Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ηλίας Ιωακείμογλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ηλίας Ιωακείμογλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πίσω από τον εκλογικό θρίαμβο της ΝΔ (Μια ματιά στο εσωτερικό του κοινωνικού μπλοκ εξουσίας)

Μπορούμε να διαμορφώσουμε πολιτικό πρόγραμμα, πολιτικό σχέδιο με ηγεμονικές αξιώσεις; Δηλαδή σχέδιο στο οποίο οι υποτελείς κοινωνικές τάξεις να αναγνωρίζουν το συμφέρον τους και τις αξίες τους; Τότε θα έχουμε συγκεντρώσει τον λαό της Αριστεράς γύρω από το πρόγραμμα, και τότε θα μπορούμε να συγκροτήσουμε ταξικές συμμαχίες που θα σχηματίζουν το κοινωνικό μπλοκ εξουσίας των υποτελών κοινωνικών τάξεων.

 Ηλίας Ιωακείμογλου *

Η νίκη της ΝΔ στις εκλογές εξηγείται από την συσπείρωση της κοινωνικής Δεξιάς, του λαού της Δεξιάς, κάτω από το πολιτικό σχέδιο της ΝΔ που συγκρότησε ταξικές συμμαχίες της αστικής τάξης σε τρεις κατευθύνσεις: προς την παραδοσιακή ή παλαιά μικροαστική τάξη, προς την νέα μικροαστική τάξη των μισθωτών, και προς τις λαϊκές τάξεις-στηρίγματα της Δεξιάς.

Τη συμμαχία με τα παραδοσιακά μικροαστικά στρώματα των εμπόρων, των μικρο-ιδιοκτητών και των μικρών επιχειρήσεων, η αστική τάξη την έχει ήδη αποκαταστήσει με το δεύτερο μνημόνιο, που έκανε πραγματικότητα το πιο τρελό όνειρο της επιχειρηματικής τάξης: την πλήρη υποταγή των εργαζόμενων τάξεων στις απαιτήσεις του εργοδότη. Η κυβέρνηση Σαμαρά υλοποίησε μια πολιτική συμμαχίας της αστικής τάξης με την παραδοσιακή (ή παλαιά) μικροαστική τάξη με μέσο την ενσωμάτωση ορισμένων κρίσιμων, βραχυπρόθεσμων συμφερόντων της στο κράτος: κατακόρυφη πτώση των μισθών και απελευθέρωση της μαύρης εργασίας, νομιμοποίηση των πιο άγριων μορφών εκμετάλλευσης των μισθωτών, ανεξέλεγκτη φορολογική συμπεριφορά των μικρών επιχειρήσεων, κατάργηση των ωραρίων και περαιτέρω αποδυνάμωση του περιορισμένου ελέγχου που ασκούσε η Επιθεώρηση Εργασίας.

Έτσι, ενώ το πρώτο μνημόνιο βύθιζε στην κρίση τις μικρές επιχειρήσεις περιορίζοντας τις πωλήσεις των προϊόντων τους, με το δεύτερο μνημόνιο και τα νομοθετήματα που ακολούθησαν, η αστική τάξη έθεσε ξανά κάτω από την φτερούγα της τα παραδοσιακά μικροαστικά στρώματα των μικρών επιχειρήσεων, του εμπορίου και της αυτοαπασχόλησης, της μικρής ιδιοκτησίας, της φοροδιαφυγής και της αδήλωτης εργασίας, της εργοδοτικής αυθαιρεσίας και του δεσποτισμού του αφεντικού. Η δε κυβέρνηση του Σύριζα δεν μπόρεσε ή δεν ήθελε να διαταράξει το μνημονιακό πλαίσιο που είχε αλλάξει ριζικά τον συσχετισμό δυνάμεων μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου ήδη μέχρι το 2015. Εν συνεχεία, η κυβέρνηση της ΝΔ, συνέχισε και εμβάθυνε την αλλαγή του ταξικού συσχετισμού δυνάμεων σε βάρος της εργασίας.

Αλλά και με την νέα μικροαστική τάξη των μισθωτών, των ανώτερων και μεσαίων στελεχών του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα, η αστική τάξη ανασυγκροτεί τις συμμαχίες της ήδη από τα χρόνια της κυβέρνησης Σαμαρά. Σε αντίθεση με την παλαιά μικροαστική τάξη των εμπόρων και της μικρής παραγωγής, που είναι μια τάξη δομικά συντηρητική, η νέα μικροαστική τάξη των πτυχιούχων, της ειδικευμένης διανοητικής εργασίας, που καταλαμβάνουν τις μεσαίες και ανώτερες θέσεις της ιεραρχίας των επιχειρήσεων και της κρατικής γραφειοκρατίας, που συχνά ασκούν επίβλεψη σε άλλους εργαζόμενους, που οργανώνουν και διευθύνουν την παραγωγή για λογαριασμό του κεφαλαιοκράτη και την κρατική μηχανή για λογαριασμού της αστικής τάξης στο σύνολό της, που είναι γενικά κοσμοπολίτες και διαθέτουν κουλτούρα που τους επιτρέπει να γεύονται τα πολιτιστικά προϊόντα και τα εμπορεύματα από όποια γωνιά της Γης και εάν προέρχονται, που είναι η κυβερνώσα τάξη (όχι η άρχουσα, αλλά η κυβερνώσα τάξη), είναι μια τάξη που δέχεται τις δυνάμεις της αλλαγής, είτε με την μορφή των αριστερών ιδεών είτε με τη μορφή του νεοφιλελευθερισμού, της σοσιαλδημοκρατίας κ.λπ. Πρόκειται επομένως για μια τάξη με επαμφοτερίζουσα πολιτική συμπεριφορά, που εκφράζει όμως ιδεολογικά και πολιτικά κάθε μορφή «προόδου» και εκσυγχρονισμού. Αυτός ο επαμφοτερίζων χαρακτήρας της θεμελιώνεται και στο γεγονός ότι η νέα μικροαστική τάξη, αν και τάξη μισθωτών, συσσωρεύει περιουσιακά στοιχεία, προσόδους και εξασφαλίζει έμμεση συμμετοχή στα κέρδη χάρη στη θέση της στις επιχειρήσεις και στο κράτος. Μετά το 2015, η Δεξιά ενίσχυσε τους δεσμούς της με την νέα μικροαστική τάξη και έβαλε κάτω από την ομπρέλα της ένα μεγαλύτερο μέρος της, επειδή με την παρακμή του Σύριζα η αριστερή εκδοχή της «προόδου» και του εκσυγχρονισμού υποχώρησε.

