Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΡΕΥΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΡΕΥΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΕΡΕΥΝΑ / Οι άνθρωποι ζουν περισσότερο, αλλά περνούν πολλά χρόνια με προβλήματα υγείας - Τα στοιχεία για την Ελλάδα

Έρευνα του Ινστιτούτου Μετρήσεων και Αξιολόγησης Υγείας (IHME) του Πανεπιστημίου της Ουάσιγκτον που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «The Lancet Public Health»


Σε όλες τις περιοχές του κόσμου οι γυναίκες ζουν περισσότερο από τους άνδρες, αλλά περνούν και περισσότερα χρόνια με προβλήματα υγείας. Το 2023, το μέσο χάσμα νοσηρότητας για τις γυναίκες ήταν τα 12,1 χρόνια, έναντι 9,3 ετών για τους άνδρες. Το μοτίβο αυτό ήταν σταθερό σε όλες τις κοινωνικοοικονομικές κατηγορίες.


Οι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο -και στην Ελλάδα- ζουν πλέον περισσότερο, ωστόσο περνούν μεγαλύτερο μέρος αυτών των επιπλέον ετών αντιμετωπίζοντας προβλήματα υγείας, σύμφωνα με νέα έρευνα του Ινστιτούτου Μετρήσεων και Αξιολόγησης Υγείας (IHME) του Πανεπιστημίου της Ουάσινγκτον που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «The Lancet Public Health»

.Όπως προκύπτει από τη μελέτη, το χάσμα νοσηρότητας, δηλαδή ο αριθμός των χρόνων που οι άνθρωποι ζουν με κακή υγεία, αυξήθηκε σχεδόν σε όλες τις χώρες και περιοχές του κόσμου που αναλύθηκαν από το 1990 ως το 2023.

Μεταξύ 1990 και 2023, το παγκόσμιο προσδόκιμο ζωής κατά τη γέννηση αυξήθηκε από 64,6 σε 73,8 έτη, ενώ το προσδόκιμο υγιούς ζωής αυξήθηκε από 55,9 σε 63,1 έτη. Ωστόσο, επειδή η αύξηση της επιβίωσης ήταν μεγαλύτερη από την αύξηση των ετών που οι άνθρωποι ζουν με καλή υγεία, το αποτέλεσμα είναι οι άνθρωποι να περνούν περισσότερα χρόνια με χρόνιες παθήσεις και αναπηρίες. Αν και η πανδημία COVID-19 προκάλεσε προσωρινή μείωση τόσο του προσδόκιμου ζωής όσο και του προσδόκιμου υγιούς ζωής, δεν ανέτρεψε τη μακροπρόθεσμη τάση διεύρυνσης του χάσματος νοσηρότητας.

Μέσα σε μόλις μία γενιά, το παγκόσμιο χάσμα νοσηρότητας αυξήθηκε σχεδόν κατά δύο χρόνια, από 8,8 έτη το 1990 σε 10,7 έτη το 2023 (αύξηση κατά 21,9%). Κατά μέσο όρο, οι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο πέρασαν το 14,5% της ζωής τους με κακή υγεία το 2023, έναντι 13,6% το 1990.

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το γεγονός ότι η αύξηση αυτή δεν περιορίζεται πλέον στα τελευταία χρόνια της ζωής. Αντίθετα, καταγράφεται σε όλη τη διάρκεια της ενήλικης ζωής, γεγονός που δείχνει ότι οι άνθρωποι ζουν περισσότερα χρόνια με χρόνιες ασθένειες και αναπηρίες. Λίγες μόλις χώρες είδαν το ποσοστό της ζωής που οι άνθρωποι περνούν με κακή υγεία να μειώνεται.

Το μεγαλύτερο χάσμα στις πλούσιες χώρες

Το βάρος της κακής υγείας διαφέρει σημαντικά μεταξύ χωρών και περιοχών, αλλά και η αύξηση καταγράφηκε και στις επτά μεγάλες γεωγραφικές περιφέρειες του κόσμου που μελετήθηκαν. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το εύρημα ότι οι μεγαλύτερες περίοδοι ζωής με προβλήματα υγείας καταγράφονται συνήθως στις χώρες όπου οι άνθρωποι ζουν περισσότερο.

