Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα ΗΠΑ. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα ΗΠΑ. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Η επιθετικότητα των ΗΠΑ και οι διεθνείς ανταγωνισμοί


Ποιος προκάλεσε την Ουκρανική κρίση; Ποιος προκαλεί στο Κόσοβο; Ποιος προκαλεί στην Ταιβάν;
Για την επιθετικότητα των ΗΠΑ και τους διεθνείς ανταγωνισμούς.

 


«[…] Ως μια πτυχή της στρατηγικής διάσπασης της Κίνας και της αποθάρρυνσης του καθεστώτος του Πεκίνου, γιατί να μην υποστηρίξουν [οι ΗΠΑ] κατά τον ίδιο τρόπο την ανεξαρτησία του Θιβέτ και της Ταιβάν. […]

Οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να καλλιεργήσουν και να ενθαρρύνουν ομάδες αντιφρονούντων στην Κίνα, όπως έκαναν και στις χώρες υπό σοβιετική κατοχή ή στην ίδια την Σοβιετική Ένωση κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. […] Μια ακραία επιλογή θα ήταν οι δυνάμεις των ΗΠΑ να εκπαιδεύσουν κρυφά και να υποστηρίξουν αντάρτες αυτονομιστές. Υπάρχουν ήδη ρωγμές στο κινέζικο κράτος. Το Θιβέτ είναι ουσιαστικά ένα κατεχόμενο έδαφος. Η Ξινγιανγκ, μια παραδοσιακά μουσουλμανική περιοχή στη δυτική Κίνα, υποθάλπτει ήδη έναν ενεργό αυτονομιστικό κίνημα Ουιγούρων που είναι υπεύθυνο για την οργάνωση μιας χαμηλού επιπέδου εξέγερσης ενάντια στο Πεκίνο. Και οι Ταϊβανέζοι, που παρακολουθούν την αγριότητα του Πεκίνου στο Χονγκ Κονγκ, δεν χρειάζονται ιδιαίτερη ενθάρρυνση για να αντιταχθούν στην επανένωση με αυτή την ολοένα και περισσότερο αυταρχική κυβέρνηση.» Σε τροχιά πολέμου(2017) , Γκράχαμ Άλλισον

Το παραπάνω απόσπασμα από το βιβλίο του Graham Allison-μαθητή του Kissinger- ειλικρινές και συνάμα κατατοπιστικό αποτελεί μια παρέμβαση- ερέθισμα προς την φαντασία των κρατικών αξιωματούχων των ΗΠΑ για τους εναλλακτικούς τρόπους και τις εναλλακτικές στρατηγικές που δύνανται να ακολουθήσουν οι ΗΠΑ για την ανάσχεση της ανόδου της Κίνας χωρίς μια άμεση στρατιωτική σύγκρουση! Την ίδια στιγμή τις τελευταίες ώρες παρακολουθούμε την ένταση των σινοαμερικάνικων σχέσεων με αντικείμενο το ταξίδι της Προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ, Νάνσι Πελόζι.

Εάν επιδιώκει κανείς να αναζητήσει τα αίτια της όξυνσης των διεθνών ανταγωνισμών, τόσο σε οικονομικό επίπεδο, όσο και σε πολιτικό-στρατιωτικό, δεν έχει παρά να κοιτάξει στον ανοιχτό δημόσιο διάλογο που διεξάγεται στις ΗΠΑ και τις στρατηγικές που συζητιώνται και σε τελική ανάλυση τους σχεδιασμούς που υλοποιούνται. Έχει αξία να αναφερθεί κανείς στο γεγονός πως η παραπάνω προσέγγιση δεν είναι καν η περισσότερο φιλοπόλεμη στα πλαίσια αυτής της δημόσιας συζήτησης.

Σε αντίθεση με το κυρίαρχο ιδεολογικό αφήγημα, τουλάχιστον όσον αφορά τον δυτικό κόσμο, πως οι ΗΠΑ αποτελούν τον προμαχώνα της διεθνούς ειρήνης και νομιμότητας και στέλνουν στρατό σε όλες τις γωνιές του πλανήτη για τα ωραία μάτια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δημοκρατίας, η αλήθεια είναι πως η βασική αιτία της όξυνσης των διεθνών στρατιωτικών ανταγωνισμών είναι η εμπρηστική πολιτική στρατηγική των ΗΠΑ. Πολιτική στρατηγική που έχει στο επίκεντρο την με μακροπρόθεσμους όρους ανάσχεση, πίεση και περιορισμό αντιπάλων που θα μπορούσαν να συγκεντρώσουν δυνητικά τις (οικονομικές, πολιτικές και στρατιωτικές) προϋποθέσεις για να αμφισβητήσουν την κυριαρχία των ΗΠΑ.

Αυτή η στρατηγική βρίσκεται εν εξελίξει στην Ουκρανία αλλά και το τελευταίο διάστημα στην Ταϊβάν και την Σιντζιανγκ. Τμήμα αυτού του σχεδιασμού είναι και η κλιμάκωση της κατάστασης στο Βόρειο Κόσσοβο. Το πολιτικό προσωπικό αλλά και οι μηχανισμοί του βαθέως κράτους των ΗΠΑ έχουν την αλαζονεία να εκφέρουν αυτή την στρατηγική βήμα προς βήμα χωρίς καν να νοιώθουν την ανάγκη και την πίεση να κρύψουν τις προθέσεις τους. Οι προθέσεις και οι στοχεύσεις ωστόσο συσκοτίζονται από τον προπαγανδιστικό μηχανισμό που κινητοποιεί η Δύση προκειμένου να ενσωματώσει ιδεολογικά τμήματα των εργαζόμενων στρωμάτων στην δυτική αφήγηση. Σε αυτό το πλαίσιο θα θέσουμε τρία σημεία προκειμένου να αναδείξουμε πως την βασική ευθύνη για τις πρόσφατες εξελίξεις δεν την φέρει ούτε η Ομοσπονδία της Ρωσίας, ούτε η Λαϊκη Δημοκρατία της Κινας ούτε η Σερβία ,κτλ. Την βασική ευθύνη για τις εξελίξεις την φέρει η αμερικάνικη επιθετικότητα.

Πρώτον, οι ΗΠΑ ωθούν διαρκώς προς την ανατροπή του status quo, την παραβίαση διεθνών συμφωνιών, την οικονομική, πολιτική, διπλωματική και στρατιωτική κλιμάκωση. Η παραβίαση της συνθήκης του Μινσκ, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις του ουκρανικού στρατού σε αγαστή συνεργασία με το ΝΑΤΟ στην ανατολική Ουκρανία πριν τις 24 Φεβρουαρίου και εν γένει η συζήτηση για ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ, αποτέλεσε τον βασικό παράγοντα όξυνσης της Ουκρανικής κρίσης. Μπορεί κανείς να πει πως οι ΗΠΑ θα συνεχίσουν τον πόλεμο στην Ουκρανία μέχρι την τελευταία ρανίδα αίματος και του τελευταίου Ουκρανού στρατιώτη.

Αντίστοιχα σήμερα η διακυρηγμένη κατεύθυνση των ΗΠΑ για παροχή στρατιωτικής ασφάλειας στην Ταϊβαν και οι συνεχείς παραβιάσεις της συμφωνίας των Τριών Ανακοινωθέντων (Three Communiqués, 1972, 1979, 1982) στην βάση των οποίων δεν προβλέπονται συναντήσεις επίσημων αξιωματούχων των ΗΠΑ και της Ταϊβάν οδηγεί στην κλιμάκωση μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας. Αποκορύφωμα, σε πρακτικό και συμβολικό επίπεδο, αυτής της στρατηγικής, το πολυσηζητημένο ταξίδι της Νάνσι Πελόζι.

Σε αντίστοιχο πλαίσιο χαμηλότερης έντασης κινείται και η εφαρμογή που προέβλεπε ότι όποιος εισέρχεται στο Κόσοβο με σερβικό δελτίο ταυτότητας όφειλε να προμηθεύεται προσωρινό έγγραφο με το οποίο θα του δίνεται άδεια παραμονής για 90 ημέρες, κίνηση (που εγκαταλείφθηκε προς το παρόν) που δημιουργεί κλιμάκωση μεταξύ ΝΑΤΟ και Σερβίας. Τα παραπάνω δεν δικαιολογούν σε καμία περίπτωση την εφαρμογή στρατιωτικών επιχειρήσεων από τις πλευρές που θίγονται άμεσα. Αναδεικνύουν όμως ποια είναι αυτή η πολιτική που πυροδοτεί την κλιμάκωση και τους ανταγωνισμούς.

Δεύτερον, οι ΗΠΑ είναι εκείνες που κινητοποιούν έναν τεράστιο όγκο πόρων για τον εξοπλισμό τους, τον εξοπλισμό των κρατών-δορυφόρων τους, για την επέκταση, αναβάθμιση και ενεργοποίηση των βάσεων σε όλο τον πλανήτη. Σύμφωνα με τον εκπρόσωπο Τύπου του Λευκού Οίκου για θέματα Εθνικής Ασφαλείας, Τζον Κέρμπι, το συνολικό πακέτο στρατιωτικής βοήθειας των ΗΠΑ προς την Ουκρανία ξεπερνάει τα 8 δις. Το πακέτο στρατωτικής βοήθειας της ΕΕ προς την Ουκρανία είναι της τάξης του 1,5 δις. Αντίστοιχα εμπρηστική είναι η πολιτική των ΗΠΑ όπως αποτυπώνεται στην συμφωνία AUKUS μεταξύ ΗΠΑ-Βρετανίας- Αυστραλίας που προβλέπει και την ναυπήγηση πυρηνοκίνητου υποβρυχίου στην Αυστραλία με την αρωγή των ΗΠΑ, κόστους που ξεπερνάει τα 121 δις δολλάρια,συμφωνία που έχει ως διακηρυγμένο στόχο την αναβάθμιση της στρατιωτικής παρουσίας στην περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού για τον περιορισμό της Κίνας. Αντίστοιχα οι ΗΠΑ εντείνουν τις προσπάθειες τους για την ένταξη και την δημιουργία βάσεων του ΝΑΤΟ στην Σουηδία και την Φινλανδία.

Τρίτον, οι ΗΠΑ επιχειρούν να συντονίσουν ένα μέγάλο αριθμό κρατών για την επιβολή κυρώσεων, οικονομικών εμπάργκο, δευτερογενών κυρώσεων με στόχευση την επέμβαση στο εσωτερικό άλλων κρατών για την αλλαγή των συσχετισμών, την διάσπαση ή την αλλαγή καθεστώτων. Η κατεύθυνση αυτή αποτελεί de facto μια κλιμάκωση στο βαθμό που οι επιπτώσεις των οικονομικών κυρώσεων δεν περιορίζονται για το χρονικό διάστημα που επικρατεί η ένταση αλλά πολύ περισσότερο από αυτό. Οι κυρώσεις ωστόσο πλήττουν συνολικά τα εργαζόμενα στρώματα των κρατών ανεξαρτήτως εμπλοκής ή μη στην μία ή στην άλλη πλευρά.

Στην βάση των παραπάνω η ένταση που δημιουργείται από την συζήτηση για την επίσκεψη της Νάνσι Πελόζι στην Ταϊβαν και οι αντιδράσεις της ΛΔΚ δεν αφορά απλά μια επίσκεψη όπως τα ΜΜΕ στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς επιχειρούν να εμφανίσουν. Δεν αφορά επίσης την παράνοια κάποιου αυταρχικού ηγέτη. (Είναι γνωστό εξάλλου πως όποιος ηγέτης δεν ευθυγραμμίζεται με τις ΗΠΑ και τον δυτικό κόσμο είναι είτε παρανοϊκος είτε αυταρχικός δικτάτορας είτε και και τα δυο μάζι). Αφορά επί της ουσίας την διάρρηξη των όποιων διπλωματικών σχέσεων μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας καθώς προσβάλλεται- πέραν των συμφωνιών- η αρχή της ενιαίας Κίνας καθώς και την επίδειξη και επιβολή της ισχύος των ΗΠΑ τόσο συμβολικά όσο και πρακτικά. Οι κινήσεις αυτές σηματοδοτούν επίσης πως στην νέα φάση που βρίσκονται οι διεθνείς ανταγωνισμοί η αμερικάνικη επιθετικότητα θα δείξει μεγαλύτερη πυγμή και αποφασιστικότητα.

Συνεπώς όποιος αναζητάει τις αιτίες της πολιτικής, οικονομικής και στρατιωτικής αποσταθεροποίησης σε πλανητικό επίπεδο δεν χρειάζεται να ανατρέξει και πολύ μακριά. Ο διεθνής χωροφύλακας του νεοφιλελευθερισμού, οι ΗΠΑ, συνεχίζουν το έργο τους, αυτό φυσικά της αιματοβαμμένης αμερικάνικης ηγεμονίας του “free world”, αδιαφορώντας ως συνήθως για τις συνέπειες και επιπτώσεις αυτού του έργου στις κοινωνίες όλου του πλανήτη.
πηγή: aristerorevma.gr

Η Κίνα προειδοποιεί για αποφασιστικά αντίμετρα μετά την έγκριση των ΗΠΑ για πωλήσεις όπλων 2 δισ. δολαρίων στην Ταϊβάν

     «Η επίδραση του εξοπλισμού είναι περιορισμένη, δεν θα υπονομεύσει τις δυνατότητες της Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού - PLA να περιορίζει τους αυτονομιστές», δήλωσε κινέζος εμπειρογνώμοναςς...