Οι μικροαστοί ως ταξικοί διαμεσολαβητές

Οι δύο μερίδες της μικροαστικής τάξης συγκροτούν δύο πρακτικές ιδεολογίες, δηλαδή δύο πρότυπα πρακτικών κανόνων για τον «σωστό τρόπο» να εργάζεσαι, να ζεις την καθημερινή σου ζωή, να αναπαράγεσαι βιολογικά, πολιτισμικά και ηθικά ώστε να μπορείς να ενταχθείς αρμονικά στην γενική κίνηση του κεφαλαίου και στο παιχνίδι του αστικού κράτους στο κοινωνικό σου περιβάλλον. Αυτές οι πρακτικές ιδεολογίες διαχέονται στη συνέχεια στις εργαζόμενες τάξεις, στο προλεταριάτο και το πρεκαριάτο, στους άνεργους, στο ημι-προλεταριάτο των υπηρεσιών και της διανοητικής εργασίας, ως πρότυπα που επιβάλλονται ενάντια στην αυθόρμητη ταξική ιδεολογία τους. Ο μικροαστισμός στις δύο εκδοχές του, παραδοσιακός και νέος, διαχέεται έτσι σε όλες τις κοινωνικές τάξεις πλην της αστικής.

Αυτή η «μικρο-αστικοποίηση» των εργαζόμενων τάξεων πραγματοποιείται με διαύλους επικοινωνίας μεταξύ των δύο μερίδων της μικροαστικής τάξης και των εργαζόμενων τάξεων, των ανέργων, των περιθωριοποιημένων κλπ που επιτρέπουν σε κάθε μία από τις δύο μικροαστικές μερίδες να αναλαμβάνει περιστασιακά τον ρόλο του μεσολαβητή μεταξύ της αστικής τάξης και των λαϊκών τάξεων: Η παραδοσιακή μικροαστική ιδεολογία απευθύνεται στα πιο φτωχά, αμόρφωτα και καθυστερημένα στρώματα των υποτελών κοινωνικών τάξεων που έχουν αγκυροβολήσει στο παρελθόν και θα ήθελαν να σταματήσουν κάθε πρόοδο: απευθύνεται στους ηττημένους της αγοράς, σε νοικοκυρές που εκκλησιάζονται ανελλιπώς, σε ηλικιωμένους που κρατάνε στα χέρια τους με πάθος τα πενιχρά περιουσιακά στοιχεία της οικογένειας, στους επαγγελματίες του σκοινιού και του παλουκιού, σε ταγματασφαλίτες και εθνικιστές, θρησκόληπτους, δεισιδαίμονες και παπάδες, στρατιωτικούς, ένστολους και απόμαχους της Καρφίτσας, σε εργάτες χωρίς αισθήματα αλληλεγγύης, σε χαμηλόμισθους δημόσιους υπάλληλους των οποίων η μέγιστη φιλοδοξία ικανοποιήθηκε με την ασφάλεια που προσφέρει μία θέση στο Δημόσιο, σε μια μερίδα ανέργων που δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί τη μοίρα της ως συλλογική υπόθεση.

Η έλξη μεταξύ αυτής της πλέον καθυστερημένης συντηρητικής μερίδας των υποτελών κοινωνικών τάξεων και της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης εδράζεται στην απέχθεια που τρέφουν αμφότερες έναντι κάθε μορφής προόδου: ενώ η δική τους ευημερία ή ακόμη και η διατήρηση των ελάχιστων αγαθών με τα οποία επιβιώνουν, βρίσκεται στην κοινωνική «σταθερότητα», όπως ονομάζουν τη στασιμότητα, βρίσκονται αντιμέτωποι με την διάθεση και την τάση της αστικής τάξης να συγκεντρώνει και να συγκεντροποιεί την παραγωγή, να αλλάζει την καθημερινή ζωή και την κοινωνικοποίηση των ατόμων προκειμένου να μεγιστοποιεί τα κέρδη της και να ξεπερνάει τις κρίσεις της. Από την άλλη, βρίσκονται αντιμέτωποι με τον χειρότερο εφιάλτη τους, τους κομμουνιστές, αυτούς που θέλουν να φέρουν τα πάνω κάτω. Η στασιμότητα, η ησυχία, η τάξη και η ασφάλεια που επιδιώκουν, τόσο οι παραδοσιακοί μικροαστοί όσο και το συντηρητικό λαϊκό πλήθος, είναι όροι για να μην απαξιωθούν τα περιουσιακά τους στοιχεία, μικρά, μικροσκοπικά ή μεγαλύτερα, η θέση που με κόπο κατέκτησαν στο εμπόριο, στην παραγωγή ή τον υπόκοσμο ή στα κοινωνικά δίκτυα που παρέχουν αμοιβαίες εξυπηρετήσεις, η θέση που κατέκτησαν στην περιφέρεια του κρατικού πελατειακού συστήματος, στο σύστημα αξιών που τους επιτρέπει να κρατούν τους συγγενείς στην πειθαρχία που αρμόζει στην ιδιοτέλεια της οικογένειας ως μονάδας συμπύκνωσης συμφερόντων ή να κρατούν τους πιο αδύναμους στην πειθαρχία του κοινωνικού δαρβινισμού που επικρατεί στον κόσμο τους. Για το μέλλον, ούτε η παραδοσιακή μικροαστική τάξη ούτε τα πιο καθυστερημένα στοιχεία της λαϊκής Δεξιάς δεν έχουν να προτείνουν, ούτε επιθυμούν, κάποια αλλαγή. Εγκλωβισμένοι ανάμεσα στις δύο δυνάμεις κοινωνικής αλλαγής, την αστική τάξη και την μισθωτή εργασία, απειλούνται από παντού με προλεταριοποίηση. Γίνονται γι’ αυτό ο υπέρμαχος όλων των συντηρητικών αξιών, από την πατρίδα, την θρησκεία και την οικογένεια, έως την αστυνομία, την θανατική ποινή και τον σεξισμό. Συμμετέχουν έτσι στο μπλοκ εξουσίας χάρη στη συγκρότηση του νέου αυταρχικού κράτους της νέας μεγάλης δεξιάς παράταξης που συγκροτήθηκε υπό την ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Εκτός από την παραδοσιακή της μορφή, όμως, η ταξική διαμεσολάβηση της μικροαστικής τάξης έχει και μια μοντέρνα εκδοχή, αυτήν που αντιστοιχεί στην νέα, σύγχρονη μικροαστική τάξη. Στην τάξη αυτή υπάρχει, κατ’ αρχάς, μια μερίδα που ανήκει ψυχή τε και σώματι στην αστική τάξη. Πρόκειται για τα εισοδηματικά ανώτερα στρώματα της νέας μικροαστικής τάξης που αναλαμβάνουν καθήκοντα του κεφαλαιοκράτη στο όνομά του και για λογαριασμό του: Ανώτατα και ανώτερα διευθυντικά στελέχη των μεγάλων και μεσαίων ιδιωτικών επιχειρήσεων, ιδεολόγοι της αγοράς και ημιμαθείς νεοφιλελεύθεροι, συγγραφείς και καλλιτέχνες της χρυσής εποχής του ελληνικού νεοφιλελευθερισμού και του lifestyle, οπαδοί του κοινωνικού δαρβινισμού διά των αγορών, και σαν τέτοιοι, ανεκτικοί θεατές του κοινωνικού δαρβινισμού των ακροδεξιών και του ναζισμού της Χρυσής Αυγής.

