιουργία θεσμού «ομότιμων δικαστών», οι οποίοι μετά τη συμπλήρωση θα μπορούν να παραμένουν στο δικαστικό σώμα έως το 70ό ή και το 72ο έτος της ηλικίας τους, εκτός επετηρίδος και με περιορισμένα καθήκοντα, παράγοντας ποιοτικό έργο και συμβάλλοντας στην επιτάχυνση της δικαιοσύνης.

Κατά της αύξησης των ορίων ηλικίας αφυπηρέτησης των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών τάχθηκε η πλειοψηφία των μελών της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, με το 71,9% να υποστηρίζει τη διατήρηση του ισχύοντος καθεστώτος. Διαφορετική προσέγγιση από εκείνη που υιοθέτησαν το ΣτΕ και η ΕνΔΕ διατύπωσε η Ενωση Εισαγγελέων Ελλάδος, η οποία τάχθηκε υπέρ της αύξησης του ηλικιακού ορίου, λαμβάνοντας υπόψη τα ισχύοντα σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Nα καταλαμβάνουν δημόσιες θέσεις οι δικαστές μετά την αφυπηρέτησή τους;

Η πρόταση της Ν.Δ. για το άρθρο 89 απαγορεύει σε εν ενεργεία ή διατελέσαντες δικαστικούς λειτουργούς επί τριετία μετά την αποχώρησή τους από το σώμα τη συμμετοχή με οποιαδήποτε ιδιότητα στην κυβέρνηση και την τοποθέτηση σε πολιτικές θέσεις. Με σαφή πλειοψηφία 72,45% τα μέλη της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων τάχθηκαν υπέρ της κυβερνητικής πρότασης, ενώ το 27,55% στήριξε τη διατήρηση του ισχύοντος καθεστώτος.

Την επέκταση των περιορισμών που ισχύουν για τους εν ενεργεία δικαστές στα δύο χρόνια μετά την αφυπηρέτησή τους προτείνει η Διοικητική Ολομέλεια του ΣτΕ, καθώς, όπως επισημάνθηκε, «βασική έκφανση της δικαστικής ανεξαρτησίας αποτελεί ότι ο δικαστής όχι μόνο είναι, αλλά και φαίνεται ανεξάρτητος από τις δύο άλλες εξουσίες».

Ρητή απαγόρευση συμμετοχής δικαστικών λειτουργών στην κυβέρνηση εισηγείται και η Ενωση Εισαγγελέων Ελλάδος, ενώ υπέρ της καθιέρωσης κωλύματος διορισμού δικαστικών λειτουργών για ορισμένο χρονικό διάστημα μετά την αφυπηρέτησή τους συντάσσεται και η Ενωση Δικαστικών Λειτουργών του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Όριο ηλικίας – «Δεν είναι δυνατόν το 2030 να διαμορφώνω νομολογία εγώ, που οι εμπειρίες που με διαμόρφωσαν φτάνουν πίσω στο 1970», τόνισε ο εισηγητής της Διοικητικής Ολομέλειας του ΣτΕ για το ενδεχόμενο αύξησης του ορίου ηλικίας αφυπηρέτησης.

Nα εκλέγει η κυβέρνηση την ηγεσία των ανωτάτων δικαστηρίων;

Στις προτάσεις της η Ν.Δ. προκρίνει την επιλογή της ηγεσίας των δικαστηρίων από ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή μεταξύ των αρχαιότερων δικαστών, χωρίς κυβερνητική παρέμβαση.

Για το ζήτημα αυτό, το ΣτΕ κατέγραψε τις απόψεις των μελών του, με την επικρατούσα τάση να υποστηρίζει τη διατήρηση της συμμετοχής της εκτελεστικής εξουσίας στην επιλογή των προεδρείων, αλλά με ενισχυμένο ρόλο των ολομελειών των ανωτάτων δικαστηρίων. Παράλληλα, σύμβουλος υποστήριξε ότι τα προεδρεία πρέπει να επιλέγονται αποκλειστικά από τους δικαστές, θέση που βρήκε υποστήριξη στην Ολομέλεια. Αντιθέτως, αρκετά μέλη τάχθηκαν υπέρ της διασταύρωσης των λειτουργιών, επισημαίνοντας ότι «ένα σύστημα επιλογής αποκλειστικά από δικαστές δεν παρέχει εγγυήσεις ούτε εξωτερικής ούτε εσωτερικής λογοδοσίας», ενώ εξέφρασε φόβους για δημιουργία ομάδων πίεσης στο δικαστικό σώμα. Κατά τη συζήτηση, κατεγράφη πρόταση που θέλει την τελική επιλογή να ανατεθεί στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Σχεδόν ομόφωνα υπέρ της αναθεώρησης του τρόπου επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης τάχθηκαν τα μέλη της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, καθώς το 96,03% υποστήριξε την αναθεώρηση του άρθρου 90 παρ. 5 του Συντάγματος, ώστε να θεσπιστεί δεσμευτική προεπιλογή των υποψηφίων για τις θέσεις των προέδρων και αντιπροέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων και του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου από το ίδιο το δικαστικό σώμα. Οι τρεις επικρατέστεροι υποψήφιοι για κάθε θέση θα τίθενται στην κρίση ειδικής επιτροπής της Βουλής, η οποία θα λαμβάνει την τελική απόφαση.