Το 2023, οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής εμφάνισαν το μεγαλύτερο χάσμα νοσηρότητας παγκοσμίως (14 χρόνια), ενώ ακολουθούσαν η Αυστραλία (13,9 έτη) και ο Καναδάς (13,7 έτη). Γενικότερα, οι χώρες με υψηλότερο Κοινωνικοδημογραφικό Δείκτη (Socio-demographic Index - SDI) παρουσιάζουν τόσο μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής όσο και περισσότερα χρόνια ζωής με κακή υγεία, γεγονός που δείχνει ότι η αύξηση της μακροζωίας δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη βελτίωση της υγείας. Το μικρότερο χάσμα καταγράφηκε το 2023 στην υποσαχάρια Αφρική (9 έτη).

Αύξηση του χάσματος σε Ελλάδα και άλλες ευρωπαϊκές χώρες

Το χάσμα νοσηρότητας διευρύνθηκε σχεδόν παντού στην Ευρώπη, όπως εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ένας από τους συγγραφείς της μελέτης, ο καθηγητής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Ουάσιγκτον και διευθυντής Στρατηγικής Έρευνας στο IHME, Σάιμον Χέι (Simon I. Hay).

Στην Ελλάδα το χάσμα νοσηρότητας το 2023 ήταν 11,9 έτη από 10 το 1990. Πρόκειται για αύξηση 1,9 ετών ή περίπου 18%. Υπολογίζεται ότι οι άνθρωποι στην Ελλάδα περνούν το 14,7% της ζωής τους με κακή υγεία, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό το 1990 ήταν 13%.

Τα παραπάνω, επισημαίνει ο κ. Χέι, τοποθετούν την Ελλάδα περίπου στο μέσο της δυτικής Ευρώπης: κοντά στη Γερμανία (11,9 χρόνια ή 14,7% της ζωής με κακή υγεία), λίγο πιο κάτω από τη Γαλλία (12,5 χρόνια ή 15,2%), το Ηνωμένο Βασίλειο (12,7 χρόνια, 15,7%) και την Ολλανδία (12,9 χρόνια ή 15,7%). Λίγο κάτω από την Ελλάδα βρίσκονται η Ιταλία (11,8 χρόνια ή 14,2%) και η Ισπανία (12,1 χρόνια ή 14,5%).

Σε όλη την Ευρώπη, όπως και στον υπόλοιπο κόσμο, το χάσμα νοσηρότητας οφείλεται στις ίδιες χρόνιες και σε μεγάλο βαθμό μη θανατηφόρες παθήσεις: κυρίως μυοσκελετικές παθήσεις, όπως η οσφυαλγία, ψυχικές διαταραχές, όπως η κατάθλιψη και το άγχος, η ηλικιακή απώλεια ακοής και οι πτώσεις, μαζί με παράγοντες κινδύνου, όπως το υψηλό σάκχαρο στο αίμα, ο υψηλός δείκτης μάζας σώματος και το κάπνισμα.

Οι γυναίκες ζουν περισσότερο, αλλά με περισσότερα προβλήματα υγείας

Σε όλες τις περιοχές του κόσμου οι γυναίκες ζουν περισσότερο από τους άνδρες, αλλά περνούν και περισσότερα χρόνια με προβλήματα υγείας. Το 2023, το μέσο χάσμα νοσηρότητας για τις γυναίκες ήταν τα 12,1 χρόνια, έναντι 9,3 ετών για τους άνδρες. Το μοτίβο αυτό ήταν σταθερό σε όλες τις κοινωνικοοικονομικές κατηγορίες.

Πολλά από τα χρόνια κακής υγείας συνδέονται με παράγοντες κινδύνου που μπορούν να προληφθούν ή να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά. Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι κυριότεροι ήταν τα υψηλά επίπεδα γλυκόζης στο αίμα, ο αυξημένος δείκτης μάζας σώματος, ο παιδικός και μητρικός υποσιτισμός και το κάπνισμα.

Οι ερευνητές καταλήγουν ότι, καθώς οι πληθυσμοί γηράσκουν, απαιτείται μεγαλύτερη έμφαση στην πρόληψη των χρόνιων νοσημάτων, στην καθυστέρηση της αναπηρίας, καθώς και στη διασφάλιση πρόσβασης σε υπηρεσίες αποκατάστασης, ψυχικής υγείας και μακροχρόνιας φροντίδας.