Αυτή όμως είναι η μία πλευρά των πραγμάτων, η μία πλευρά της νέας μικροαστικής τάξης: Εξαιτίας της ενδιάμεσης αντικειμενικής ταξικής θέσης της, και «μορφωμένη» καθώς είναι, μπορεί να αποδέχεται τις δυνάμεις της αλλαγής, είτε με την μορφή των αριστερών ιδεών είτε με τη μορφή του νεοφιλελευθερισμού, της σοσιαλδημοκρατίας κ.λπ. Βρίσκεται έτσι διαιρεμένη ανάμεσα στην Αριστερά και την Δεξιά ως ενδιάμεσος που είναι σε θέση να εξηγεί στους μεν «επάνω» γιατί πρέπει να υποχωρήσουν κατά τι (στο πνεύμα ότι «όλα πρέπει να αλλάξουν για να μείνουν ίδια»), στους δε «κάτω» τι μπορούν να διεκδικήσουν και με ποιον τρόπο. Έχοντας αυτά τα εφόδια, η νέα μικροαστική τάξη προμηθεύει τις δύο βασικές τάξεις της κοινωνίας, την αστική τάξη και τις εργαζόμενες τάξεις, με τους οργανικούς διανοούμενούς τους. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο είναι η κυβερνώσα τάξη, αυτό εξηγεί για ποιον λόγο χορεύει συνήθως μόνη της στην πολιτική σκηνή για λογαριασμό άλλων και δίνει την ψευδή εντύπωση ότι είναι μια πολυπληθής κοινωνική τάξη.

Προφανώς, μετά το 2015, η τάξη αυτή έχει μετατοπιστεί μαζικά προς την πλευρά της αστικής τάξης και του νεοφιλελευθερισμού. Η πολιτική της τοποθέτηση όμως στο στρατόπεδο της Αριστεράς παραμένει διαρκές επίδικο αντικείμενο επειδή ο επαμφοτερίζων χαρακτήρας της είναι διαρκώς παρών (είναι «δομικός», δηλαδή ανεξάρτητος από την μία ή την άλλη συγκυρία).

Οι τάξεις-στηρίγματα της Δεξιάς

Προβληματικό στοιχείο της νέας αστικής συμμαχίας είναι το γεγονός ότι η λαϊκή συντηρητική μερίδα του λαού της Δεξιάς, που θίγεται από την μνημονιακή πολιτική, βρίσκεται μόνον εν μέρει κάτω από την ομπρέλα της ΝΔ. Μια άλλη λαϊκή συντηρητική μερίδα του λαού της Δεξιάς εκφράζεται από την Χρυσή Αυγή, τους Σπαρτιάτες, την Νίκη κ.λπ.· διότι η λαϊκή συντηρητική μερίδα του λαού της Δεξιάς, όταν θίγεται από την κυρίαρχη πολιτική, δεν στρέφεται προς την Αριστερά, αλλά στρέφεται προς τον φασισμό ή την ακροδεξιά για να αμυνθεί στις οικονομικές επιθέσεις που δέχεται από την μεγάλη αστική τάξη. Όταν αντιπολιτεύεται τους αφέντες της, την αστική τάξη, τους αντιπολιτεύεται με τη μορφή ακροδεξιού ή φασιστικού «ριζοσπαστισμού» προκειμένου να επιτύχει έναν νέο ταξικό συμβιβασμό που θα αναχαιτίσει τις δυνάμεις που την συνθλίβουν. Η πολιτική διαρθρωτικών αλλαγών, που ασκήθηκε και θα ασκηθεί και στο μέλλον, από την ΝΔ, προς τους μαγαζάτορες, τους ιδιοκτήτες μικρών επιχειρήσεων που απασχολούν προσωπικό, τους εστιάτορες και προς λοιπά τμήματα μικρής επιχειρηματικότητας, παροχών που παίρνουν τη μορφή φθηνής αδήλωτης εργασίας, συμπίεσης στο ελάχιστο των φορολογικών υποχρεώσεων και κατάργησης όλων των θεσμών που προστάτευαν στο παρελθόν τους εργαζόμενους, είναι μια πολιτική που απομακρύνει την παραδοσιακή μικροαστική τάξη από την Χρυσή Αυγή και την ξαναβάζει κάτω από την ομπρέλα της μεγάλης αστικής τάξης. Αυτό όμως το συμπέρασμα δεν μπορούμε να το γενικεύσουμε στο σύνολο της λαϊκής συντηρητικής βάσης της Δεξιάς, που παραμένει σε μεγάλο βαθμό ένας λαός ηττημένος από την αγορά και τον νεοφιλελευθερισμό. Ο λαός αυτός βρίσκεται, σήμερα, τουλάχιστον κατά το ήμισυ εκτός ΝΔ και απειλεί να τα κάνει γυαλιά-καρφιά μέσω της Χρυσής Αυγής εάν η αστική τάξη και το κράτος της δεν εγγυηθούν ορισμένα ουσιαστικά ωφελήματα στις κοινωνικές μερίδες που παραδοσιακά στήριζαν την Δεξιά και νιώθουν ότι έχουν δώσει και ακόμη δίνουν το αίμα τους για το έθνος και την παράταξη.