Το υπουργείο Εξωτερικών της Κίνας δεσμεύθηκε χθες Σάββατο να λάβει αποφασιστικά αντίμετρα και να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να υπερασπιστεί σθεναρά την εθνική κυριαρχία, την ασφάλεια και την εδαφική ακεραιότητα, αφού οι ΗΠΑ ενέκριναν σχεδόν 2 δισεκατομμύρια δολάρια σε πωλήσεις όπλων στο νησί της Ταϊβάν.

Το Σάββατο, το Υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ ανακοίνωσε ότι το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ενέκρινε πωλήσεις όπλων 1,988 δισ. δολαρίων στην Ταϊβάν, συμπεριλαμβανομένων των «Εθνικών Προηγμένων Πυραυλικών Συστημάτων Επιφανείας-Αέρος (NASAMS)» και συστημάτων ραντάρ.

Κινέζοι εμπειρογνώμονες είπαν ότι αυτές οι πωλήσεις όπλων αποκαλύπτουν την πρόθεση των ΗΠΑ να εκβιάσουν οικονομικά την περιοχή της Ταϊβάν μέσω της πώλησης όπλων, ενώ ωφελούν τους Αμερικανούς εμπόρους όπλων που μπορούν να επωφεληθούν από την κλιμάκωση των εντάσεων. Σημείωσαν επίσης ότι το τελευταίο πακέτο πωλήσεων όπλων, συμπεριλαμβανομένων των πυραυλικών συστημάτων αεράμυνας που έχουν δοκιμαστεί στην Ουκρανία, θα διαδραματίσει περιορισμένο ρόλο στην ενίσχυση των ικανοτήτων αεράμυνας της Ταϊβάν και δεν θα αποτελέσει απειλή για τις στρατιωτικές επιχειρησιακές δυνατότητες της ηπειρωτικής Κίνας.

Σχολιάζοντας τις τελευταίες πωλήσεις όπλων των ΗΠΑ στην Ταϊβάν, εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών της Κίνας δήλωσε το Σάββατο ότι «οι πωλήσεις όπλων των ΗΠΑ στην περιοχή της Ταϊβάν της Κίνας παραβιάζουν σοβαρά την αρχή της μίας Κίνας και τα τρία κοινά ανακοινωθέντα Κίνας-ΗΠΑ, ειδικά το ανακοινωθέν της 17ης Αυγούστου 1982. Οι πωλήσεις υπονομεύουν σοβαρά την κυριαρχία και τα συμφέροντα ασφάλειας της Κίνας, βλάπτουν τις σχέσεις Κίνας-ΗΠΑ και την ειρήνη και τη σταθερότητα στα στενά της Ταϊβάν και στέλνουν ένα σοβαρά λάθος μήνυμα στις αυτονομιστικές δυνάμεις «ανεξαρτησίας της Ταϊβάν». Η Κίνα καταδικάζει σθεναρά και αντιτίθεται σθεναρά σε αυτό και έχει υποβάλει σοβαρές διαμαρτυρίες με τις ΗΠΑ.

Η απόφαση των ΗΠΑ να χρησιμοποιήσουν την Ταϊβάν για να περιορίσουν την Κίνα και να βοηθήσουν στην προώθηση της ατζέντας «ανεξαρτησίας της Ταϊβάν» εξοπλίζοντας την Ταϊβάν αντίκειται στη δέσμευση των ηγετών των ΗΠΑ να μην υποστηρίξουν την «ανεξαρτησία της Ταϊβάν» και στην προσπάθεια των δύο πλευρών να σταθεροποιήσουν τις σχέσεις Κίνας-ΗΠΑ. Η Κίνα προτρέπει τις ΗΠΑ να σταματήσουν αμέσως να εξοπλίζουν την Ταϊβάν και να σταματήσουν τις επικίνδυνες κινήσεις που υπονομεύουν την ειρήνη και τη σταθερότητα στα στενά της Ταϊβάν, δήλωσε ο εκπρόσωπος.

«Θα λάβουμε αποφασιστικά αντίμετρα και θα λάβουμε όλα τα απαραίτητα μέτρα για να υπερασπιστούμε σθεναρά την εθνική κυριαρχία, την ασφάλεια και την εδαφική ακεραιότητα», σύμφωνα με τον εκπρόσωπο.

Είμαστε σθεναρά αντίθετοι στην πώληση όπλων των ΗΠΑ στην περιοχή της Ταϊβάν της Κίνας και αυτή η θέση είναι συνεπής και σαφής. Οι ΗΠΑ έχουν επανειλημμένα παραβιάσει τη δέσμευσή τους ότι «δεν υποστηρίζουν την ανεξαρτησία της Ταϊβάν», τροφοδοτώντας τις περιπετειώδεις ενέργειες της «ανεξαρτησίας της Ταϊβάν» και υπονομεύοντας την ειρήνη και τη σταθερότητα στα Στενά της Ταϊβάν, δήλωσε εκπρόσωπος του Γραφείου Υποθέσεων Ταϊβάν του Κρατικού Συμβουλίου μετά την έγκριση των ΗΠΑ 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων. σε πωλήσεις όπλων στο νησί της Ταϊβάν.

Η «ανεξαρτησία της Ταϊβάν» είναι θεμελιωδώς ασυμβίβαστη με την ειρήνη στα στενά της Ταϊβάν. Από την ανάληψη των καθηκόντων τους, οι αρχές του Lai Ching-te προσπάθησαν «να βασιστούν στις ΗΠΑ για να επιδιώξουν την ανεξαρτησία» και «να χρησιμοποιήσουν στρατιωτικά μέσα για να επιδιώξουν την ανεξαρτησία», κλιμακώνοντας συνεχώς τη σύγκρουση στα Στενά. Προειδοποιούμε τις αρχές του Lai Ching-te ότι η αγορά όπλων δεν θα φέρει ασφάλεια. θα κάνει την Ταϊβάν πιο επικίνδυνη.

Κλιμάκωση εντάσεων

Το σύστημα NASAMS έχει δοκιμαστεί μάχης στην Ουκρανία και αντιπροσωπεύει μια σημαντική αύξηση στις δυνατότητες αεράμυνας που οι ΗΠΑ εξάγουν στο νησί της Ταϊβάν καθώς η ζήτηση για το σύστημα αυξάνεται, σύμφωνα με το Reuters.

Πηγή της αμερικανικής κυβέρνησης δήλωσε στο Reuters υπό τον όρο της ανωνυμίας ότι το NASAMS ήταν ένα νέο όπλο για το νησί της Ταϊβάν, με την Αυστραλία και την Ινδονησία να είναι οι μόνες στην περιοχή που το χρησιμοποιούν επί του παρόντος.

Το NASAMS είναι ένα πυραυλικό σύστημα που έχει σχεδιαστεί κυρίως για την αναχαίτιση πυραύλων κρουζ, επομένως η ικανότητά του να αναχαιτίζει βαλλιστικούς πυραύλους είναι πολύ περιορισμένη, επομένως δεν μπορεί να ενισχύσει σημαντικά τις δυνατότητες αεράμυνας του νησιού, δήλωσε στους Global Times ο Song Zhongping, ένας κινέζος στρατιωτικός εμπειρογνώμονας και τηλεοπτικός σχολιαστής. την Κυριακή.

Ως εκ τούτου, η εξαγωγή αυτού του συστήματος στο νησί της Ταϊβάν δεν αλλάζει την τρέχουσα κατάσταση και δεν αποτελεί πραγματική απειλή για τις επιχειρησιακές δυνατότητες του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού (PLA), είπε ο Σονγκ.

Επιπλέον, διάφορες ενέργειες του PLA έδειξαν πρόσφατα ότι οι ικανότητές του να ελέγχει τον εναέριο χώρο και τα ύδατα γύρω από το νησί της Ταϊβάν ενισχύονται συνεχώς, είπε ο Lü Xiang, ερευνητής στην Κινεζική Ακαδημία Κοινωνικών Επιστημών, στους Global Times την Κυριακή. σημειώνοντας ότι επί του παρόντος, το αμυντικό σύστημα εδάφους-αέρος της Ταϊβάν απέχει πολύ από το να είναι σημαντικό.

Ορισμένα δυτικά μέσα ενημέρωσης συνέδεσαν τις πωλήσεις όπλων με τις κοινές στρατιωτικές ασκήσεις του PLA με την κωδική ονομασία Joint Sword-2024B στα Στενά της Ταϊβάν στις 14 Οκτωβρίου. Οι ασκήσεις χρησιμεύουν ως αυστηρή προειδοποίηση για τις αυτονομιστικές ενέργειες των δυνάμεων της «ανεξαρτησίας της Ταϊβάν», μετά την περιφερειακή Ο ηγέτης Lai Ching-te έκανε μια αποσχιστική ομιλία στις 10 Οκτωβρίου στην οποία ισχυρίστηκε ότι «η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας δεν έχει δικαίωμα να εκπροσωπεί την Ταϊβάν» και ότι «δεν είναι υποτελείς ο ένας στον άλλον».

Συνδέοντας τις πωλήσεις όπλων των ΗΠΑ με την άσκηση PLA, τα δυτικά μέσα προσπάθησαν να κάνουν μια ψευδή αφήγηση ότι η ένταση γύρω από τα στενά της Ταϊβάν δημιουργείται από την ηπειρωτική Κίνα. Στην πραγματικότητα, οι ΗΠΑ είναι αυτές που κλιμακώνουν τις εντάσεις σε περιοχές όπως η Ουκρανία και η Μέση Ανατολή και επωφελούνται από την κατάσταση, είπε ο Lü, σημειώνοντας ότι οι ΗΠΑ σκοπεύουν να μετατρέψουν τα στενά της Ταϊβάν σε «βαρίτι».

Πρόσθεσε ότι οι στρατιωτικές επιχειρησιακές δυνατότητες που επέδειξε η PLA κατά τις πρόσφατες ασκήσεις στα Στενά της Ταϊβάν δεν θα υπονομευθούν από τα όπλα που πούλησαν οι ΗΠΑ στο νησί της Ταϊβάν.

Οικονομικός εκβιασμός

Η κυβέρνηση των ΗΠΑ έχει επανειλημμένα παραβιάσει τη δέσμευσή της να μην υποστηρίζει την «ανεξαρτησία της Ταϊβάν» εγκρίνοντας τις πωλήσεις όπλων στην περιοχή της Ταϊβάν. Μόλις τον Σεπτέμβριο, το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ ενέκρινε την πιθανή πώληση ανταλλακτικών αξίας περίπου 228 εκατομμυρίων δολαρίων.

Αυτό αποδεικνύει για άλλη μια φορά ότι η μεγαλύτερη απειλή για την ειρήνη και τη σταθερότητα στα Στενά της Ταϊβάν και ο μεγαλύτερος σαμποτέρ του status quo στα στενά της Ταϊβάν είναι οι αυτονομιστικές δραστηριότητες των δυνάμεων της «ανεξαρτησίας της Ταϊβάν» και η συντακτική υποστήριξη εξωτερικών δυνάμεων υπό την ηγεσία των ΗΠΑ. Ο εκπρόσωπος του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών Lin Jian δήλωσε σε συνέντευξη Τύπου μετά τις πωλήσεις όπλων στις 18 Σεπτεμβρίου.

Οι πωλήσεις όπλων των ΗΠΑ στο νησί της Ταϊβάν είναι ουσιαστικά μια μορφή οικονομικού εκβιασμού, είπε ο Lü. Σημείωσε ότι είναι σαφές σε όλους, ακόμη και στους πολιτικούς των ΗΠΑ, ότι οι δυνατότητες του PLA έχουν φτάσει σε ένα επίπεδο όπου μπορούν να αποτρέψουν αποτελεσματικά οποιαδήποτε δραστηριότητα «ανεξαρτησίας της Ταϊβάν» ανά πάσα στιγμή. Ως εκ τούτου, οποιαδήποτε πώληση όπλων ή η λεγόμενη βοήθεια που παρέχεται στο νησί της Ταϊβάν από τις ΗΠΑ δεν αφήνει πλέον κανένα περιθώριο για «ανεξαρτησία της Ταϊβάν».

Ο Σονγκ είπε ότι η Ουάσιγκτον, εκτός από το να αφήσει τους Αμερικανούς εμπόρους όπλων να αποκομίσουν μεγάλα κέρδη, στοχεύει να ενθαρρύνει μεγαλύτερη πολιτική αντίθεση μεταξύ των δύο πλευρών των Στενών της Ταϊβάν, επιτυγχάνοντας τελικά τον στόχο της χρήσης του νησιού για τον περιορισμό της Κίνας.
Διεθνή ΜΜΕ

Ο Ντόναλντ Τραμπ υποσήριξε την πολιτική της "Μίας Κίνας" στην πρώτη τηλεδιάσκεψη με τον Σι Τζινπίνγκ.

Ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε στον Σι Τζινπίνγκ ότι θα σεβαστεί την πολιτική της «Μίας Κίνας», σε μια κίνηση που θα μειώσει τις εντάσεις μεταξύ των δυνάμεων...

    Στην πρώτη του συνομιλία με τον Σι Τζινπίνγκ αφότου εισήλθε στο Οβάλ Γραφείο, ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι ο Λευκός Οίκος θα τιμήσει την πολιτική της "Μίας Κίνας", βάσει της οποίας οι ΗΠΑ αναγνωρίζουν το Πεκίνο - και όχι την Ταϊπέι - ως την έδρα της κινεζικής κυβέρνησης.