Έρευνα του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ: Υπερεργασία, άγχος και απλήρωτες ώρες

Ο πρόσθετος χρόνος εργασίας δεν συνοδεύεται συχνά από αντίστοιχη αμοιβή. Η υπερεργασία, η απλήρωτη πρόσθετη εργασία και η ένταση του φόρτου συνδέονται με αυξημένη εργασιακή καταπόνηση.

Η υπέρβαση του κανονικού ωραρίου αφορά σημαντικό τμήμα των εργαζομένων και δεν συνοδεύεται πάντα από άμεση χρηματική αποζημίωση. Σχεδόν ένας στους τρεις εργαζομένους, 35,5%, δηλώνει ότι εργάζεται πέρα από το κανονικό του ωράριο.


Η υπέρβαση του ωραρίου εργασίας χωρίς αμοιβή αποτελεί σκληρή πραγματικότητα, καθώς η νέα έρευνα του ΙΝΕ ΓΣΕΕ συνδέει άμεσα την εργασιακή καταπόνηση με το αυξημένο άγχος και τη σωματική επιβάρυνση.

Η έρευνα αποκαλύπτει επίσης μια έντονη έμφυλη διαφοροποίηση στην οικονομική αναγνώριση της πρόσθετης εργασίας. Οι άνδρες πληρώνονται συχνότερα για τις υπερωρίες τους (58,8%), σε αντίθεση με τις γυναίκες, οι οποίες σε ποσοστό 41,1% δηλώνουν ότι μένουν απλήρωτες για τον επιπλέον χρόνο που προσφέρουν. Παράλληλα, το φαινόμενο της υπέρβασης ωραρίου εμφανίζεται διογκωμένο στις μεγάλες επιχειρήσεις, όπου το ποσοστό αγγίζει το 45,4%.

Αναλυτικά η έρευνα ΙΝΕ ΓΣΕΕ : Χρόνος Εργασίας και Εργασιακή Καταπόνηση σημειώνει πως η υπέρβαση του ωραρίου εργασίας αναδεικνύεται σε σταθερή πραγματικότητα για σημαντικό τμήμα των εργαζομένων. Ο πρόσθετος χρόνος εργασίας δεν συνοδεύεται συχνά από αντίστοιχη αμοιβή. Η υπερεργασία, η απλήρωτη πρόσθετη εργασία και η ένταση του φόρτου συνδέονται με αυξημένη εργασιακή καταπόνηση. Το άγχος, η σωματική επιβάρυνση και η συνολική κόπωση αποτελούν τις συχνότερες επιπτώσεις στην υγεία των εργαζομένων.

Συγκεκριμένα το ΙΝΕ ΓΣΕΕ παρουσιάζει το δεύτερο μέρος των ευρημάτων της μεγάλης πανελλαδικής έρευνας για την εργασία, τις δεξιότητες, τη συνεχιζόμενη επαγγελματική κατάρτιση και την ποιότητα της εργασίας των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε σε δείγμα 6.000 εργαζομένων από όλη τη χώρα, με τηλεφωνικές συνεντεύξεις και στρωματοποιημένη τυχαία δειγματοληψία. Η συλλογή δεδομένων έγινε από 3 Νοεμβρίου έως 9 Δεκεμβρίου 2025 από τις εταιρείες Alco, Metron Analysis και Prorata.

Το πρώτο μέρος της έρευνας κατέγραψε ένα εργασιακό τοπίο όπου η επένδυση στη γνώση και τις δεξιότητες δεν αποτυπώνεται στις θέσεις εργασίας που καταλαμβάνουν οι εργαζόμενοι, ενώ η πρόσβαση στη συνεχιζόμενη κατάρτιση παραμένει προνόμιο των λίγων. Το δεύτερο μέρος μεταφέρει την ανάλυση από τη σχέση δεξιοτήτων και θέσης εργασίας στις πραγματικές συνθήκες άσκησής της. Τα ευρήματα αποτυπώνουν την υπέρβαση του ωραρίου εργασίας χωρίς αντίστοιχη αμοιβή, πίεση χρόνου, σωματική και ψυχική καταπόνηση που συνθέτουν μια εικόνα που αναδεικνύει τα διαρθρωτικά προβλήματα της αγοράς εργασίας.