Η ταξική ανυπακοή του συντηρητικού λαϊκού πλήθους δεν είναι καθόλου επιφανειακή: H XA αντιστοιχεί σε ένα φασιστικό μουρμουρητό της ελληνικής κοινωνίας που μπορούσαμε να ακούσουμε ήδη από το 1992. Έκτοτε πραγματοποιήθηκε αργόσυρτα και σιωπηλά μια κοινωνική μοριακή αντεπανάσταση που έπιασε το νήμα του εμφύλιου πολέμου, μια αντεπανάσταση έναντι της Μεταπολίτευσης που έδωσε νέα πνοή στον βαθύ λαό της Δεξιάς. Όταν εμφανίστηκε στην κεντρική πολιτική σκηνή η ΧΑ, έφερνε μαζί της στην επιφάνεια την συντηρητική κοινωνική αντεπανάσταση μιας ολόκληρης εικοσαετίας, την ύπαρξη ενός φασιστικού λαού της Δεξιάς.

Για τους λόγους αυτούς, και επειδή μόνον ενωμένος ο λαός της Δεξιάς μπορεί να δίνει την εκλογική νίκη στην παράταξη, η ΝΔ είναι αναγκασμένη να ενσωματώνει τους ψηφοφόρους της ακροδεξιάς ή έστω μία μερίδα τους στα σχέδιά της. Βεβαίως, έχει ήδη προχωρήσει σε αυτήν την κατεύθυνση με την οικοδόμηση ενός νέου εμφυλιοπολεμικού κράτους, που μπορεί και συμφέροντα να καλύπτει και ιδεολογικά να ικανοποιεί τους εθνικόφρονες. Επειδή όμως έχει επιτρέψει τον αποκεφαλισμό της ηγεσίας της ΧΑ, έχει στραφεί εναντίον της πολιτικής εκπροσώπησης μιας πολύ μεγάλης μερίδας της συντηρητικής λαϊκής βάσης της Δεξιάς από την ΝΔ. Επομένως, το μεγάλο στοίχημα για την ηγεσία της είναι να προσεταιριστεί την πληγωμένη εκλογική βάση μιας ηγεσίας που στιγματίζεται ως εγκληματική από τα ίδια της τα αδέλφια. Εκτός από τα υλικά ανταλλάγματα, εδώ χρειάζεται και μία συναισθηματική αποκατάσταση.

Το δεύτερο στοιχείο της πολιτικής ηγεμονίας

Η πολιτική ηγεμονία, εκτός από το πρώτο στοιχείο της, που είναι η συγκρότηση κοινωνικού συνασπισμού εξουσίας, έχει και ένα δεύτερο στοιχείο, το οποίο είναι η ικανότητα της κυρίαρχης τάξης να παρουσιάζει, διά των πολιτικών αντιπροσώπων της (που είναι τα αστικά πολιτικά κόμματα) πολιτικό σχέδιο στο όνομα του οποίου το ιδιοτελές συμφέρον του κεφαλαίου να μπορεί να εμφανιστεί ως γενικό συμφέρον, έτσι ώστε να αποσπά την συναίνεση μεγάλου μέρους των υποτελών κοινωνικών τάξεων. Αυτό το δεύτερο στοιχείο της πολιτικής ηγεμονίας, στην περίπτωση του αυταρχικού νεοφιλελευθερισμού, είναι εξαιρετικά αδύναμο, για τον πολύ απλό λόγο ότι το πρόγραμμά του είναι έκδηλα εχθρικό προς τα συμφέροντα των υποτελών κοινωνικών τάξεων και τις αξίες.

Αυτό το αδύναμο σημείο της νεοφιλελεύθερης πολιτικής ηγεμονίας δημιουργεί το έδαφος για την παρέμβαση της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς. Είναι το έδαφος επί του οποίου δεν μπορούσαν να σταθούν ο Σύριζα και το Μερα25, και επί του οποίου θα δοκιμαστούν το ΚΚΕ και η εξωκοινοβουλευτική Αριστερά στην διάρκεια της επόμενης τετραετίας, σε σχέση με την ικανότητά τους να παρουσιάσουν αυτόνομο, έναντι της αστικής πολιτικής, ηγεμονικό πολιτικό σχέδιο στο όνομα του οποίου τα συμφέροντα και οι αξίες του λαού της Αριστεράς να συγκροτούν ταξικές συμμαχίες και εν δυνάμει κοινωνικό συνασπισμό εξουσίας.

Μπορούμε να διαμορφώσουμε πολιτικό πρόγραμμα, πολιτικό σχέδιο με ηγεμονικές αξιώσεις; Δηλαδή σχέδιο στο οποίο οι υποτελείς κοινωνικές τάξεις να αναγνωρίζουν το συμφέρον τους και τις αξίες τους; Τότε θα έχουμε συγκεντρώσει τον λαό της Αριστεράς γύρω από το πρόγραμμα, και τότε θα μπορούμε να συγκροτήσουμε ταξικές συμμαχίες που θα σχηματίζουν το κοινωνικό μπλοκ εξουσίας των υποτελών κοινωνικών τάξεων.