Από την πλευρά της η Ενωση Εισαγγελέων Ελλάδος προτείνει η επιλογή των προέδρων και αντιπροέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων να γίνεται με προεδρικό διάταγμα, κατόπιν αποφάσεως ειδικής κοινοβουλευτικής επιτροπής, μεταξύ των τριών υποψηφίων που θα έχουν συγκεντρώσει τις περισσότερες ψήφους από τις οικείες ολομέλειες.

Ενα «υβριδικό» μοντέλο προτείνει η Ενωση Δικαστικών Λειτουργών του Ελεγκτικού Συνεδρίου, επιχειρώντας να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη «απομάκρυνσης» της κυβέρνησης από την επιλογή της δικαστικής ηγεσίας και στη διατήρηση της δημοκρατικής νομιμοποίησης της διαδικασίας. Για τον λόγο αυτό προτείνει η Βουλή να επιλέγει τους προέδρους των ανωτάτων δικαστηρίων, τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και τους γενικούς επιτρόπους μεταξύ τριών υποψηφίων που θα έχουν προηγουμένως αναδείξει με μυστική ψηφοφορία οι ολομέλειες των οικείων δικαστηρίων, ενώ οι αντιπρόεδροι να εκλέγονται αποκλειστικά από τους συναδέλφους τους, με τριετή θητεία και δυνατότητα μιας μόνο επανεκλογής.

Να ιδρυθεί Συνταγματικό ∆ικαστήριο;

Αρνητικά και με ευρεία πλειοψηφία (50 ψήφοι έναντι 3) απάντησε το ΣτΕ. Κατά τη συζήτηση, σύμβουλος του ΣτΕ υπενθύμισε ότι το ζήτημα επανέρχεται από το 1986, με υποστηρικτές, μεταξύ άλλων, τους Νίκο Αλιβιζάτο, Ξενοφώντα Κοντιάδη και Ιωάννη Σαρμά, οι οποίοι επικαλούνται την ανάγκη «ταχύτερης δικαστικής κρίσης» και «ενιαίας νομολογίας». Ωστόσο, κατά την ίδια, πίσω από τις προτάσεις αυτές «διαφαίνεται έλλειψη εμπιστοσύνης έναντι των τακτικών δικαστών, ιδίως έναντι αυτών του Συμβουλίου της Επικρατείας».

Καθαρό προβάδισμα υπέρ της διατήρησης του ισχύοντος συστήματος δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων κατέγραψε και η ψηφοφορία της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων. Από τους 1.243 συμμετέχοντες, οι 958 (77,07%) τάχθηκαν υπέρ της διατήρησης του διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου, ενώ 285 (22,93%) υποστήριξαν την ανάθεση της σχετικής αρμοδιότητας σε ειδικό Συνταγματικό Δικαστήριο.

Ανάλογη ήταν και η θέση της Ενωσης Δικαστικών Λειτουργών του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η οποία υποστηρίζει ότι με το ισχύον σύστημα η συνταγματικότητα ενός νόμου κρίνεται «όχι αφηρημένα και αποκομμένα από τις πρακτικές συνέπειες της εφαρμογής του», αλλά με βάση τα πραγματικά και νομικά δεδομένα κάθε υπόθεσης. Κατά την εκτίμησή της, ο προληπτικός έλεγχος ενέχει τον κίνδυνο να αποκτήσει «θεωρητικό και αφηρημένο χαρακτήρα», χωρίς να μπορούν να προβλεφθούν οι συνέπειες εφαρμογής ενός νόμου.

Να καταργηθεί ο νόμος περί ευθύνης υπουργών;

Από την επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, Λάουρα Κοβέσι, μέχρι τα κόμματα του ελληνικού Κοινοβουλίου, τους δικαστές, τους συνταγματολόγους και μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης, η ανάγκη αλλαγής του άρθρου 86 του Συντάγματος θεωρείται πλέον επιβεβλημένη. Η ομοφωνία βεβαίως σταματάει κάπου εκεί, αφού στη συνεδρίαση της Επιτροπής Αναθεώρησης της Βουλής όλοι συμφώνησαν πως θέλουν αλλαγή, αλλά ο καθένας προτείνει μια διαφορετική.

Στους δικαστικούς κύκλους, πάντως, η κατάργηση του άρθρου 86 συγκέντρωσε τη συντριπτική στήριξη των μελών της ΕνΔΕ, με το 92,34% να τάσσεται υπέρ της μεταφοράς της αρμοδιότητας αποκλειστικά στην τακτική Δικαιοσύνη, όπως ο νόμος ορίσει, αντί της σημερινής διαδικασίας που προβλέπει πρωτοβουλία και αρμοδιότητα της Βουλής.

Την απεμπλοκή της Βουλής από τη διαδικασία της προκαταρκτικής εξέτασης και της κατάρτισης πρότασης για την άσκηση ποινικής δίωξης κατά μελών της κυβέρνησης εισηγείται η Ενωση Δικαστικών Λειτουργών του Ελεγκτικού Συνεδρίου, προτείνοντας την ανάθεση της προκαταρκτικής εξέτασης σε συμβούλιο τριών αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου, που θα κληρώνονται κάθε χρόνο από τον πρόεδρο της Βουλής σε δημόσια συνεδρίαση. Μετά την ολοκλήρωσή της, το συμβούλιο θα εισηγείται στη Βουλή την άσκηση ή μη ποινικής δίωξης, ενώ η τελική απόφαση θα εξακολουθεί να ανήκει στην Ολομέλεια, με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών.
πηγή: kathimerini.gr
επιμέλεια: Σπύρος Γκανής

Δημοσίευση σχολίου

Νεότερη Παλαιότερη