Το βράδυ της 19ης Σεπτεμβρίου, ο Κινέζος Πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ συνομίλησε τηλεφωνικά με τον Πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ. Οι δύο πρόεδροι είχαν μια ειλικρινή και εις βάθος ανταλλαγή απόψεων σχετικά με την τρέχουσα κατάσταση των σχέσεων Κίνας-ΗΠΑ και άλλα ζητήματα αμοιβαίου ενδιαφέροντος, και παρείχαν στρατηγική καθοδήγηση για τη σταθερή ανάπτυξη των σχέσεων Κίνας-ΗΠΑ στο μέλλον. Κατά τη διάρκεια της τηλεφωνικής επικοινωνίας, ο Πρόεδρος Xi τόνισε ότι «η Κίνα και οι ΗΠΑ είναι πλήρως ικανές να βοηθήσουν η μία την άλλη να πετύχουν και να ευημερήσουν μαζί για το καλό των δύο χωρών και ολόκληρου του κόσμου». Ο Σι Τζινπίνγκ επεσήμανε περαιτέρω τον σωστό τρόπο για την υλοποίηση αυτού του οράματος: «Και οι δύο πλευρές πρέπει να εργαστούν σκληρά και προς την ίδια κατεύθυνση, ώστε να επιτύχουν αμοιβαίο σεβασμό, ειρηνική συνύπαρξη και αμοιβαία επωφελή συνεργασία».


Η συζήτηση ήταν ρεαλιστική, θετική και εποικοδομητική, και αναμφίβολα ένα από τα πιο στενά παρακολουθούμενα πρόσφατα γεγονότα στην παγκόσμια πολιτική σκηνή. Έστειλε ένα σημαντικό μήνυμα ότι υπό την καθοδήγηση κορυφαίων ηγετών, οι σχέσεις Κίνας-ΗΠΑ αναμένεται να βαθμονομήσουν την πορεία τους και να επιδιώξουν πρόοδο διατηρώντας παράλληλα τη σταθερότητα. Αυτό αφορά όχι μόνο το μέλλον των σχέσεων Κίνας-ΗΠΑ, αλλά και την παγκόσμια ειρήνη και ευημερία, και έχει μεγάλη στρατηγική σημασία.

Ήταν η τρίτη συζήτηση μεταξύ των δύο αρχηγών κρατών φέτος. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, οι σχέσεις Κίνας-ΗΠΑ έχουν περάσει από πολύπλοκες και σοβαρές δοκιμασίες - από την κατάχρηση δασμών από την Ουάσινγκτον που έπληξε σοβαρά τους διμερείς δεσμούς, μέχρι την πραγματοποίηση ενός «σημαντικού βήματος προς τα εμπρός» από τις δύο πλευρές στην επίλυση οικονομικών και εμπορικών ζητημάτων «μέσω διαλόγου και διαβούλευσης» και, πιο πρόσφατα, στις συχνές αλληλεπιδράσεις υψηλού επιπέδου. Συνολικά, η πορεία των σχέσεων Κίνας-ΗΠΑ κινείται σταδιακά προς τη σταθερότητα. Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, η διπλωματία των αρχηγών κρατών έχει διαδραματίσει αναντικατάστατο ρόλο στην παροχή στρατηγικής καθοδήγησης. Η τελευταία τηλεφωνική κλήση στις 19 Σεπτεμβρίου καταδεικνύει για άλλη μια φορά ότι η στρατηγική καθοδήγηση της διπλωματίας των αρχηγών κρατών στην κατεύθυνση των σχέσεων Κίνας-ΗΠΑ προς τη σωστή κατεύθυνση είναι απαραίτητη για τη διασφάλιση της σταθερότητας και της ανάπτυξης των σχέσεων Κίνας-ΗΠΑ.

Ο
Σι Τζινπίνγκ έκανε ιδιαίτερη μνεία, κατά τη διάρκεια της συνομιλίας, στο γεγονός ότι «η Κίνα και οι ΗΠΑ ήταν σύμμαχοι που πολέμησαν ώμο-ώμο κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου» και σημείωσε ότι η Κίνα είχε προσκαλέσει τις οικογένειες των American Flying Tigers να συμμετάσχουν σε αναμνηστικές εκδηλώσεις που σηματοδοτούν την 80ή επέτειο της νίκης στον Πόλεμο Αντίστασης του Κινεζικού Λαού κατά της Ιαπωνικής Επιθετικότητας και στον Παγκόσμιο Αντιφασιστικό Πόλεμο. Ο Ντόναλντ Τραμπ επαίνεσε την πρόσφατη παρέλαση της Κίνας ως «φαινομενική και όμορφη». Αυτή δεν ήταν απλώς μια ανάμνηση της ιστορίας, αλλά και πρακτικής σημασίας: η Κίνα και οι ΗΠΑ θα πρέπει, με βάση την τιμή προς τους πεσόντες ήρωες και τη μνήμη της ιστορίας, να λατρεύουν την ειρήνη και να δημιουργούν ένα καλύτερο μέλλον μαζί.

Σε συγκεκριμένα ζητήματα που έχουν προσελκύσει ευρεία διεθνή προσοχή,
 Η τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ των δύο αρχηγών κρατών έστειλε επίσης σημαντικά θετικά μηνύματα.

Σε οικονομικά και εμπορικά θέματα, ο 
Σι Τζινπίνγκ σημείωσε ότι η πρόσφατη διαβούλευση μεταξύ Κινέζων και Αμερικανών αξιωματούχων αντανακλούσε το πνεύμα της ισότητας, του σεβασμού και του αμοιβαίου οφέλους. Μπορούν να συνεχίσουν να χειρίζονται σωστά τα εκκρεμή ζητήματα στις διμερείς σχέσεις και να επιδιώκουν αποτελέσματα που είναι επωφελή για όλες τις πλευρές.

Σχετικά με το ζήτημα του
TikTok, ο Σι Τζινπίνγκ δήλωσε ότι η κινεζική κυβέρνηση σέβεται τις επιθυμίες της εν λόγω εταιρείας και θα χαιρόταν να δει παραγωγικές εμπορικές διαπραγματεύσεις, σύμφωνα με τους κανόνες της αγοράς, να οδηγούν σε μια λύση που να συμμορφώνεται με τους νόμους και τους κανονισμούς της Κίνας και να λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντα και των δύο πλευρών. Και οι δύο πλευρές πρέπει να εργαστούν σκληρά και προς την ίδια κατεύθυνση, και ειδικότερα, η αμερικανική πλευρά θα πρέπει να απέχει από την επιβολή μονομερών εμπορικών περιορισμών και πρέπει να παρέχει ένα ανοιχτό, δίκαιο και χωρίς διακρίσεις περιβάλλον για τους Κινέζους επενδυτές.

Εν μέσω της τηλεδιάσκεψης των ηγετών Κίνας-ΗΠΑ, οι αγορές έδειξαν σημαντική αισιοδοξία, με τις χρηματιστηριακές αγορές των ΗΠΑ να αυξάνονται σημαντικά και «πιθανώς να φτάνουν σε ιστορικά υψηλά». Αυτό καταδεικνύει πλήρως την ισχυρή προσδοκία της διεθνούς κοινότητας για συνεργασία Κίνας-ΗΠΑ. Η ιδέα ότι «και οι δύο χώρες έχουν να κερδίσουν από τη συνεργασία και να χάσουν από την αντιπαράθεση» είναι ένα βαθυστόχαστο συμπέρασμα που έχει δοκιμαστεί από τον χρόνο. Μια σταθερή και υγιής σχέση Κίνας-ΗΠΑ ωφελεί τους λαούς και των δύο χωρών και συμβάλλει στην παγκόσμια ευημερία.

Από τις εμπορικές, οικονομικές, επιστημονικές και τεχνολογικές ανταλλαγές έως την πολιτιστική αλληλεπίδραση, η συνεργασία μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ έχει προσφέρει τεράστιες αγορές και ευκαιρίες ανάπτυξης η μία στην άλλη, προσφέροντας απτά οφέλη και στους δύο λαούς. Σε παγκόσμιο επίπεδο, η σταθερότητα των σχέσεων μεταξύ των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου επηρεάζει άμεσα την υγιή ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας. Η σταθερότητα των οικονομικών και εμπορικών σχέσεων Κίνας-ΗΠΑ έχει ξεπεράσει προ πολλού το διμερές πεδίο εφαρμογής, αποτελώντας σημαντική εγγύηση για τη σταθερότητα των παγκόσμιων βιομηχανικών και εφοδιαστικών αλυσίδων. Ως εκ τούτου, τα θετικά μηνύματα που εκπέμπονται από αυτή την τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ των δύο αρχηγών κρατών δεν είναι μόνο ευλογία και για τις δύο χώρες αλλά και για τον κόσμο.

Τα γεγονότα έχουν επανειλημμένα αποδείξει ότι όσο οι δύο χώρες τηρούν τη στρατηγική καθοδήγηση των δύο αρχηγών κρατών και εφαρμόζουν πλήρως τη σημαντική συναίνεση που επιτεύχθηκε και από τις δύο πλευρές, δεν θα υπάρχει κανένα εμπόδιο που να μην μπορούν να ξεπεράσουν οι σχέσεις Κίνας-ΗΠΑ. Τους τελευταίους μήνες, υπό τη στρατηγική καθοδήγηση της διπλωματίας των αρχηγών κρατών, οι οικονομικές και εμπορικές διαβουλεύσεις Κίνας-ΗΠΑ σταδιακά μετατοπίζονται από το «πώς να διαπραγματευτούν» στο «πώς να επιλύσουν ζητήματα» και η αλληλεπίδραση μεταξύ των δύο πλευρών έχει αυξηθεί σημαντικά. Κάθε φορά που οι αρχηγοί κρατών της Κίνας και των ΗΠΑ καταλήγουν σε σημαντική συναίνεση μέσω διαλόγου, η σχέση μεταξύ των δύο πλευρών συχνά σπάει το αδιέξοδο και επιστρέφει στον σωστό δρόμο υπό την καθοδήγηση των κορυφαίων ηγετών. Αυτή η αλληλεπίδραση υψηλού επιπέδου παίζει βασικό ρόλο και για τις δύο πλευρές για τη σταθεροποίηση των προσδοκιών, τη διαχείριση των διαφορών, την πρόληψη λανθασμένων υπολογισμών και την ενίσχυση της συνεργασίας.

Η πορεία έχει χαραχθεί, αλλά το κλειδί βρίσκεται στη δράση. Για τον κόσμο, αυτό είναι ένα πολύτιμο μήνυμα σταθερότητας. Για την Κίνα και τις ΗΠΑ, αυτή είναι μια ευκαιρία να μεταφραστεί η πολιτική βούληση σε συγκεκριμένη δράση και να αξιοποιηθεί αυτή η περίοδος άμβλυνσης των εντάσεων σε μια πορεία προς τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα. Μόνο «εργαζόμενοι σκληρά και προς την ίδια κατεύθυνση» μπορούν οι σχέσεις Κίνας-ΗΠΑ να κινηθούν πραγματικά προς την κατεύθυνση «της αμοιβαίας βοήθειας για την επιτυχία και την ευημερία από κοινού για το καλό των δύο χωρών και ολόκληρου του κόσμου». Ελπίζουμε ότι οι ΗΠΑ θα λάβουν συγκεκριμένα μέτρα και θα συνεργαστούν με την Κίνα για να προωθήσουν από κοινού αυτά τα δύο γιγάντια πλοία μέσα από τις καταιγίδες και τα 
κύματα.

πηγή: globaltimes.cn

«ΕΜΠΟΡΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ» / Παζάρια και πιέσεις σε «συμμάχους» και αντιπάλους από ΗΠΑ και Κίνα

    Σε αυτό το πλαίσιο, Ουάσιγκτον και Πεκίνο, πέρα από το «πινγκ πονγκ» επιβολής νέων δυσθεώρητων δασμών, εντείνουν στοχευμένες κινήσεις επιδιώκοντας να μεγαλώσουν δυσκολίες ή να αφαιρέσουν πλεονεκτήματα της άλλης πλευράς.


Η έκταση και το βάθος της ιμπεριαλιστικής αντιπαράθεσης ΗΠΑ - Κίνας για τη διεθνή πρωτοκαθεδρία, η προσπάθεια και των δύο να εντείνουν πιέσεις σε «συμμάχους» και αντιπάλους προκειμένου να ενισχύσουν τη θέση τους, οι «δυσκολίες» στην εξεύρεση συμβιβασμών στα συνεχή παζάρια μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ, αλλά και οι ενδοαστικές αντιθέσεις στο εσωτερικό των ίδιων των Ηνωμένων Πολιτειών, αποτυπώνονται στις ολοένα και πιο πυκνές εξελίξεις του «εμπορικού πολέμου».

«Η Κίνα είναι και ο μεγαλύτερος οικονομικός ανταγωνιστής μας και ο μεγαλύτερος στρατιωτικός αντίπαλός μας», επεσήμανε ο Αμερικανός υπουργός Εμπορίου Σκοτ Μπέσεντ, ενώ από την πλευρά του το Πεκίνο, μέσω του εκπροσώπου του υπουργείου Εξωτερικών, επανέλαβε ότι «η Κίνα δεν θέλει να πολεμήσει, αλλά ούτε φοβάται να πολεμήσει».