Είναι αυτό κάτι το ακατόρθωτο; Συνέβη μία φορά αυθόρμητα, προέκυψε από τα πράγματα χωρίς σχεδιασμό, χωρίς κάποιος να το επιδιώξει, μεταξύ 2010 και 2015, αλλά δεν ήθελαν ούτε ο Σύριζα ούτε το ΚΚΕ να αναλάβουν την εκπροσώπηση του κοινωνικού συνασπισμού που συγκροτήθηκε τότε και εν συνεχεία αυτός διαλύθηκε. Τότε, η ύπαρξή του άφηνε τα σημάδια της στα στατιστικά στοιχεία, τα οποία εν συνεχεία έσβησαν καθώς περνούσαν τα χρόνια.

Οι πολιτικές δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, παρά την σημαντική και πολύτιμη παρουσία τους στα πεδία των κοινωνικών αγώνων, είτε δεν έχουν κατορθώσει να συγκροτήσουν ηγεμονικό πολιτικό σχέδιο είτε δεν μπόρεσαν μέχρι σήμερα να προσεγγίσουν με το πρόγραμμά τους το εθνικό ακροατήριο. Σε κάθε περίπτωση όμως, αυτό το κενό θα έπρεπε τώρα να καλυφθεί ενόψει των μεγάλων κοινωνικών αντιπαραθέσεων που έρχονται. Αυτό πάλι, θα προϋπέθετε να ξαναπιάσουμε ορισμένα νήματα της μαρξιστικής θεωρητικής παράδοσης που έχουν σπάσει ή τα έχουμε παραμελήσει. Ας ανοίξουμε, λοιπόν, την συζήτηση για αυτά.
πηγή: commune.org.gr

Ηλίας Ιωακείμογλου: «Μπροστά στην τέταρτη οργανική κρίση του καπιταλισμού»


Σαράντα τρία χρόνια μετά την Θάτσερ, πυκνώνουν οι ενδείξεις ότι ο νεοφιλελευθερισμός, τουλάχιστον στην σημερινή του μορφή, έχει ολοκληρώσει τον ιστορικό του κύκλο στις χώρες του αναπτυγμένου, ύστερου καπιταλισμού της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής. 


Αυτή είναι η τέταρτη μεγάλη διαρθρωτική κρίση του καπιταλισμού, και είναι διαφορετική από τις προηγούμενες. Είναι μια γενική κρίση χωρίς προηγούμενο: είναι γενική, διότι θίγει σχεδόν το σύνολο των επί μέρους βαθμίδων της οικονομίας και της κοινωνίας.

Κρίση οικονομική που είναι πλέον και
  1. κρίση κλιματική, γεωπολιτική, δημοσιονομική,
  2. κρίση παραγωγικότητας,
  3. που χαρακτηρίζεται τώρα και από χαμηλούς ρυθμούς συσσώρευσης παραγωγικού κεφαλαίου, από υψηλό πληθωρισμό και επιβράδυνση των ρυθμών μεγέθυνσης του ΑΕΠ,
  4. διέρχεται από ύφεση η οποία είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι θα είναι τόσο ρηχή όσο αναγγέλλουν οι επίσημες κυβερνητικές προβλέψεις (διότι αν η κυβέρνηση αναγγείλει βαθιά ύφεση, ενισχύει τις προϋποθέσεις για να πραγματοποιηθεί κιόλας, δημιουργεί, δηλαδή, δυσμενές κλίμα που επιτείνει την ύφεση, και παράγει έτσι μιαν αυτο-πραγματοποιούμενη προφητεία),
  5. επεκτείνεται στις αλυσίδες ανεφοδιασμού των επιχειρήσεων,
  6. διαπλέκεται με την ενεργειακή κρίση, που δεν είναι πρόσκαιρη ούτε οφείλεται απλά και μόνο στον πόλεμο στην Ουκρανία, έχει βαθιές ρίζες και αλληλεπιδρά με την κλιματική κρίση.

Η γενική κρίση αγκαλιάζει και το χρηματοπιστωτικό σύστημα, το χρηματιστήριο, τις τράπεζες, και όλων των ειδών τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον τομέα αυτόν. Προσθέστε σε αυτά και την «ποσοτική χαλάρωση» κατά την οποία οι κεντρικές τράπεζες διοχέτευσαν στην παγκόσμια οικονομία μια γιγαντιαίων διαστάσεων ποσότητα χρήματος που κυκλοφορεί τώρα στην αγορά και μετατρέπεται σε καύσιμο του πληθωρισμού, για τον έλεγχο του οποίου, το σύστημα μας σπρώχνει σε ύφεση, σε λιτότητα, ανεργία και σε νέα μεγάλη απαξίωση της εργασίας. Προσθέστε σε αυτά και τις υγειονομικές κρίσεις, των οποίων η πιθανότητα επανεμφάνισης δεν έχει μειωθεί ουσιαστικά διότι το σύστημα αδυνατεί, ούτε προτίθεται, να λάβει τα αναγκαία μέτρα. Στην γενική κρίση του καπιταλισμού συμμετέχει και η κρίση πολιτικής ηγεμονίας, κρίση ηθικής και πολιτικής νομιμοποίησης του καθεστώτος, με την έννοια ότι οι κυβερνήσεις πλέον δεν είναι σε θέση να εκφωνήσουν σχέδιο εξόδου από την κρίση ώστε να αποσπάσουν τη συναίνεση του πληθυσμού. Για αυτό, για να αναπληρώσουν το κενό στρέφονται στον αυταρχισμό που εμφανίζεται με κυβερνήσεις συμμαχικές με την άκρα δεξιά, με την μετατροπή της αστυνομίας σε πολυάριθμο και εξοπλισμένο στρατό, με τις μυστικές υπηρεσίες που παρακολουθούν όλους τους αντιφρονούντες κ.λπ.

Πρόκειται για οργανική κρίση του καπιταλισμού, εννοώντας με αυτόν τον όρο ότι πρόκειται για κρίση που δεν μπορεί να λυθεί, εκτός εάν γίνουν αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας του οικονομικού συστήματος, στον τρόπο με τον οποίο συνδυάζονται οι επιμέρους λειτουργίες του, εάν αλλάξουν θεσμοί, ο ρόλος του κράτους, τα όργανά του ή ο τρόπος με τον οποίο αυτά αρθρώνονται μεταξύ τους.