1. Η υπερεργασία ως κανονικότητα: χρόνος εργασίας και υπερωριακή απασχόληση

Η έρευνα αναδεικνύει ότι η υπέρβαση του κανονικού ωραρίου αποτελεί σημαντική πλευρά της καθημερινής εργασιακής εμπειρίας. Οι επιπλέον ώρες δεν αφορούν μόνο τη διάρκεια της εργασίας αλλά και την αμοιβή της. Τα ευρήματα δείχνουν ότι ένα σημαντικό τμήμα των εργαζομένων εργάζεται πέρα από το ωράριό του, ενώ η υπερεργασία αναδεικνύεται ως διαφοροποιημένη, αλλά οριζόντια διάσταση του συνόλου των επιχειρήσεων και των επιμέρους σχέσεων εργασίας.

· Η υπέρβαση του κανονικού ωραρίου αφορά σημαντικό τμήμα των εργαζομένων και δεν συνοδεύεται πάντα από άμεση χρηματική αποζημίωση. Σχεδόν ένας στους τρεις εργαζομένους, 35,5%, δηλώνει ότι εργάζεται πέρα από το κανονικό του ωράριο. Από όσους εργάζονται επιπλέον ώρες, περισσότεροι από τους μισούς, 54,7%, δηλώνουν ότι πληρώνονται για αυτές, ενώ 34,5% δεν πληρώνεται και 8,9% δεν λαμβάνει χρηματική αμοιβή, αλλά άδεια ή ρεπό. Συνολικά, 43,4% δεν λαμβάνει άμεση χρηματική αμοιβή για την πρόσθετη εργασία του. [διαφ. 3, 14]

· Η υπέρβαση του κανονικού ωραρίου αυξάνεται όσο μεγαλώνει το μέγεθος της επιχείρησης, ενώ η ένταση των υπερωριών παραμένει υψηλή και στις μεσαίες επιχειρήσεις. Στις επιχειρήσεις έως 9 εργαζομένων, το 32% δηλώνει ότι εργάζεται πέρα από το κανονικό ωράριο τουλάχιστον μερικές φορές, ενώ στις επιχειρήσεις 250 εργαζομένων και άνω το ποσοστό φτάνει το 45,4%. Ωστόσο, μεταξύ όσων απασχολούνται επιπλέον ώρες, το υψηλότερο ποσοστό έντονης υπερωριακής απασχόλησης, δηλαδή 6 και πάνω επιπλέον ώρες την εβδομάδα, καταγράφεται στις επιχειρήσεις 50–249 εργαζομένων, με 35,6%, και στις επιχειρήσεις 10–49 εργαζομένων, με 35,5%. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η υπερεργασία δεν αφορά μόνο τις μεγάλες επιχειρήσεις, αλλά διατρέχει διαφορετικά μεγέθη επιχειρησιακής οργάνωσης. [διαφ. 6, 12]

· Η αποζημίωση της υπερωριακής απασχόλησης διαφοροποιείται σημαντικά ανά φύλο. Από τους εργαζομένους που απασχολούνται επιπλέον ώρες, οι άνδρες δηλώνουν συχνότερα ότι πληρώνονται για

αυτές, με ποσοστό 58,8%, έναντι 48,9% των γυναικών. Αντίθετα, οι γυναίκες δηλώνουν συχνότερα ότι δεν πληρώνονται για τις επιπλέον ώρες εργασίας, με 41,1%, έναντι 29,9% στους άνδρες. Το εύρημα αποτυπώνει έμφυλη διαφοροποίηση στην οικονομική αναγνώριση της πρόσθετης εργασίας. [διαφ. 15]

· Η μη άμεση χρηματική αποζημίωση των υπερωριών παραμένει υψηλή σε διαφορετικά μεγέθη επιχειρήσεων. Συνολικά, 43,4% των εργαζομένων που απασχολούνται επιπλέον ώρες δηλώνει ότι δεν λαμβάνει άμεση χρηματική αμοιβή, είτε επειδή δεν πληρώνεται είτε επειδή λαμβάνει άδεια ή ρεπό. Το υψηλότερο ποσοστό καταγράφεται στις επιχειρήσεις 10–49 εργαζομένων, με 46,5%, και ακολουθούν οι επιχειρήσεις 250 εργαζομένων και άνω, με 45,3%, καθώς και οι πολύ μικρές επιχειρήσεις έως 9 εργαζομένων, με 44,5%. [διαφ. 18]

· Το ποσοστό μη πληρωμής των επιπλέον ωρών είναι υψηλότερο μεταξύ των εργαζομένων που δηλώνουν συχνότερη υπέρβαση του κανονικού ωραρίου Από όσους εργάζονται πολύ συχνά πέρα από το ωράριό τους, σχεδόν ένας στους δύο, 45,6%, δηλώνει ότι δεν πληρώνεται για τις επιπλέον ώρες εργασίας. Το αντίστοιχο ποσοστό είναι 38% για όσους εργάζονται συχνά πέρα από το ωράριο, 33,5% για όσους το κάνουν μερικές φορές και 31,8% για όσους το κάνουν σπάνια. [διαφ. 20]

2. Παράγοντες εργασιακής επιβάρυνσης και επιπτώσεις στην υγεία.