Σε αυτό το πλαίσιο, Ουάσιγκτον και Πεκίνο, πέρα από το «πινγκ πονγκ» επιβολής νέων δυσθεώρητων δασμών, εντείνουν στοχευμένες κινήσεις επιδιώκοντας να μεγαλώσουν δυσκολίες ή να αφαιρέσουν πλεονεκτήματα της άλλης πλευράς.

Ενδεικτικά είναι σε αυτό το πλαίσιο δημοσιεύματα όπως αυτό του «Bloomberg» για την πίεση που ασκεί η Ουάσιγκτον σε δεκάδες χώρες με τις οποίες διαπραγματεύεται γύρω από νέους όρους διμερών εμπορικών συνεργασιών: Τους ζητάει να μεγαλώσουν τα εμπόδια απέναντι σε κινεζικές εταιρείες και εισαγωγές, επιβάλλοντας και δικούς τους «δευτερογενείς δασμούς» εναντίον του Πεκίνου και «συμμάχων» του, προκειμένου να εξασφαλίσουν εξαιρέσεις ή μειώσεις από τους μεγάλους δασμούς που επέβαλε και στη συνέχεια «πάγωσε» προσωρινά (για 90 μέρες) η κυβέρνηση Τραμπ.

Και όπως δήλωσε ο Αμερικανός Πρόεδρος μιλώντας στο «Fox News», «ναι, μπορεί να πρέπει να διαλέξουν ανάμεσα στις αμερικανικές επενδύσεις και στο κινεζικό επενδυτικό σχέδιο "Belt and Road"». Επίσης, οι ΗΠΑ φέρονται να πιέζουν «εταίρους» τους και να πάψουν να «απορροφούν πλεονάζοντα αγαθά» από την Κίνα.

Οι πιέσεις της Ουάσιγκτον για μια τέτοια συστράτευση απέναντι στο Πεκίνο προσθέτουν εμπόδια στην έτσι κι αλλιώς δύσκολη αναζήτηση συμβιβασμών με «συμμάχους» της στην Ευρώπη και την Ασία οι οποίοι, εκτός των άλλων αντιθέσεων με τις ΗΠΑ, διατηρούν ισχυρά συμφέροντα από τις μπίζνες των μονοπωλίων τους με την Κίνα.

«Ελάχιστη πρόοδος» στα παζάρια ΗΠΑ - ΕΕ

Σε ένα τέτοιο φόντο, δημοσιεύματα έκαναν λόγο για «ελάχιστη πρόοδο» στις διαπραγματεύσεις ΗΠΑ - ΕΕ, μετά τις επαφές που πραγματοποίησε στην Ουάσιγκτον με Αμερικανούς αξιωματούχους ο επίτροπος Εμπορίου και Ανταγωνιστικότητας της ΕΕ Μ. Σέφκοβιτς.

Επιβεβαιώνοντας ουσιαστικά τα εν λόγω δημοσιεύματα, ο εκπρόσωπος της ΕΕ Ολαφ Γκιλ είπε μεν ότι αυτό που έγινε «δεν ήταν ένας διάλογος κωφών, ήταν μια πολύ επικεντρωμένη και παραγωγική συνάντηση», σπεύδοντας ωστόσο να προσθέσει ότι «όταν λέμε ότι χρειάζεται να ακούσουμε περισσότερα από τους Αμερικανούς, το εννοούμε (...) Περιμένουμε μια σαφέστερη εικόνα για τους στόχους που έχουν από αυτές τις διαπραγματεύσεις».

Ο Γκιλ ανέφερε επίσης ότι η συνάντηση «εστίασε στην εξερεύνηση τομέων και πλαισίων πιθανών συμφωνιών», ξεκαθαρίζοντας ωστόσο πως αυτή δεν ήταν «διαπραγμάτευση συγκεκριμένης συμφωνίας». Καταλήγοντας, είπε ότι «η ΕΕ αναλαμβάνει το μερίδιο που της αναλογεί. Τώρα πρέπει και οι ΗΠΑ να καθορίσουν την θέση τους. Σε κάθε διαπραγμάτευση χρειάζεται να διανυθεί πορεία διπλής κατεύθυνσης, να υπάρξει δέσμευση δύο πλευρών (...) Στην ΕΕ συνεχίζουμε τη προπαρασκευαστική εργασία για περαιτέρω αντίμετρα, στην περίπτωση που οι διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ δεν καταλήξουν θετικά. Και όλα παραμένουν στο τραπέζι».

Ρεπορτάζ του ιταλικού «Agenzia Nova» τόνιζε ότι ο Σέφκοβιτς μετέφερε την κατηγορηματική αντίθεση των Βρυξελλών στην επιβολή νέων δασμών ειδικά σε τομείς όπως οι ημιαγωγοί και το Φάρμακο, που έχουν κομβική σημασία στο εμπόριο ΗΠΑ - ΕΕ.

Στις αρχές του μήνα (7/4), μιλώντας σε συνεδρίαση των υπουργών της ΕΕ για το εξωτερικό εμπόριο (πριν το 90ήμερο «πάγωμα» των αυξημένων ανταποδοτικών δασμών για δεκάδες εταίρους - αλλά όχι την Κίνα), ο Σέφκοβιτς είχε επισημάνει για τους παράγοντες που σήμερα καθορίζουν «το εμπόριο με τον πιο σημαντικό μας εταίρο, τις ΗΠΑ» ότι εξακολουθεί να «βαραίνει» σημαντικά η αυξανόμενη απειλή που συνιστούν οι κινεζικοί όμιλοι: «Αντιμετωπίζουμε παρόμοιες προκλήσεις, π.χ. την παγκόσμια πλεονασματική παραγωγή που διαμορφώνουν πρακτικές αντίθετες στην αγορά, την κούρσα για την ηγετική θέση στον τομέα των ημιαγωγών, ή τη διασφάλιση κρίσιμων ορυκτών. Αν ενωθούμε, θα μπορούσαμε να οικοδομήσουμε μια αληθινά διατλαντική αγορά, που ωφελεί και τους δύο».

Παράλληλα όμως, σημειώνοντας ότι ένας συμβιβασμός παραμένει δύσκολος και καθόλου βέβαιος, είχε τονίσει ότι τίποτα δεν μπορεί να αποκλείσει μια νέα επιδείνωση στις σχέσεις ΗΠΑ - ΕΕ: «Ας είμαστε ξεκάθαροι, ωστόσο, μια δέσμευση με τις ΗΠΑ θα χρειαστεί χρόνο και προσπάθεια. Προς το παρόν, βρισκόμαστε στα πρώτα στάδια των συζητήσεων, γιατί οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν τους δασμούς όχι ως βήμα τακτικής αλλά ως διορθωτικό μέτρο».

Συμπλήρωνε δε ότι «ενώ η ΕΕ παραμένει ανοιχτή στη διαπραγμάτευση και σαφώς την προτιμά σημαντικά, δεν θα περιμένουμε για πάντα. Μέχρι να δούμε διακριτή πρόοδο, θα εργαζόμαστε με βάση τρεις άξονες: Θα υπερασπιζόμαστε τα συμφέροντά μας με αντίμετρα, θα διαφοροποιούμε το εμπόριό μας μέσα από νέες συμφωνίες και θα αποτρέπουμε επιβλαβείς εμπορικές εκτροπές».

Και ξεκαθάριζε ότι «είναι προς το συμφέρον μας να ενισχύσουμε τους εμπορικούς και επενδυτικούς μας δεσμούς με εταίρους σε όλη την υφήλιο, όπως Ινδία, Ινδονησία, Ταϊλάνδη, Φιλιππίνες, ή με την περιοχή του Κόλπου», αλλά και ότι οι Βρυξέλλες προσπαθούν να ανιχνεύσουν και «ευκαιρίες» στην κατάσταση που διαμορφώνουν οι αυξημένοι δασμοί των Αμερικανών: «Ενώ οι ΗΠΑ αποφάσισαν να αποσυρθούν από μέρη του παγκόσμιου εμπορικού συστήματος, αυτό το σύστημα παραμένει κρίσιμο για την ΕΕ και τον υπόλοιπο κόσμο. Οι ΗΠΑ αντιπροσωπεύουν το 13% του παγκόσμιου εμπορίου αγαθών. Δική μας προτεραιότητα, μαζί με τα υπόλοιπα μέλη του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, είναι η υπεράσπιση του υπόλοιπου 87% και το να βεβαιωθούμε ότι το παγκόσμιο εμπορικό σύστημα θα επικρατήσει για εμάς τους υπόλοιπους».

Περαιτέρω, αναφερόμενος στις επίσημες επαφές που είχε τέλη Μάρτη στην Κίνα, είχε εξηγήσει ότι οι επαφές του εκεί εστίασαν στην «προώθηση της συνεργασίας για την επανεξισορρόπηση της εμπορικής και επενδυτικής μας σχέσης με απτά αποτελέσματα. Καλύψαμε μακροχρόνια ζητήματα, όπως η πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα και οι επιδοτήσεις, τα εμπόδια στην πρόσβαση στην αγορά πολλών ευρωπαϊκών προϊόντων, την ανάγκη να "ανέβει" το "επίπεδο παιχνιδιού" για τις ευρωπαϊκές εταιρείες στην Κίνα».

Τέλος, επιβεβαιώνοντας ότι και οι Βρυξέλλες «πιέζουν» το Πεκίνο για ανταλλάγματα, είχε πει ότι συζητήθηκαν «οι κινεζικές επενδύσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα της ηλεκτροκίνησης στην ΕΕ, για να δοθεί ώθηση στην ανταγωνιστικότητα και στη δημιουργία θέσεων εργασίας στην ΕΕ, με επίκεντρο τη μεταφορά τεχνολογίας, R&D (Ερευνα και Ανάπτυξη)» κ.λπ.

Εντείνει τις κινήσεις του και το Πεκίνο

Την ίδια ώρα το Πεκίνο εντείνει τις δικές του κινήσεις απέναντι στις ΗΠΑ, πέρα από την «ανταλλαγή» δασμών.

Χαρακτηριστικοί ήταν οι περιορισμοί που ανακοίνωσε το Πεκίνο ότι θέτει στην εξαγωγή 7 κρίσιμων σπάνιων γαιών, που έχουν καθοριστικό ρόλο σε πολύ σημαντικούς τομείς της βιομηχανίας και των ΗΠΑ, περιλαμβανομένης της στρατιωτικής.

Καθόλου τυχαία, το αμερικανικό Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών (Center of Strategic and International Studies - CSIS) προειδοποίησε ότι οι κινεζικοί περιορισμοί μπορεί να προκαλέσουν σοβαρά προβλήματα στις ΗΠΑ, ακόμα και στην «άμυνά» τους, διαταράσσοντας παραγγελίες εταιρειών που φτιάχνουν υποβρύχια, πυραύλους, συστήματα ραντάρ, drones.

Αναφέρει επίσης ότι «ακόμα και πριν από τους τελευταίους περιορισμούς η βιομηχανική βάση του αμυντικού εξοπλισμού των ΗΠΑ αντιμετώπιζε προβλήματα, με περιορισμένη χωρητικότητα, και δεν είχε την ικανότητα να αυξήσει την παραγωγή για να καλύψει τις απαιτήσεις αμυντικής τεχνολογίας», προσθέτοντας πως «περαιτέρω απαγορεύσεις σε εισροές κρίσιμων ορυκτών το μόνο που θα πετύχουν θα είναι να διευρύνουν το χάσμα, επιτρέποντας στην Κίνα να ενισχύσει τις στρατιωτικές της δυνατότητες πιο γρήγορα από τις ΗΠΑ», όταν μάλιστα - όπως αναφέρεται - ήδη η Κίνα αποκτά προηγμένα οπλικά συστήματα και εξοπλισμό 5-6 φορές ταχύτερα από τις ΗΠΑ.

Ο δε Κινέζος Πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ πραγματοποίησε πολυήμερη περιοδεία στη Νοτιοανατολική Ασία (σε Βιετνάμ, Μαλαισία και Καμπότζη), μια περιοχή ιδιαίτερα κρίσιμη για την αντιπαράθεση μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας.

Καθόλου τυχαία, οι τρεις χώρες που επέλεξε να επισκεφτεί ο Σι έχουν στενές οικονομικές σχέσεις με το Πεκίνο, ενώ η κυβέρνηση Τραμπ τούς επέβαλε ιδιαίτερα υψηλούς δασμούς (που έχουν επίσης «παγώσει» για 90 μέρες), κατηγορώντας τις μεταξύ άλλων ότι λειτουργούν ως «προέκταση» για το κινεζικό εμπόριο και ως μέσο αποφυγής των δασμών που επιβάλλονται εναντίον του Πεκίνου.

Κίνα και Βιετνάμ υπέγραψαν 45 συμφωνίες κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του Σι και μεταξύ άλλων συζητήθηκε η στενότερη σύνδεση του Βιετνάμ με τους BRICS, ενώ ο Τραμπ σχολίασε ότι οι συζητήσεις τους επικεντρώνονται στο «πώς να βλάψουν τις ΗΠΑ»...

«Στον αφρό» οι ενδοαστικές αντιθέσεις στις ΗΠΑ

Στο μεταξύ, επιφυλάξεις και «ανησυχίες» για τη δασμολογική πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ εκφράζονται και εντός ΗΠΑ, αποτυπώνοντας όλο και πιο καθαρά ενδοαστικές αντιθέσεις και διαφοροποιήσεις σε τμήματα του κεφαλαίου.