Δεν πρόκειται, δηλαδή, για περιοδική κρίση, παροδική, που αντιμετωπίζεται με αύξηση ή μείωση κάποιων μεγεθών (των επιτοκίων, των δημόσιων δαπανών κ.λπ.) για να επανέλθει η οικονομία στο κανονικό, ανοδικό μονοπάτι της.

Η σημερινή οργανική κρίση διακρίνεται από τις προηγούμενες τρεις, στις οποίες το σύστημα έδωσε λύση είτε με μια τεχνολογική επανάσταση (1895) είτε με ηγεμονικό πολιτικό σχέδιο (δεκαετία του 1930, Ρούσβελτ, κεϊνσιανισμός / δεκαετία του 1980, Θάτσερ, Ρήγκαν, νεοφιλελευθερισμός), κατά το ότι τώρα, κανένας δεν έχει ιδέα ποια είναι η έξοδος από την κρίση. Με άλλα λόγια, οι κυβερνήσεις δεν είναι πλέον σε θέση να παρουσιάσουν ένα σχέδιο εξόδου, όπως έγινε τις προηγούμενες φορές, ούτε υπάρχει τεχνολογική επανάσταση, όπως ισχυρίζονται πολλοί δημοσιογράφοι και επιχειρηματίες. Κυκλοφορεί, βέβαια, η ιδέα ότι είμαστε στο μέσο μιας τεχνολογικής επανάστασης αλλά αυτό δεν επαληθεύεται από τα στατιστικά στοιχεία. Αν υπήρχε τέτοια επανάσταση θα έπρεπε να βλέπουμε την παραγωγικότητα να ανεβαίνει αλματωδώς. Υπάρχουν μεμονωμένοι τομείς, όπως η ιατρική και η επιστήμη των υλικών, όπου όντως υπάρχει μεγάλη τεχνολογική πρόοδος, πλην όμως δεν υπάρχει στο σύνολο της οικονομίας. Αυτό οδηγεί στην συνεχή επιβράδυνση της παραγωγικότητας της εργασίας σε όλες τις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού. Υπάρχουν ακόμα και χώρες στις οποίες όχι μόνο επιβραδύνεται αλλά μειώνεται η παραγωγικότητα, και η Ελλάδα είναι μία από αυτές.

Το πεδίο του κοινωνικού ανταγωνισμού που ανοίγεται μπροστά μας

Ο νεοφιλελευθερισμός δεν διαθέτει πλέον ηγεμονικό σχέδιο: ισχυριζόταν ότι «απελευθερώνει» τις αγορές για να ευνοήσει τα κέρδη των επιχειρήσεων, τα οποία στην συνέχεια θα διαχέονταν κατά κάποιο τρόπο στο σύνολο της οικονομίας (από τα πάνω προς τα κάτω). Ήταν ένα ηγεμονικό σχέδιο, με την έννοια ότι εμφάνιζε το ιδιοτελές συμφέρον των επιχειρήσεων ως συμφέρον ολόκληρης της κοινωνίας -όμως σε βάθος χρόνου. Αυτή η ετεροχρονισμένη υπόσχεση ήταν εύθραυστη εξαρχής, ακριβώς επειδή ήταν στον διηνεκές ετεροχρονισμένη, αλλά τώρα έχει προφανώς διαψευσθεί, και ο νεοφιλελευθερισμός είναι γυμνός, έχει κάνει τον κύκλο του – αν μη τι άλλο στην παρούσα, αμιγή, μορφή του.

Η δε σοσιαλδημοκρατία, αλλά και η σοσιαλδημοκρατική πολιτική από όποιον και αν ασκείται, δεν έχει πλέον καμμία θέση στο σημερινό τοπίο των ταξικών ανταγωνισμών, διότι η υλική προϋπόθεσή της ήταν οι μακροχρόνιες και μεγάλες αυξήσεις της παραγωγικότητας της εργασίας που επέτρεπαν τον παράδοξο συνδυασμό να βελτιώνεται η αγοραστική δύναμη του μισθού και ταυτοχρόνως να πραγματοποιείται αναδιανομή της εργασίας σε βάρος των μισθωτών. Αυτή η δυνατότητα, η υλική βάση της σοσιαλδημοκρατίας, σήμερα δεν υπάρχει.

Γι’ αυτό και έχουμε έναν αχαλίνωτο πολεμικό καπιταλισμό, επιθετικό έναντι των εργαζόμενων τάξεων, διότι η μοναδική του διέξοδος είναι η εντατικοποίηση της εργασίας και η ελευθερία του κεφαλαίου να εκμεταλλεύεται την εργασία ασύδοτα και ανεξέλεγκτα. Είναι η κρίση του καπιταλισμού της σχετικής υπεραξίας στο υψηλότερο σημείο της -προς το παρόν. Άλλος δρόμος δεν υπάρχει εκτός από την διαρκή αύξηση της απόλυτης υπεραξίας.

Επιπλέον, ο νεοφιλελευθερισμός δεν επιζητεί μόνο να είναι υψηλή η κερδοφορία, αλλά να είναι υψηλή και ταυτόχρονα αυξανόμενη. Εξάλλου, διαθέτει γι’ αυτό ένα χρηματοπιστωτικό σύστημα το οποίο ελέγχει την επιχείρηση, την επιβραβεύει όταν αυξάνει τα κέρδη της από χρονιά σε χρονιά, αλλά και την τιμωρεί όταν μειώνονται.