Η έρευνα αποτυπώνει επίσης τη στενή σύνδεση ανάμεσα στον χρόνο εργασίας και την υγεία των εργαζομένων. Τα ευρήματα δείχνουν ότι η ποιότητα της εργασίας δεν αποτυπώνεται μόνο με βάση τον μισθό ή τον χρόνο εργασίας, αλλά και στις σωματικές και ψυχικές επιπτώσεις που οι ίδιοι οι εργαζόμενοι συνδέουν με την εργασία τους.

· Η εργασιακή καταπόνηση εμφανίζεται ως ευρύ φαινόμενο και δεν περιορίζεται σε ακραίες περιπτώσεις. Οι συχνότεροι παράγοντες επιβάρυνσης είναι η ισχυρή πίεση χρόνου ή ο μεγάλος φόρτος εργασίας, που αναφέρεται από το 60,1% των εργαζομένων, και η παρατεταμένη όρθια ή καθιστική στάση, με 58,8%. Ακολουθούν οι επαναλαμβανόμενες σωματικές κινήσεις, με 31,3%, και άλλες αιτίες που προκαλούν εργασιακό άγχος, με 22,2%. [διαφ. 22]

· Στους εργαζομένους που εργάζονται 11 και πάνω επιπλέον ώρες την εβδομάδα, το 86,2% δηλώνει πίεση χρόνου ή μεγάλο φόρτο εργασίας, το 80,8% παρατεταμένη όρθια ή καθιστική στάση, το 56,3% εργασία στον ελεύθερο χρόνο και το 49,8% επαναλαμβανόμενες κινήσεις. Το εύρημα δείχνει ότι η υπερεργασία δεν αυξάνει μόνο τη χρονική διάρκεια της εργασίας, αλλά συμβάλει και στην ποιοτική της επιδείνωση. [διαφ. 29]

· Η μη αμειβόμενη υπερωριακή εργασία συνδέεται με υψηλότερη ψυχοκοινωνική επιβάρυνση. Οι εργαζόμενοι που δεν αμείβονται για τις επιπλέον ώρες δηλώνουν συχνότερα εργασία στον ελεύθερο χρόνο, 38,4% έναντι 18% όσων αμείβονται, άλλες αιτίες εργασιακού άγχους, 34,3% έναντι 22,1%, περιορισμένη επικοινωνία ή συνεργασία, 25% έναντι 15,5%, και σωματική ή φραστική βία, 17,6% έναντι 9,4%. Η απλήρωτη υπερωριακή εργασία, επομένως, δεν είναι μόνο οικονομικό ζήτημα· συνδέεται με πιο επιβαρυμένες συνθήκες εργασίας. [διαφ. 30]

· Το άγχος αναδεικνύεται στο συχνότερο πρόβλημα υγείας που οι εργαζόμενοι συνδέουν με την εργασία τους, καθώς το 42,1% δηλώνει ότι εμφάνισε ή παρουσίασε επιδείνωση άγχους τους τελευταίους 12 μήνες. Ακολουθούν οι πόνοι σε οστά, αρθρώσεις ή μύες, με 29,4%, οι πονοκέφαλοι ή η κόπωση ματιών, με 28,9%, και η συνολική κόπωση, με 27,3%. [διαφ. 31]

· Οι εργαζόμενοι σε μεγάλες επιχειρήσεις, 250 εργαζομένων και άνω, εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά επιδείνωσης σε βασικούς δείκτες υγείας που σχετίζονται με την εργασία. Το άγχος φτάνει το 46,5%, οι πόνοι σε οστά, αρθρώσεις ή μύες το 35,9%, οι πονοκέφαλοι το 39,1% και η συνολική κόπωση το 33%. Αντίθετα, οι πολύ μικρές επιχειρήσεις, έως 9 εργαζομένων, καταγράφουν χαμηλότερα ποσοστά στους περισσότερους δείκτες. [διαφ. 35]