Μεταξύ άλλων, ο δισεκατομμυριούχος επενδυτής Μπιλ Ακμαν επανήλθε με νέες δηλώσεις του, χαρακτηρίζοντας μάλιστα τη συνέχιση των δασμών «κήρυξη οικονομικού πυρηνικού πολέμου».

Ο διευθύνων σύμβουλος της JP Morgan Chase, Τζέιμι Ντάιμον, αφού περιέγραψε τις ΗΠΑ ως «έναν παράδεισο» λόγω της οικονομικής και στρατιωτικής τους ισχύος, μιλώντας στους «Financial Times» είπε ότι η προσπάθεια της κυβέρνησης Τραμπ να αναμορφώσει το παγκόσμιο εμπόριο γεννά απειλές και για την αμερικανική οικονομία. «Ενα μεγάλο μέρος αυτής της αβεβαιότητας δημιουργεί προκλήσεις γι' αυτήν», ανέφερε.

Και η διοίκηση του τεχνολογικού κολοσσού της Nvidia ανησυχεί ότι θα υποστεί «πλήγμα» 5,5 δισ. δολαρίων, μετά το «μπλόκο» των ΗΠΑ στις εξαγωγές τσιπ Τεχνητής Νοημοσύνης στην Κίνα, για την αγορά της οποίας η εταιρεία έχει ειδικά σχεδιάσει το τσιπ H20.

Στα τέλη της βδομάδας ο Δημοκρατικός κυβερνήτης της Πολιτείας της Καλιφόρνιας, Γκάβιν Νιούσομ, ανακοίνωσε ότι θα προσφύγει στα δικαστήρια κατά της κυβέρνησης Τραμπ και των δασμών που επιβάλλει, υποστηρίζοντας ότι ο νόμος που αξιοποιεί προϋποθέτει τη σύμφωνη γνώμη του Κογκρέσου. Τονίζοντας ότι «η Καλιφόρνια είναι η μεγαλύτερη βιομηχανική Πολιτεία» των ΗΠΑ και «παράγει το 14% του αμερικανικού ΑΕΠ», επεσήμανε ότι η πολιτειακή αρχή θα επιδιώξει χωριστές εμπορικές συμφωνίες με τον υπόλοιπο κόσμο, ώστε να εξαιρεθεί από αντίποινα προς τις ΗΠΑ.

Την Πέμπτη ο Τραμπ επέκρινε ξανά τους χειρισμούς της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Fed), χαρακτηρίζοντας «ολοκληρωτικό χάος» την έκθεση που δημοσίευσε ο διοικητής της, Τζερόμ Πάουελ, τον οποίο χαρακτήρισε «υπερβολικά αργό (...) και λάθος», σχολιάζοντας μάλιστα ότι η λήξη της θητείας του «δεν μπορεί να περιμένει άλλο».

Στην έκθεσή του ο Πάουελ εκτίμησε ότι οι εμπορικές πολιτικές της κυβέρνησης δημιουργούν προκλήσεις για τη Fed και τους στόχους της για την ανάπτυξη. Περιέγραψε τις νέες εμπορικές πολιτικές ως «σημαντική αλλαγή» και συμπλήρωσε ότι «οι επιπτώσεις τους είναι πιθανό να μας απομακρύνουν από τους στόχους μας, οπότε η ανεργία είναι πιθανό να αυξηθεί, καθώς η οικονομία κατά πάσα πιθανότητα επιβραδύνεται».
Αναδημοσίευση από τον «Ριζοσπάστη»

Ο Κινέζος πρέσβης προειδοποιεί για αποσύνδεση σχέσεων και σύγκρουση Κίνας και ΗΠΑ

O πρεσβευτής της Κίνας στις ΗΠΑ Σιέ Φενγκ

Στη ομιλία του στο 5ο Επιχειρηματικό Φόρουμ ΗΠΑ-Κίνας που διοργανώθηκε από το Forbes, στο οποίο προσκλήθηκε, ο πρέσβης της Κίνας στις ΗΠΑ, Σιέ Φενγκ, είπε ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι η οποιαδήποτε αποσύνδεση των σχέσεων Κίνας και Ηνωμένων Πολιτειών και η μεγαλύτερη πηγή ανασφάλειας προέρχεται από οποιαδήποτε αντιπαράθεση μεταξύ των δύο....

 

Οι ΗΠΑ και η Κίνα πρέπει να βρουν ένα νέο μονοπάτι προς τα εμπρός στις σχέσεις σε «μια κρίσιμη στιγμή», δήλωσε ο πρεσβευτής της Κίνας στις ΗΠΑ Σιέ Φενγκ σε μια κεντρική ομιλία που συνδύασε αισιόδοξα μηνύματα με άμεση κριτική σε φόρουμ στη Νέα Υόρκη την Τρίτη που διοργάνωσε το Forbes.

Ο Σιέ Φενγκ, ο οποίος ανέλαβε τη θέση του φέτος, είπε ότι ελπίζει ότι η συγκέντρωση περισσότερων από 100 παρευρισκομένων που συμμετέχουν στις επιχειρήσεις ΗΠΑ-Κίνας θα «χτίσει γέφυρες επικοινωνίας, θα ανοίξει παράθυρα συνεργασίας και θα φέρει μαζί την Κίνα και τις Ηνωμένες Πολιτείες στο ίδιο κατεύθυνση να βρούμε από κοινού μια πορεία προς τα εμπρός».

«Πρέπει να βρούμε ένα μονοπάτι για τον ταραγμένο κόσμο για να αποκαταστήσει τη σταθερότητα», είπε ο Σιέ. «Αυτή είναι μια περίοδος πρόκλησης. Η παγκόσμια ανάκαμψη παραμένει υποτονική και κάθε χώρα έχει τα δικά της προβλήματα να αντιμετωπίσει. Όλοι είναι στην ίδια βάρκα. Κανείς δεν μπορεί να μείνει σε απόσταση, ακόμη λιγότερο το κέρδος σε βάρος των άλλων. Αποκλείστε την αντιπαράθεση χωρίς να φέρετε ειρήνη ή ασφάλεια και η αποσύνδεση θα έχει μόνο μπούμερανγκ».

Ο Σιέ μίλησε με μαγνητοσκοπημένο βίντεο. (Κάντε κλικ εδώ για το πλήρες κείμενο.) Το 5ο Επιχειρηματικό Φόρουμ ΗΠΑ-Κίνας πραγματοποιήθηκε με θέμα «Νέα Μονοπάτια Εμπρός». Άλλοι ομιλητές στην υβριδική αυτοπροσώπως, ψηφιακή εκδήλωση περιελάμβαναν τον πρώην πρεσβευτή των ΗΠΑ στην Κίνα Μαξ Μπάουκους

Οι σχέσεις Κίνας-ΗΠΑ έχουν οξυνθεί τα τελευταία χρόνια από εντάσεις σχετικά με τη γεωπολιτική, τις εμπορικές πρακτικές και τους επενδυτικούς περιορισμούς. Αυτή την εβδομάδα, η υπουργός Εμπορίου των ΗΠΑ Τζίνα Ραϊμόντο έγινε η τελευταία σε μια σειρά επισκεπτών υψηλού επιπέδου της κυβέρνησης Μπάιντεν στο Πεκίνο που προσπάθησαν να αμβλύνουν τις εντάσεις.

Οι διαφορές βρίσκονται παράλληλα με τους στενούς οικονομικούς δεσμούς μεταξύ των δύο χωρών που δημιουργήθηκαν σχεδόν πέντε δεκαετίες μετά το τέλος της μαοϊκής εποχής της χώρας. Η Κίνα είναι ο τρίτος μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος των ΗΠΑ και η μεγαλύτερη αγορά αμερικανικών αγροτικών εξαγωγών, σημείωσε ο Σιέ. Το ασιατικό έθνος βρίσκεται επίσης στις τρεις πρώτες αγορές για 38 αμερικανικές πολιτείες. Οι εξαγωγές στην Κίνα έχουν υποστηρίξει περισσότερες από ένα εκατομμύριο θέσεις εργασίας στις ΗΠΑ, σημείωσε ο Σιέ. Περισσότερες από 70.000 αμερικανικές εταιρείες δραστηριοποιούνται στην Κίνα, κερδίζοντας κέρδη 50 δισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως, είπε. Μεταξύ των αμερικανικών επιχειρήσεων με σημαντική παρουσία στην Κίνα, η Tesla πραγματοποίησε τις μισές παγκόσμιες παραδόσεις της πέρυσι από το εργοστάσιό της στη Σαγκάη, το οποίο κυκλοφορεί ένα ηλεκτρικό όχημα κάθε 40 δευτερόλεπτα κατά μέσο όρο, είπε ο Σιέ. Τα Starbucks έχουν 6.500 καταστήματα στην Κίνα, ανοίγοντας ένα σχεδόν κάθε εννέα ώρες, σημείωσε.

Οι αμερικανικές εταιρείες έχουν προσελκύσει τη μεγάλη καταναλωτική αγορά και την οικονομική ανάπτυξη της χώρας – επίσημα στο 5,5% το πρώτο εξάμηνο του τρέχοντος έτους. Υπογραμμίζοντας την έκρηξη πλούτου της χώρας, η Κίνα, συμπεριλαμβανομένου του Χονγκ Κονγκ, κατέλαβε τη δεύτερη θέση μόνο μετά τις ΗΠΑ στη λίστα δισεκατομμυριούχων του Forbes για το 2023 με 495 μέλη.

Ο Σιέ Φενγκ, 59 ετών, σημείωσε ότι η τρέχουσα θέση του ως πρεσβευτής είναι η τρίτη του μέχρι σήμερα στις Ηνωμένες Πολιτείες. «Έχουν περάσει 13 χρόνια από την τελευταία φορά που εργάστηκα εδώ», σημείωσε. «Πολλά έχουν αλλάξει τόσο στον κόσμο όσο και στις δύο χώρες μας. Αλλά η σημασία των σχέσεων Κίνας-ΗΠΑ για τις χώρες μας και τον κόσμο δεν έχει αλλάξει. Το γεγονός ότι μοιραζόμαστε εκτεταμένα κοινά συμφέροντα και είμαστε σε μεγάλο βαθμό αλληλεξαρτώμενοι δεν έχει αλλάξει. Ο ενθουσιασμός των ανθρώπων μας για μεγαλύτερες ανταλλαγές στη συνεργασία δεν έχει αλλάξει. Ούτε η προσδοκία της διεθνούς κοινότητας για μια υγιή και σταθερή σχέση με την Κίνα με τις ΗΠΑ».

Ο Σιέ ήταν ωστόσο επικριτικός για τους σχετικά υψηλούς αμερικανικούς δασμούς στα κινεζικά προϊόντα, οι οποίοι είπε ότι συνέβαλαν σε μείωση 14,5% στο εμπόριο ΗΠΑ-Κίνας το πρώτο εξάμηνο του 2023. «Ο μέσος δασμός των ΗΠΑ στα κινεζικά προϊόντα είναι 19%, ενώ οι δασμοί της Κίνας στα αμερικανικά προϊόντα είναι μόνο 7,3% κατά μέσο όρο. Είναι δίκαιο αυτό; Εξυπηρετεί πραγματικά το συμφέρον των ΗΠΑ;» αυτός είπε. Ο διπλωμάτης ήταν επίσης επικριτικός για τους περιορισμούς της Ουάσιγκτον στις επενδύσεις στην Κίνα σε τομείς που σχετίζονται με την εθνική ασφάλεια. «Είναι απλώς μπερδεμένο το γεγονός ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες προέτρεπαν επανειλημμένα την Κίνα να επεκτείνει την πρόσβαση σε ξένες επενδύσεις στο παρελθόν, τώρα επιβάλλουν περιορισμούς οι ίδιες. Το εκτελεστικό διάταγμα Αναθεώρησης Εξερχόμενων Επενδύσεων, για παράδειγμα, αποτελεί παραβίαση της αρχής του ελεύθερου εμπορίου. Αντί να περιορίσει την Κίνα, θα περιορίσει μόνο το δικαίωμα των αμερικανικών επιχειρήσεων στην αναπτυσσόμενη Κίνα.

Άλλοι ομιλητές ήταν ο George Wang, αντιπρόεδρος του Zhonglu Group. Wei Hu, Πρόεδρος, Γενικό Εμπορικό Επιμελητήριο Κίνας – Η.Π.Α. Li Zhenguo, Πρόεδρος, LONGi Green Energy Technology. Craig Allen, Πρόεδρος, Επιχειρηματικό Συμβούλιο ΗΠΑ-Κίνας. Abby Li, Διευθύντρια Εταιρικής Επικοινωνίας και Έρευνας, Γενικό Εμπορικό Επιμελητήριο της Κίνας. Lu Cao, Διευθύνων Σύμβουλος, Global Corporate Bank, Corporate & Investment Bank, JP Morgan; Amy Lei, Αντιπρόεδρος, Fuyao America. και Zhang Zhaojie, Γενικός Διευθυντής, Agricultural Bank of China, Υποκατάστημα Νέας Υόρκης.

Μίλησαν επίσης ο Sean Stein, πρόεδρος του Εμπορικού Επιμελητηρίου των ΗΠΑ στη Σαγκάη. Ken Jarrett, Senior Advisor, Albright Stonebridge Group; Sunny Wang, Πρόεδρος, Broad Η.Π.Α. και ο Chad Smith, Chief Marketing Officer, Moomoo Technologies Inc.