Επομένως, ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός είναι αναγκασμένος, πρώτον, να επιζητεί με φανατισμό την μείωση του μεριδίου της εργασίας στο ΑΕΠ, δηλαδή του μεριδίου με το οποίο εμείς καλούμαστε να ζήσουμε, και δεύτερον, να επιζητεί με φανατισμό να απορρυθμίζει την αγορά εργασίας, διότι από αυτό εξαρτάται η ικανότητά του να μειώνει το μερίδιο της εργασίας. Αν το καλοσκεφτείτε, έχουν περάσει σαράντα τρία χρόνια από την άνοδο της Θάτσερ στην κυβέρνηση, και έκτοτε συνεχίζουν αδιαλείπτως να απορρυθμίζουν την αγορά εργασίας, γεγονός που δείχνει πόσο πολύτιμη είναι αυτή η «απελευθέρωση» από τα δεσμά της μισθωτής εργασίας: μια απορρύθμιση χωρίς τέλος. Θα ήταν διαφορετικά τα πράγματα εάν υπήρχε τεχνολογική επανάσταση. Επειδή όμως δεν υπάρχει άλλη διέξοδος, όλη τους η ένταση και όλος ο φανατισμός τους συγκεντρώνεται στην αγορά εργασίας και στην απαξίωση του εμπορεύματος που πωλούν οι μισθωτοί, δηλαδή των εργασιακών ικανοτήτων τους.

Αυτά είναι τα βασικά χαρακτηριστικά το πεδίου του κοινωνικού ανταγωνισμού που ανοίγεται μπροστά μας.
 

Το πέρασμα από τον πληθωρισμό

Ο πληθωρισμός ήταν μια ευκαιρία και την άρπαξαν οι κυβερνήσεις. Είδαν ένα διψήφιο πληθωρισμό να αναπτύσσεται και άφησαν τις επιχειρήσεις να απολαμβάνουν ενός μεγάλου οφέλους, διότι με τον πληθωρισμό μειώνεται το κόστος εργασίας. Οι μισθωτοί έχουν μικρότερη αγοραστική δύναμη, κι αυτό μετατρέπεται σε αύξηση των κερδών (παρά την αύξηση των τιμών της ενέργειας και των πρώτων υλών που επιβαρύνουν το κόστος παραγωγής). Εάν πάρουμε στα σοβαρά τις δηλώσεις κεντρικών τραπεζιτών, της Λαγκάρντ και των άλλων, υπάρχει μεν μεγάλη αποφασιστικότητα να ελεγχθεί ο πληθωρισμός ώστε να μην εξελιχθεί σε υπερ-πληθωρισμό που διαβρώνει την πίστη, την εμπιστοσύνη χωρίς την οποία δεν γίνεται εμπόριο, πλην όμως δεν είναι καθόλου σαφές ότι στο τέλος της διαδικασίας του αποπληθωρισμού θα επιστρέψουμε στον πολύ χαμηλό πληθωρισμό του 2% όπου βρισκόμασταν για πολλά χρόνια. Δεν θα υπάρξει επαναφορά ίσως επειδή, μετά από τόσα χρόνια χαμηλού πληθωρισμού, με τις τωρινές αυξήσεις των τιμών θυμήθηκαν πόσο εύκολα απαξιώνουν την εργασία. Είναι πολύ πιο εύκολο να την απαξιώσεις αφήνοντας την βρώμικη δουλειά στον πληθωρισμό, ενώ είναι δύσκολο να την απαξιώσεις με το τρόπο που συνέβη σ’ εμάς με την πολιτική των μνημονίων.

Επομένως, μετά από τον έλεγχο του υψηλού πληθωρισμού, είναι υπαρκτός ο κίνδυνος να συνεχιστεί η απαξίωση της εργασίας μέσω του πληθωρισμού, αυτήν την φορά όμως με ήπιο τρόπο, πολύ πιο ανεκτό από τους μισθωτούς, λίγο-λίγο, χρονιά με τη χρονιά. Μια τέτοια τακτική μπορεί να αποδώσει σε βάθος δεκαετίας μια πολύ αξιόλογη μείωση του μεριδίου της εργασίας στο ΑΕΠ της τάξης του 10%-15%, που θα έρθει να προστεθεί σε αυτήν που υφίστανται τώρα οι εργαζόμενες τάξεις και σε αυτήν που επέβαλαν τα μνημόνια. Αντίστοιχες θα είναι οι αυξήσεις των κερδών, εκτός εάν τους σταματήσουμε.