· Οι εργαζόμενοι που σκέφτονται πολύ συχνά να αλλάξουν εργασία εμφανίζουν συστηματικά υψηλότερα ποσοστά προβλημάτων υγείας που σχετίζονται με την εργασία. Η μεγαλύτερη απόκλιση καταγράφεται στο άγχος, όπου το ποσοστό φτάνει το 63,3%, έναντι 36,2% για όσους δεν σκέφτονται ποτέ την αλλαγή εργασίας. Υψηλότερα είναι επίσης τα ποσοστά στους πόνους σε οστά, αρθρώσεις ή μύες, 45% έναντι 27%, στους πονοκεφάλους, 42,8% έναντι 23%, αλλά και στη συνολική κόπωση, 37,4% έναντι 21,6%. [διαφ. 37]

· Οι εργαζόμενοι που εργάζονται 11 και πάνω επιπλέον ώρες την εβδομάδα εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά επιδείνωσης σε βασικούς δείκτες υγείας. Η μεγαλύτερη απόκλιση καταγράφεται στους πόνους σε οστά, αρθρώσεις ή μύες, όπου το ποσοστό φτάνει το 48,8%, έναντι 30,7% στους εργαζομένους που εργάζονται 1 έως 5 επιπλέον ώρες. Υψηλότερα είναι επίσης τα ποσοστά στο άγχος, 57% έναντι 47,7%, και στη συνολική κόπωση, 45,3% έναντι 29,4%. [διαφ. 38]

· Η επιβάρυνση της υγείας αυξάνεται όσο αυξάνεται ο εβδομαδιαίος χρόνος υπερωριακής απασχόλησης και γίνεται εντονότερη όταν οι επιπλέον ώρες δεν αμείβονται. Στους εργαζομένους που εργάζονται 11 και πάνω επιπλέον ώρες την εβδομάδα, το άγχος φτάνει το 57%, οι πόνοι σε οστά, αρθρώσεις ή μύες το 48,8% και η συνολική κόπωση το 45,3%. Αντίστοιχα, όσοι δεν αμείβονται για τις υπερωρίες δηλώνουν υψηλότερα ποσοστά άγχους, 57,1% έναντι 45,6% όσων αμείβονται, πονοκεφάλων ή κόπωσης ματιών, 44% έναντι 28%, και συνολικής κόπωσης, 40,1% έναντι 27,6%. [διαφ. 39–40]

Συνολικά, τα ευρήματα δείχνουν ότι η ποιότητα της εργασίας δεν μπορεί να αποτιμηθεί μόνο με βάση την ύπαρξη απασχόλησης ή το ύψος των αποδοχών. Ο χρόνος εργασίας, η αμοιβή των επιπλέον ωρών, η ένταση του φόρτου, η εργασιακή ανασφάλεια και οι επιπτώσεις στην υγεία συγκροτούν ένα ενιαίο πεδίο που απαιτεί σοβαρή θεσμική και πολιτική προσοχή. Η υπερωριακή απασχόληση, όταν συνδυάζεται με άνιση ή μηδενική αποζημίωση, αυξημένη πίεση και επιδείνωση της σωματικής και ψυχικής υγείας, δεν αποτελεί απλώς ατομική δυσκολία των εργαζομένων, αλλά ένδειξη βαθύτερων προβλημάτων στην οργάνωση της εργασίας και στο πλαίσιο προστασίας των εργαζομένων. Η συζήτηση για την παραγωγικότητα, την ανταγωνιστικότητα και την ανάπτυξη οφείλει να συνδεθεί πιο ουσιαστικά με το ζήτημα του χρόνου εργασίας, την πραγματική αμοιβή της πρόσθετης εργασίας, την πρόληψη της εργασιακής καταπόνησης και τη διαμόρφωση θέσεων εργασίας που δεν υπονομεύουν την υγεία και την αξιοπρέπεια των εργαζομένων.

Ακολουθεί η έρευνα του ΙΝΕ ΓΣΕΕ, αναλυτικά:




*Επιστημονική Ευθύνη Έρευνας : Χρήστος Γούλας, Γιώργος Αργείτης.
*Επιστημονικά στελέχη : Κώστας Μπουκουβάλας, Δημήτρης Παϊταρίδης.
© all rights reserved
customized with από: antikry.gr