Το 5ο Επιχειρηματικό Φόρουμ ΗΠΑ-Κίνας πραγματοποιήθηκε αυτοπροσώπως για τρίτη φορά από το 2019. πραγματοποιήθηκε διαδικτυακά το 2020 και το 2021 κατά τη διάρκεια της κορύφωσης της 
πανδημίας του Covid 19..

πηγή: forbes.com

Δεν είναι δική μας υπόθεση η κρίση, η αναδιοργάνωση και η ισχυροποίηση των ΗΠΑ

     Οι ΗΠΑ, όπως χθες με παγκοσμιοποιητική νεοφιλελεύθερη ιμπεριαλιστική μεταμοντέρνα (ή woke) ατζέντα των "Δημοκρατικών" των "Ρεπουμπλικάνων", έτσι και σήμερα με ακροδεξιά εθνικιστική ιμπεριαλιστική ατζέντα, παραμένουν ο πιο ισχυρός αντιδραστικός πόλος και δύναμη ισχύος ενάντια στα συμφέροντα της συντριπτικής πλειοψηφίας των κατοίκων της Γης...


Η συντριπτική νίκη του Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ επιβάλλει να εξαχθούν ορισμένα βασικά συμπεράσματα· χωρίς βέβαια να παραβλέψουμε πως το «διάβασμα» της εξελισσόμενης κατάστασης, και ιδιαίτερα το πώς πραγματικά θα πολιτευτεί η κυβέρνηση Τραμπ από τον Ιανουάριο, χρειάζεται προσοχή και συνεχή παρακολούθηση.

Πρώτο σημείο: Η εικόνα που είχαν δημιουργήσει όλα τα ΜΜΕ, οι δεξαμενές σκέψης, τα επιτελεία των κομμάτων, ακόμα και κυβερνήσεις στον Δυτικό παγκοσμιοποιημένο κόσμο, πως θα ήταν ένα ντέρμπι και πως η Καμάλα Χάρις είχε προβάδισμα, ήταν σκέτη παραπληροφόρηση. Είναι εντυπωσιακό πώς κατασκεύασαν μια «πραγματικότητα» που απείχε πάρα πολύ από την αληθή πραγματικότητα των ΗΠΑ. Με τον τρόπο αυτό μάλλον προσπάθησαν να περισώσουν κάτι από μια βέβαιη συντριβή. Δεν μπορεί να μην «άκουσαν» το ρεύμα που υπήρχε (μόνο οι στοιχηματικές εταιρείες δεν έπεσαν έξω…).

Δεύτερο σημείο: Ο Τραμπ νίκησε επειδή κατόρθωσε να δημιουργήσει ένα πολιτικό ρεύμα μέσα στις ΗΠΑ, αξιοποιώντας την υπαρκτή οργή από τη συνεχιζόμενη κοινωνική και οικονομική υποβάθμιση, την αλαζονεία και το ψέμα της μιντιακής εικόνας, τη διαχείριση των δύο ακτών των ΗΠΑ από τη χρηματιστική παγκοσμιοποιητική ολιγαρχία, τη συνεχιζόμενη υποβάθμιση των ΗΠΑ σε διεθνές επίπεδο. Ένας ακροδεξιός μεγιστάνας εξέφρασε αυτήν την οργή, και θα την εργαλειοποιήσει σε ένα σχέδιο αναδιοργάνωσης και ισχυροποίησης των ΗΠΑ μέσα από μια εκδοχή «εθνικιστικού ιμπεριαλισμού». Το «να κάνουμε σπουδαία ξανά την Αμερική» συμπληρώθηκε σε αυτήν την εκλογική αναμέτρηση με το σύνθημα «θα το φτιάξω» (fix it), υπονοώντας την παραγωγική εγκατάλειψη ολόκληρων περιοχών, τη μετανάστευση, την επίθεση στην «αναπαραγωγική οικογένεια», και σε γεωπολιτικό επίπεδο νέες σχέσεις που να θέτουν την Αμερική σε θέση ισχύος.

Τρίτο σημείο: Από το 2008 που ξέσπασε το μεγάλο επεισόδιο της κρίσης στις ΗΠΑ, η γενική πορεία ήταν μια συνεχιζόμενη απολίπανση των μεσαίων στρωμάτων και μια εγκατάλειψη των εργαζομένων και φτωχών στρωμάτων – κυρίως μέσα από ένα αφήγημα για την παγκοσμιοποίηση, τη συμπερίληψη και την ανθεκτικότητα. Η υποχώρηση και η αποδρομή των ΗΠΑ γινόταν ολοένα και πιο φανερή. Η διαχείριση από τους Δημοκρατικούς, σε συνεταιρισμό με τους Ρεπουμπλικάνους, ήταν αναποτελεσματική, αντιφατική. Διαρκώς βάθαινε ένα σχίσμα στο εσωτερικό της κοινωνίας, αλλά και μέσα στο βαθύ κράτος των ΗΠΑ. Η ανάδειξη του Τραμπ και η πρώτη του νίκη το 2016 ήταν ένα πρώτο ισχυρό σημάδι αυτής της ενδόρρηξης, που στις εκλογές του 2020 αντιστράφηκε προς στιγμήν με την εκλογή Μπάιντεν, χωρίς όμως να σβήσει τη «φωτιά». Η αποτυχία ειδικά στον τομέα της οικονομίας (άρα και της πραγματικής κατάστασης ευρύτατων στρωμάτων), μαζί με μια μεταμοντέρνα αλαζονεία και διάδοση της παγκοσμιοποιητικής ατζέντας, και η δαιμονοποίηση του ακροδεξιού μεγιστάνα, δεν αποτέλεσαν ισχυρή απάντηση. Ο Τραμπ παρουσιάστηκε πιο μαχητικός, μόνος εναντίον όλων, δημιούργησε ένα ρεύμα, επέζησε από απόπειρες δολοφονίας και καταδίκες, και νίκησε με μεγάλη διαφορά.

Τέταρτο σημείο: Οι γελωτοποιοί του παγκοσμιοποιητικού στρατοπέδου (όχι μόνο οι δεδομένοι εγχώριοι των ΜΜΕ και του πολιτικού κόσμου, αλλά ολόκληρης της Ε.Ε.) τώρα οφείλουν να υποκλίνονται, να ορκίζονται στον στρατηγικό χαρακτήρα των σχέσεων με τις ΗΠΑ, να τρομάζουν για το τι έρχεται, να υπάρχουν ήδη τριγμοί (π.χ. κρίση στη Γερμανία), να στέλνουν συγχαρητήρια στον Τραμπ. Έχει γυρίσματα η ζωή…

Πέμπτο σημείο: Η πολιτική των ταυτοτήτων και της ατομικιστικής ιδιαιτερότητας αποδείχθηκε αδύναμη και ελλιπής απέναντι στην κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα των πολιτών. Η φυλή, η σεξουαλική προτίμηση, το φύλο, το αν είσαι μετανάστης ή γυναίκα, ζητήματα που προβλήθηκαν κατά κόρον από το στρατόπεδο της παγκοσμιοποίησης, δεν μπόρεσαν να ξεγελάσουν ή να υπερπηδήσουν την οικονομική οπισθοδρόμηση, την ανασφάλεια και την οργή.

Έκτο σημείο: Οι ΗΠΑ, όπως χθες με παγκοσμιοποιητική νεοφιλελεύθερη ιμπεριαλιστική μεταμοντέρνα (ή woke) ατζέντα, έτσι και σήμερα με ακροδεξιά εθνικιστική ιμπεριαλιστική ατζέντα, παραμένουν ο πιο ισχυρός αντιδραστικός πόλος και δύναμη ισχύος ενάντια στα συμφέροντα της συντριπτικής πλειοψηφίας των κατοίκων της Γης. Δεν είναι υπόθεσή μας να συνταχθούμε με μία από τις δύο παρατάξεις που συγκρούονται εσωτερικά στις ΗΠΑ. Στο επίκεντρο της διαμάχης τους είναι το πώς θα σταματήσουν την αποδρομή των ΗΠΑ. Στόχος τους, η ενίσχυσή τους σε βάρος των λαών και των χωρών του κόσμου. Αυταπατώνται όσοι νομίζουν ότι οι Δημοκρατικοί ενδιαφέρονται για τα δικαιώματα και τη δημοκρατία, όπως αυταπατώνται πολλοί νομίζοντας ότι ο Τραμπ θα συμβάλει στην ειρήνη και θα μετριάσει την επιθετικότητα των ΗΠΑ. Η μεγαλύτερη αφέλεια είναι να νομιστεί ότι οι ΗΠΑ (συνολικά) θα εργαστούν για έναν καλύτερο και δικαιότερο κόσμο. Ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός (με όποια πολιτική εκδοχή και φορεσιά) παραμένει ο μεγαλύτερος εχθρός λαών, χωρών, εθνών, πολιτισμών, κοινωνιών, περιβάλλοντος.

Έβδομο σημείο: Η Ελλάδα δεν μπορεί να υπάρχει ως υποτελής και γελωτοποιός των ΗΠΑ. Δεν μπορεί να ανεχόμαστε τον υποβιβασμό σε Πουέρτο-Γκρέκο.
πηγή: edromos.gr

Al Jazeera / Ποια είναι τα 100 δισ δολάρια σε παγωμένα περιουσιακά στοιχεία του Ιράν και πού φυλάσσονται;

Στις συνομιλίες ΗΠΑ-Ιράν στο Ισλαμαμπάντ η Τεχεράνη ζήτησε την αποδέσμευση παγωμένων περιουσιακών στοιχείων, ο Τραμπ εξετάζει επιστροφή κεφαλαίων...

Η οικονομία του Ιράν αντιμετωπίζει προβλήματα εδώ και χρόνια λόγω των κυρώσεων που έχουν επιβληθεί στη χώρα από τις ΗΠΑ και άλλα έθνη. Αυτές οι κυρώσεις έχουν επιβληθεί από το 1979, πρώτα για τους Αμερικανούς ομήρους που κρατούνταν στην αμερικανική πρεσβεία στην Τεχεράνη μετά την Ισλαμική επανάσταση και στη συνέχεια εντάθηκαν λόγω των πυρηνικών και βαλλιστικών πυραύλων προγραμμάτων του Ιράν.


Το Ιράν θέλει οι ΗΠΑ να αποδεσμεύσουν τα παγωμένα περιουσιακά του στοιχεία στο πλαίσιο των συνομιλιών. Αυτά τα χρήματα θα μπορούσαν να βοηθήσουν τη χώρα να ανοικοδομήσει την πληγείσα οικονομία της.

Καθώς δυναμική αυξάνεται για έναν δεύτερο γύρο συνομιλιών μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν με στόχο τον τερματισμό του πολέμου τους, ένα κεντρικό ζήτημα έχει αναδειχθεί ως μήλο της έριδος: τα παγωμένα περιουσιακά στοιχεία της Τεχεράνης που κατέχει σε άλλες χώρες.

Η οικονομία του Ιράν αντιμετωπίζει προβλήματα εδώ και χρόνια λόγω των κυρώσεων που έχουν επιβληθεί στη χώρα από τις ΗΠΑ και άλλα έθνη. Αυτές οι κυρώσεις έχουν επιβληθεί από το 1979, πρώτα για τους Αμερικανούς ομήρους που κρατούνταν στην αμερικανική πρεσβεία στην Τεχεράνη μετά την Ισλαμική επανάσταση και στη συνέχεια εντάθηκαν λόγω των πυρηνικών και βαλλιστικών πυραύλων προγραμμάτων του Ιράν. Αυτά τα μέτρα έχουν περιορίσει την ικανότητα της Τεχεράνης να έχει πρόσβαση στα δικά της περιουσιακά στοιχεία, όπως τα έσοδα από τις πωλήσεις πετρελαίου, τα οποία έχουν παγώσει σε ξένες τράπεζες.

Στις 10 Απριλίου, πριν ξεκινήσει ο πρώτος γύρος συνομιλιών για την κατάπαυση του πυρός στο Πακιστάν, ο πρόεδρος του κοινοβουλίου του Ιράν, Μοχάμεντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ, δήλωσε στο X ότι τα παγωμένα περιουσιακά στοιχεία του Ιράν (έσοδα που έχουν δεσμευτεί σε ξένες τράπεζες) πρέπει να αποδεσμευτούν πριν ξεκινήσουν οποιεσδήποτε διαπραγματεύσεις.

Μια μέρα αργότερα, στις συνομιλίες για την κατάπαυση του πυρός στην πρωτεύουσα του Πακιστάν, Ισλαμαμπάντ, εμφανίστηκαν ορισμένες αναφορές που υποδηλώνουν ότι η Ουάσινγκτον είχε συμφωνήσει να ξεπαγώσει τουλάχιστον ορισμένα από τα ιρανικά περιουσιακά στοιχεία που κατέχονταν εκτός της χώρας. Ωστόσο, η κυβέρνηση των ΗΠΑ απέρριψε γρήγορα αυτές τις αναφορές, επιμένοντας ότι τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία παρέμειναν παγωμένα.

Καθώς οι συνομιλίες αναμένεται να επαναληφθούν τις επόμενες ημέρες, ενόψει της λήξης της τρέχουσας εκεχειρίας ΗΠΑ-Ιράν τις πρώτες πρωινές ώρες της 22ας Απριλίου στη Μέση Ανατολή, η ένταση αυτή αναμένεται να αναζωπυρωθεί.