Συνοψίζοντας

  1. - Σαράντα τρία χρόνια μετά την Θάτσερ, πυκνώνουν οι ενδείξεις ότι ο νεοφιλελευθερισμός, τουλάχιστον στην σημερινή του μορφή, έχει ολοκληρώσει τον ιστορικό του κύκλο στις χώρες του αναπτυγμένου, ύστερου καπιταλισμού της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής. Ανέκαθεν ήταν δύσκολο για τον νεοφιλελευθερισμό να εμφανιστεί στους πολίτες ως οικονομικό σχέδιο που εξασφαλίζει την γενική ευημερία, τώρα όμως αυτό έχει καταστεί αδύνατο. Αντιθέτως, εμφανίζεται ως ένα σύστημα που προάγει τις εισοδηματικές ανισότητες, την φτώχεια και την υλική στέρηση για μεγάλες μερίδες του πληθυσμού, και την στασιμότητα ή υποχώρηση της υλικής ευημερίας για τις εργαζόμενες τάξεις στο μεγαλύτερο μέρος τους.
  2. - Κατά το παρελθόν, ο νεοφιλελευθερισμός μπορούσε να ισχυρίζεται ότι οι εισοδηματικές ανισότητες, οι χαμηλοί μισθοί, η υλική στέρηση απελευθέρωναν δημιουργικές δυνάμεις της οικονομίας που θα οδηγούσαν σε κατάσταση ευημερίας. Η υπόσχεση όμως αυτή δεν υλοποιήθηκε, και η πλάνη πως ο πλούτος που παραγόταν στην κορυφή της εισοδηματικής πυραμίδας θα διαχεόταν προς την βάση της, έχει διαψευσθεί παταγωδώς. Έτσι, ο νεοφιλελευθερισμός εμφανίζεται σήμερα όχι μόνο ως άδικο οικονομικό σύστημα αλλά και ως αναποτελεσματικό, διότι ευθύνεται για την παρούσα γενικευμένη οικονομική και κοινωνική κρίση.
  3. - Στις τρεις προηγούμενες κρίσεις του, ο καπιταλισμός μπορούσε να προτείνει είτε τεχνολογικές λύσεις είτε συνεκτικά πολιτικά σχέδια με τα οποία διεκδικούσε την πολιτική ηγεμονία, δηλαδή την εκπροσώπηση του γενικού συμφέροντος. Στην παρούσα ιστορική συγκυρία, όμως, η τεχνολογική πρόοδος παραμένει περιορισμένη σε ορισμένους μόνο κλάδους της οικονομίας, η παραγωγικότητα της εργασίας αυξάνεται με πολύ χαμηλούς και μειούμενους ρυθμούς και η δυνητική οικονομική μεγέθυνση (δηλαδή η μέγιστη ταχύτητα με την οποία μπορεί να αναπτύσσεται η οικονομία) μειώνεται. Ο μόνος τρόπος που έχει απομείνει στον καπιταλισμό για να αυξάνει την κερδοφορία είναι η απαξίωση της εργασίας, όχι μέσω αυξήσεων της παραγωγικότητας, αλλά με μειώσεις των ονομαστικών μισθών (όπως στη διάρκεια των μνημονιακών προγραμμάτων στην Ελλάδα και αλλού) και των πραγματικών μισθών (όπως στην παρούσα ιστορική στιγμή μέσω του πληθωρισμού). Για να μπορεί δε να χρησιμοποιεί αυτές τις μεθόδους απαξίωσης των εργασιακών ικανοτήτων των εργαζομένων είναι αναγκασμένος να επιδίδεται στην «απελευθέρωση» των αγορών εργασίας, που διαρκεί δεκαετίες και θα συνεχίζεται στο διηνεκές διότι ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός δεν αρκείται στην υψηλή κερδοφορία, θέλει να είναι και αυξανόμενη (και αυτό δεν είναι αναστρέψιμη επιλογή, είναι επιλογή χτισμένη στους κανόνες λειτουργίας του, είναι στην φύση του δηλαδή).
Μοιραία, ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός, εμφανίζεται σήμερα ως άδικος και συνάμα αναποτελεσματικός, και για αυτόν τον λόγο δεν δικαιούται να αρθρώνει λόγο περί γενικού συμφέροντος. Με το λεξιλόγιο της μαρξιστικής θεωρητικής παράδοσης, δεν μπορεί πλέον να ηγεμονεύει πολιτικά, και ο λόγος που ακόμα κυβερνάει είναι η απουσία συμπύκνωσης των συμφερόντων των υποτελών κοινωνικών τάξεων σε αντικαπιταλιστική πολιτική οργάνωση, σε πρόταση πολιτικής ηγεμονίας.

Οι μορφές πολιτικής οργάνωσης των υποτελών τάξεων

Σε μια τέτοια συγκυρία, ποια είναι άραγε η μορφή οργάνωσης που μπορεί να εκπροσωπεί τα συμφέροντα των υποτελών κοινωνικών τάξεων και να τα συμπυκνώνει σε πρόταση πολιτικής ηγεμονίας, να μετουσιώνει δηλαδή το ιδιαίτερο ταξικό συμφέρον τους σε γενικό συμφέρον;

Είναι προφανές ότι σε αυτά δεν μπορούν να ανταποκριθούν τα πολυσυλλεκτικά πλατιά κόμματα ή πολιτικές οργανώσεις με ασαφές περίγραμμα, χαλαρή οργάνωση, μεταρρυθμιστική λογική και αμυντικό όραμα, που είναι δομημένα με την αρχή της αστικής δημοκρατίας (όπου ο καθένας εκφράζεται ελεύθερα και στο τέλος κάνει ό,τι θέλει η ηγεσία, κορυφαίο παράδειγμα ο Σύριζα) και των οποίων το περιορισμένο βεληνεκές γνωρίζουμε σε πόσες αποτυχίες οδηγεί και πόσες απογοητεύσεις διασπείρει.

Ούτε μπορούν να ανταποκριθούν στις ανάγκες της παρούσας ιστορικής στιγμής, τα κοινωνικά κινήματα, με τον περιστασιακό αντικαπιταλισμό τους, που λειτούργησαν επί δεκαετίες ως χαλαρωτικό υποκατάστατο των ταξικών αντιπαραθέσεων που δεν επιχειρήσαμε.

Χρειαζόμαστε ανταγωνιστικές, αντικαπιταλιστικές πολιτικές οργανώσεις, διότι μόνο αυτές μπορούν να σηκώσουν το βάρος μιας τέτοιας συγκυρίας.

Δεν χρειαζόμαστε μια προοδευτική, δημοκρατική, μεταρρυθμιστική Αριστερά, αλλά οργάνωση (ή οργανώσεις) που αναφέρεται στον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της αστικής κοινωνίας και εν τέλει στον κομμουνισμό, και προς τούτο δεν πελαγοδρομεί στα νερά των νέων κριτικών θεωριών και των κοινωνικών κινημάτων αλλά ξαναπιάνει το σπασμένο νήμα της μαρξιστικής θεωρητικής παράδοσης και πολιτικής πρακτικής: 

Οργάνωση των οποίων τα μέλη δεν είναι χομπίστες αλλά μέλη γενναιόδωρα, που θέλουν επομένως να διαθέσουν τουλάχιστον ένα μέρος του ελεύθερου χρόνου τους και της ελεύθερης ενέργειάς τους στις πολιτικές μάχες μέσα σε συνθήκες ηθικής δέσμευσης, συνέπειας και αλληλεγγύης με τα άλλα μέλη της οργάνωσης, μιας οργάνωσης που καταλαβαίνει ότι ο κομμουνισμός δεν είναι μόνο ένα μελλοντικό στάδιο της κοινωνίας αλλά και ιστορική τάση υπαρκτή μέσα στα πράγματα εδώ και τώρα, που περιμένει να την αναδείξουμε και να την ενδυναμώσουμε.
πηγή: kommon.gr
_________________________

(*) Ο Ηλίας Ιωακείμογλου είναι οικονομολόγος, επιστημονικός σύμβουλος του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ, συγγραφέας σειράς μελετών, άρθρων και βιβλίων για την κρίση και την αναδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας, για τους μισθούς, την μακροοικονομική πολιτική, την απασχόληση και την ανεργία.
© all rights reserved
customized with από: antikry.gr