Πόσα όμως ιρανικά περιουσιακά στοιχεία είναι δεσμευμένα, γιατί η Τεχεράνη δεν μπορεί να έχει πρόσβαση σε αυτά, πού βρίσκονται αυτά τα κεφάλαια αυτή τη στιγμή και γιατί είναι σημαντικά για το Ιράν;

Ποιος είναι ο όγκος των παγωμένων περιουσιακών στοιχείων του Ιράν;

Ενώ το ακριβές ποσό των παγωμένων περιουσιακών στοιχείων του Ιράν δεν είναι σαφές, επίσημες ιρανικές αναφορές και ειδικοί έχουν ορίσει το συνολικό ποσό των παγωμένων ιρανικών περιουσιακών στοιχείων στο εξωτερικό σε περισσότερα από 100 δισεκατομμύρια δολάρια.

Ο Φρέντερικ Σνάιντερ, ανώτερος συνεργάτης στο Συμβούλιο Παγκόσμιας Πολιτικής της Μέσης Ανατολής, δήλωσε στο Al Jazeera ότι αυτά τα περιουσιακά στοιχεία είναι περίπου τέσσερις φορές περισσότερα από όσα κερδίζει το Ιράν ετησίως από την πώληση υδρογονανθράκων.

«Πρόκειται για ένα πολύ σημαντικό ποσό, ειδικά για μια κοινωνία που υποφέρει από δεκαετίες κυρώσεων υπό την ηγεσία των ΗΠΑ», είπε.

Πρόσθεσε, ωστόσο, ότι παραμένει ασαφές εάν οι ΗΠΑ — ακόμη και αν αποδεσμεύσουν αυτά τα περιουσιακά στοιχεία — θα το εξαρτήσουν από τον τρόπο με τον οποίο θα χρησιμοποιηθούν.

«Το Ιράν σίγουρα έχει άμεση ανάγκη για τα περιουσιακά στοιχεία, αλλά δεδομένης της πολύ χαοτικής ιστορίας των κυρώσεων και της έλλειψης ειδικών από την αμερικανική πλευρά για να διαπραγματευτούν τις λεπτομέρειες, το Ιράν είναι επιφυλακτικό», είπε.

Ο Τζέικομπ Λιου, ο οποίος ήταν υπουργός Οικονομικών υπό τον πρώην πρόεδρο των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα, δήλωσε το 2016 ότι το Ιράν δεν θα μπορούσε να έχει πρόσβαση σε όλα τα παγωμένα περιουσιακά του στοιχεία στο εξωτερικό, ακόμη και αν άρονταν όλες οι κυρώσεις. Εκείνη την εποχή, το Ιράν είχε συμφωνήσει σε μια ιστορική συμφωνία με τις ΗΠΑ και άλλα έθνη, η οποία όριζε το πυρηνικό του πρόγραμμα με αντάλλαγμα την άρση των κυρώσεων.

Ο Λιου είχε δηλώσει στο Κογκρέσο ότι στην πραγματικότητα, το Ιράν θα μπορούσε να έχει πρόσβαση μόνο περίπου στα μισά από τα παγωμένα περιουσιακά του στοιχεία, στην καλύτερη περίπτωση, επειδή τα υπόλοιπα είχαν ήδη δεσμευτεί για επενδύσεις που είχαν υποσχεθεί προηγουμένως ή για αποπληρωμή δανείων.

Επί του παρόντος, η βασική απαίτηση της Τεχεράνης στις συνομιλίες για την κατάπαυση του πυρός είναι η αποδέσμευση τουλάχιστον 6 δισεκατομμυρίων δολαρίων από τα παγωμένα περιουσιακά της στοιχεία, ως μέτρο οικοδόμησης εμπιστοσύνης.

Τι είναι τα δεσμευμένα περιουσιακά στοιχεία;

Όταν τα κεφάλαια, η περιουσία ή οι τίτλοι ενός προσώπου, εταιρείας ή κεντρικής τράπεζας χώρας κατακρατούνται προσωρινά από αρχές άλλου έθνους ή από έναν παγκόσμιο οργανισμό, αυτό συνιστά δέσμευση περιουσιακών στοιχείων.

Αυτό περιορίζει την ικανότητα των ιδιοκτητών να πωλήσουν αυτά τα περιουσιακά στοιχεία λόγω κυρώσεων, δικαστικών αποφάσεων ή άλλων κανονιστικών λόγων.

Τα περιουσιακά στοιχεία θα μπορούσαν να δεσμευτούν από δικαστήριο, από άλλη χώρα ή διεθνή οργανισμό ή τραπεζικό ίδρυμα. Επισήμως, οι χώρες δηλώνουν ότι δεσμεύουν τα περιουσιακά στοιχεία ενός άλλου έθνους ή εταιρείας με κατηγορίες για εγκληματικές δραστηριότητες, ξέπλυμα χρήματος ή παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου.

Ωστόσο, οι επικριτές της πρακτικής επισημαίνουν την επιλεκτική χρήση της για να στοχεύσει αντιπάλους της Δύσης — για παράδειγμα, το Ισραήλ έχει αντιμετωπίσει επανειλημμένες κατηγορίες για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, διεξαγωγή παράνομων πολέμων και διάπραξη απαρτχάιντ. Ωστόσο, τα περιουσιακά του στοιχεία στο εξωτερικό δεν έχουν δεσμευτεί από καμία χώρα.

Αντιθέτως, το Ιράν, η Ρωσία, η Βόρεια Κορέα, η Λιβύη, η Βενεζουέλα και η Κούβα είναι μερικές από τις χώρες των οποίων τα περιουσιακά στοιχεία έχουν παγώσει από ξένες κυβερνήσεις. Το κοινό νήμα που τις συνδέει όλες: αντιτίθενται — ή έχουν αντιταχθεί — στην κυριαρχία των ΗΠΑ στη διεθνή τάξη.

Γιατί το Ιράν έχει παγωμένα περιουσιακά στοιχεία;

Σύμφωνα με τα αρχεία της κυβέρνησης των ΗΠΑ, η πρώτη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων πραγματοποιήθηκε τον Νοέμβριο του 1979, όταν ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζίμι Κάρτερ, δήλωσε ότι το Ιράν «αποτελεί μια ασυνήθιστη και εξαιρετική απειλή για την εθνική ασφάλεια, την εξωτερική πολιτική και την οικονομία των Ηνωμένων Πολιτειών».

Εκείνη την εποχή, Ιρανοί φοιτητές κρατούσαν ομήρους 66 Αμερικανούς πολίτες στην αμερικανική πρεσβεία στην Τεχεράνη.

Ο τότε υπουργός Οικονομικών, Γουίλιαμ Μίλερ, δήλωσε στους δημοσιογράφους ότι τα ρευστά περιουσιακά στοιχεία του Ιράν τότε ανέρχονταν σε λιγότερο από 6 δισεκατομμύρια δολάρια, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων ήταν 1,3 δισεκατομμύρια δολάρια σε ομόλογα του Δημοσίου που κατείχε η Ομοσπονδιακή Τράπεζα της Νέας Υόρκης. Το 1981, οι Συμφωνίες του Αλγερίου, που μεσολάβησαν με την Αλγερία μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν, είχαν ως αποτέλεσμα οι ΗΠΑ να ξεπαγώσουν ένα σημαντικό μέρος αυτών των περιουσιακών στοιχείων με αντάλλαγμα την απελευθέρωση από το Ιράν των 52 Αμερικανών αιχμαλώτων που εξακολουθούσαν να κρατούνται εκείνη τη στιγμή στην Τεχεράνη.

Τα επόμενα χρόνια, ωστόσο, οι σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν συνέχισαν να επιδεινώνονται, με την Ουάσινγκτον να ανησυχεί για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης.

Το Ιράν ανέκαθεν υποστήριζε ότι το πρόγραμμα εμπλουτισμού ουρανίου του προορίζεται μόνο για μη στρατιωτικούς ενεργειακούς σκοπούς, παρά το γεγονός ότι έχει εμπλουτίσει ουράνιο πολύ πέρα ​​από το απαιτούμενο όριο για αυτό.

Το Ισραήλ και οι ΗΠΑ έχουν επανειλημμένα κατηγορήσει το Ιράν ότι εμπλουτίζει ουράνιο για την ανάπτυξη πυρηνικών όπλων. Οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους, ιδίως η Ευρώπη, έχουν επιβάλει πολλαπλούς γύρους κυρώσεων στη χώρα, παρόλο που το Ισραήλ - η μόνη χώρα της Μέσης Ανατολής που πιστεύεται ευρέως ότι κατέχει ήδη πυρηνικά όπλα που έχουν κατασκευαστεί μέσω ενός παράνομου προγράμματος - δεν έχει αντιμετωπίσει τέτοιο έλεγχο.

Το 2015, το Ιράν σύναψε συμφωνία με τις παγκόσμιες δυνάμεις, την οποία διαπραγματεύτηκαν οι ΗΠΑ υπό τον Πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα, με την ονομασία Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης (JCPOA). Σύμφωνα με τη συμφωνία, η Τεχεράνη συμφώνησε να μειώσει το πυρηνικό της πρόγραμμα και, ως εκ τούτου, ανέκτησε την πρόσβαση στα περισσότερα από τα περιουσιακά της στοιχεία στο εξωτερικό εκείνη την εποχή.

Αλλά το 2018, κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας του ως προέδρου, ο Ντόναλντ Τραμπ απέσυρε μονομερώς τις ΗΠΑ από τη συμφωνία, χαρακτηρίζοντάς την «μονόπλευρη» και επιβάλλοντας εκ νέου κυρώσεις στο Ιράν, παγώνοντας για άλλη μια φορά τα ξένα περιουσιακά του στοιχεία.

Το 2023, οι ΗΠΑ και το Ιράν συμφώνησαν σε μια συμφωνία ανταλλαγής κρατουμένων, βάσει της οποίας η Τεχεράνη απελευθέρωσε πέντε Αμερικανο-ιρανούς πολίτες με αντάλλαγμα την απελευθέρωση αρκετών Ιρανών που φυλακίζονταν στη χώρα από τις ΗΠΑ και την παροχή πρόσβασης στο Ιράν σε δισεκατομμύρια δολάρια σε παγωμένα κεφάλαια. Τα εν λόγω κεφάλαια αφορούσαν 6 δισεκατομμύρια δολάρια σε έσοδα από το πετρέλαιο που είχαν παγώσει στη Νότια Κορέα λόγω των κυρώσεων των ΗΠΑ.

Σύμφωνα με το σχέδιο, τα χρήματα μεταφέρθηκαν στο Κατάρ για να τα επιβλέπει. Αλλά την επόμενη χρονιά, ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Τζο Μπάιντεν επέβαλε νέες κυρώσεις στο Ιράν σε απάντηση στην επίθεση με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη στο Ισραήλ, με αποτέλεσμα το Ιράν να χάσει για άλλη μια φορά την πρόσβαση σε αυτά τα περιουσιακά στοιχεία στη Ντόχα.

Εκτός από τις ΗΠΑ, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επίσης παγώσει εν μέρει τα περιουσιακά στοιχεία της κεντρικής τράπεζας του Ιράν με το σκεπτικό ότι το Ιράν φέρεται να διαπράττει παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και με κατηγορίες για μη συμμόρφωση που σχετίζεται με τα πυρηνικά, τρομοκρατία και το πρόγραμμα μη επανδρωμένων αεροσκαφών που υποστηρίζει τον πόλεμο της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας.

Ποιες χώρες κατέχουν τα παγωμένα περιουσιακά στοιχεία του Ιράν;

Τα παγωμένα περιουσιακά στοιχεία του Ιράν κατέχονται από πολλές χώρες.

Το ακριβές ποσό που κατέχει κάθε χώρα αυτή τη στιγμή δεν είναι σαφές, αλλά τα ιρανικά μέσα ενημέρωσης έχουν αναφέρει προηγουμένως ότι η Ιαπωνία, ένας άλλος σημαντικός πελάτης πετρελαίου του Ιράν, κατέχει περίπου 1,5 δισ. δολάρια, το Ιράκ περίπου 6 δισ. δολάρια, η Κίνα τουλάχιστον 20 δισ. δολάρια και η Ινδία 7 δισ. δολάρια.

Οι ΗΠΑ κατέχουν επίσης περίπου 2 δισεκατομμύρια δολάρια σε άμεσα παγωμένα ιρανικά περιουσιακά στοιχεία, ενώ χώρες της ΕΕ όπως το Λουξεμβούργο κατέχουν περίπου 1,6 δισεκατομμύρια δολάρια.

Το Κατάρ κατέχει περίπου 6 δισεκατομμύρια δολάρια — το ποσό που μεταφέρθηκε από τη Νότια Κορέα για να πληρώσει το Ιράν, αλλά στη συνέχεια μπλοκαρίστηκε από τις ΗΠΑ.

Γιατί είναι σημαντικό για το Ιράν το ξεπάγωμα των περιουσιακών στοιχείων;

Η οικονομία του Ιράν βρίσκεται σε κρίση, με δεκαετίες κυρώσεων να περιορίζουν τις εξαγωγές πετρελαίου και να καθυστερούν την ικανότητά του να προσελκύει επενδύσεις και να εκσυγχρονίζει τη βιομηχανία και την τεχνολογία του.

Η απότομη αύξηση του πληθωρισμού και η πτώση της αξίας του νομίσματος, του ριάλ, οδήγησαν σε μαζικές διαμαρτυρίες τον Δεκέμβριο και τον Ιανουάριο, οι οποίες στη συνέχεια εξελίχθηκαν σε μια μεγαλύτερη εκστρατεία αμφισβήτησης του κυβερνώντος κατεστημένου. Χιλιάδες σκοτώθηκαν εν μέσω καταστολής από τις δυνάμεις ασφαλείας. Ιρανοί αξιωματούχοι ισχυρίζονται ότι «τρομοκράτες» που χρηματοδοτήθηκαν και εξοπλίστηκαν από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ ήταν υπεύθυνοι για τις δολοφονίες. Ο Τραμπ επιβεβαίωσε πρόσφατα ότι οι ΗΠΑ είχαν εξοπλίσει ορισμένους διαδηλωτές.

Σε αυτό το πλαίσιο, τα παγωμένα περιουσιακά στοιχεία είναι δεσμευμένα μετρητά που το Ιράν θα μπορούσε εύκολα να χρησιμοποιήσει: 100 δισεκατομμύρια δολάρια αντιπροσωπεύουν σχεδόν το ένα τέταρτο του ΑΕΠ της χώρας.

Η Ροξάν Φαρμανφαρμαιάν, ακαδημαϊκή διευθύντρια και λέκτορας διεθνούς πολιτικής με εξειδίκευση στο Ιράν στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, δήλωσε στο Al Jazeera ότι η αποδέσμευση των περιουσιακών στοιχείων του Ιράν θα ήταν σημαντική για τη χώρα.

«Αυτό θα σήμαινε ότι θα μπορούσε να επαναπατρίσει τα κεφάλαιά της που κέρδισε σε σκληρό νόμισμα από τις πωλήσεις πετρελαίου, για παράδειγμα, πίσω στην οικονομία της. Θα της έδινε επίσης τον έλεγχο των συναλλαγματικών διακυμάνσεων και, ως εκ τούτου, θα αποφευγόταν η ευπάθεια στις συναλλαγματικές διακυμάνσεις που, για παράδειγμα, πυροδότησαν τις διαμαρτυρίες του Δεκεμβρίου 2025», είπε.

Σημείωσε ότι σημαντικές βιομηχανίες, συμπεριλαμβανομένων των πετρελαιοπηγών, των συστημάτων ύδρευσης και των δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας, αντιμετωπίζουν παρακμή των υποδομών τους και θα επωφεληθούν όλες από τις αναβαθμίσεις εάν η χώρα αποκτήσει ελεύθερη πρόσβαση στα περιουσιακά της στοιχεία. Με τα περιουσιακά στοιχεία, το Ιράν θα μπορούσε να πληρώσει ξένες εταιρείες και τις δικές του βιομηχανίες για να αρχίσουν να βελτιώνονται, είπε.

«Προφανώς, [το Ιράν] θα πρέπει επίσης να ανοικοδομηθεί μετά τον πόλεμο, και τα απελευθερωμένα περιουσιακά στοιχεία θα καθιστούσαν αμέσως αυτή τη διαδικασία ταχύτερη και πιο αποτελεσματική», είπε.

«Η πρόσβαση στα παγωμένα κεφάλαιά της θα δώσει επίσης ώθηση στην οικονομική ανάπτυξη που χρειάζεται, βελτιώνοντας τη σχέση της κυβέρνησης με το κοινό και ξεκινώντας τη μακρά διαδικασία εξάλειψης της διαφθοράς που αποτελεί αναπόφευκτη συνοδεία των καθεστώτων κυρώσεων», πρόσθεσε.

Η απόφαση των ΗΠΑ σχετικά με το αν θα ξεπαγώσουν τα ιρανικά περιουσιακά στοιχεία θα χρησιμεύσει επίσης ως ένα κρίσιμο διπλωματικό μήνυμα, δήλωσε στο Al Jazeera ο Κρις Φέδερστοουν, πολιτικός επιστήμονας στο Πανεπιστήμιο της Υόρκης.

«Σε διεθνές επίπεδο, η αποδέσμευση των περιουσιακών στοιχείων θα μπορούσε να σηματοδοτήσει μείωση της πίεσης των ΗΠΑ στην ιρανική οικονομία», δήλωσε ο Featherstone. «Αυτό θα μπορούσε να επιτρέψει την αυξημένη εμπλοκή άλλων διεθνών παραγόντων και περιφερειακών γειτόνων, αναπτύσσοντας το εμπόριο και την ολοκλήρωση.

«Ωστόσο, με την απρόβλεπτη προσέγγιση της κυβέρνησης Τραμπ στη διεθνή πολιτική και τον πόλεμο με το Ιράν, αυτό θα μπορούσε επίσης να ερμηνευτεί ως περαιτέρω απόδειξη του πόσο δύσκολο είναι για τους συμμάχους και τους εχθρούς των ΗΠΑ να προβλέψουν την επόμενη κίνηση της κυβέρνησης Τραμπ».
αναδημοσίευση από: aljazeera.com 

Ανάλυση / Οι δασμοί είναι μάταιη επιλογή ως λύση για τις διαρθρωτικές αιτίες του εμπορικού ελλείμματος των ΗΠΑ

Η συχνή επιβολή δασμών από τις ΗΠΑ θα προκαλέσει αναπόφευκτα έναν νέο γύρο τριβών με τους εμπορικούς τους εταίρους, γεγονός που θα περιορίσει περαιτέρω τον χώρο της αγοράς για τους Αμερικανούς εξαγωγείς..

    Το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ είναι το αποτέλεσμα δεκαετιών παγκοσμιοποιημένης παραγωγής, της δομής της αμερικανικής οικονομίας και των καταναλωτικών προτύπων. Εάν η Ουάσιγκτον συνεχίσει να επιδίδεται σε μονομερή προστατευτικά μέτρα, αυτό μόνο θα βλάψει περαιτέρω την οικονομική αποτελεσματικότητα και τελικά θα αποκλίνει από τις αρχικές πολιτικές προθέσεις, υπονομεύοντας τη μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα των ΗΠΑ στην παγκόσμια οικονομία.


Ενώ οι αλληλοεπιδράσεις των σαρωτικών δασμών που επέβαλαν οι ΗΠΑ στο παγκόσμιο εμπόριο συνεχίζουν να αντηχούν, φαίνεται ότι η Ουάσινγκτον είναι ήδη έτοιμη να εφαρμόσει έναν νέο γύρο δασμολογικών μέτρων, περιπλέκοντας περαιτέρω το τοπίο του διεθνούς εμπορίου.
Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε την Πέμπτη νέους σαρωτικούς δασμούς εισαγωγής, συμπεριλαμβανομένων δασμών 100% σε πατενταρισμένα φάρμακα και δασμών 25% σε βαρέα φορτηγά, δασμού 50% σε εισαγόμενα ντουλάπια κουζίνας και νιπτήρες μπάνιου, καθώς και δασμού 30% σε ταπετσαρισμένα έπιπλα, οι οποίοι θα τεθούν σε ισχύ την Τετάρτη, ανέφερε το Reuters.

Η εξέλιξη ήρθε μόλις μία ημέρα αφότου το Υπουργείο Εμπορίου των ΗΠΑ ανακοίνωσε ότι είχε ξεκινήσει νέες έρευνες του Άρθρου 232 σχετικά με την εισαγωγή ατομικού προστατευτικού εξοπλισμού, ιατρικών ειδών, ρομποτικής και βιομηχανικών μηχανημάτων, κάτι που, σύμφωνα με δημοσίευμα του Bloomberg, διευρύνει περαιτέρω το πεδίο των βιομηχανιών που ενδεχομένως αντιμετωπίζουν δασμούς.

Η εισαγωγή ενός νέου γύρου δασμών και ερευνών όχι μόνο αυξάνει περαιτέρω την αβεβαιότητα στο παγκόσμιο εμπορικό περιβάλλον, αλλά αντανακλά και την προθυμία της Ουάσινγκτον να αντιστρέψει την οικονομική της κατάσταση μέσω του προστατευτισμού.

Οι τρεις τομείς στους οποίους στοχεύει - βαρέα φορτηγά, φαρμακευτικά προϊόντα και έπιπλα - έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: Είναι τομείς στους οποίους οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν σημαντικά εμπορικά ελλείμματα. Ενώ η κίνηση φαίνεται να στοχεύει στην αντιμετώπιση αυτών των εμπορικών ανισορροπιών και στην αναζωογόνηση της εγχώριας μεταποίησης, μια πιο προσεκτική εξέταση της πρόσφατης αλλαγής στα εμπορικά ελλείμματα των ΗΠΑ αποκαλύπτει ότι τέτοιοι δασμοί είναι απίθανο να επιτύχουν τους επιδιωκόμενους στόχους τους και, αντίθετα, ενδέχεται να προκαλέσουν μεγαλύτερη ζημιά στην οικονομία των ΗΠΑ.

Είναι αλήθεια ότι το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ παρουσίασε έντονες διακυμάνσεις φέτος. Συγκεκριμένα, το εμπορικό έλλειμμα μειώθηκε κατά 16,8% (σε μηνιαία βάση) στα 85,5 δισεκατομμύρια δολάρια τον Αύγουστο, γεγονός που φαίνεται να δείχνει ότι οι δασμολογικές πολιτικές λειτουργούν. Αλλά μια προσεκτική ανάλυση των βαθύτερων αιτιών της μείωσης του ελλείμματος αποκαλύπτει ότι αυτή η αλλαγή οφείλεται περισσότερο στην παθητική συρρίκνωση των εισαγωγών, παρά σε μια ουσιαστική ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των εξαγωγών των ΗΠΑ, πόσο μάλλον σε ένα σημάδι διαρκούς βελτίωσης των οικονομικών βασικών μεγεθών. 

Η πραγματική βελτίωση του εμπορικού ελλείμματος θα πρέπει να βασιστεί στην αύξηση των εξαγωγών και στην οικονομική ζωτικότητα. Μόνο όταν ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών, μπορεί αυτή να αντικατοπτρίζει πραγματικά την αναγνώριση των αμερικανικών προϊόντων στην παγκόσμια αγορά, οδηγώντας έτσι στην επέκταση των σχετικών εγχώριων βιομηχανιών και θέτοντας μια σταθερή οικονομική βάση για ισορροπημένο εμπόριο. Ωστόσο, η τρέχουσα προσέγγιση των ΗΠΑ βασίζεται στον περιορισμό των εισαγωγών μέσω αυξημένων δασμών και όχι στην αντικατάστασή τους με ανταγωνιστικές εγχώριες εναλλακτικές λύσεις. Αυτή η προσέγγιση της «μείωσης του ελλείμματος θυσιάζοντας τις εισαγωγές» δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τις βαθύτερες αιτίες των εμπορικών ανισορροπιών και κινδυνεύει να βυθίσει την οικονομία των ΗΠΑ σε μια νέα δύσκολη κατάσταση λόγω διαταραχών στην αλυσίδα εφοδιασμού.

Η ενίσχυση της εξαγωγικής ικανότητας δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο με πολιτικές. Εξαρτάται από πολλαπλούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένης της ισχύος του δολαρίου ΗΠΑ και της συνολικής ανταγωνιστικότητας του μεταποιητικού τομέα. Ένα ισχυρό δολάριο, για παράδειγμα, θα καθιστούσε τα αμερικανικά προϊόντα πιο ακριβά στις διεθνείς αγορές, υπονομεύοντας την αύξηση των εξαγωγών, ακόμη και αν οι εγχώριοι παραγωγοί επιδιώξουν να επεκταθούν στο εξωτερικό. Επιπλέον, η αναβίωση της αμερικανικής μεταποίησης αντιμετωπίζει διαρθρωτικά εμπόδια όπως τα τεχνολογικά κενά, οι ελλείψεις εργατικού δυναμικού και οι κατακερματισμένες αλυσίδες εφοδιασμού. Κανένα από αυτά τα προβλήματα δεν μπορεί να λυθεί από τη μια μέρα στην άλλη μέσω δασμολογικών φραγμών. Χωρίς την αντιμετώπιση αυτών των θεμελιωδών προκλήσεων, ο απλός περιορισμός των εισαγωγών για την τόνωση της βιομηχανικής ανάπτυξης δεν θα δημιουργήσει έναν ενάρετο κύκλο μειωμένων εισαγωγών και αυξημένων εξαγωγών. Αντίθετα, μπορεί να διαταράξει την συμπληρωματική ισορροπία της αμερικανικής οικονομίας και να μειώσει τη συνολική αποτελεσματικότητα.

Η αναζωογόνηση της μεταποίησης εξαρτάται από ένα υποστηρικτικό βιομηχανικό οικοσύστημα, τη βιώσιμη καινοτομία, τη σταθερή ζήτηση και την ορθή πολιτική καθοδήγηση, όχι από τη βραχυπρόθεσμη εμπορική προστασία. Οι δασμοί μπορεί να περιορίσουν προσωρινά τον ξένο ανταγωνισμό, αλλά δεν μπορούν να δημιουργήσουν την πραγματική κινητήρια δύναμη που απαιτείται για τη βιομηχανική πρόοδο.

Η συχνή επιβολή δασμών από τις ΗΠΑ θα προκαλέσει αναπόφευκτα έναν νέο γύρο τριβών με τους εμπορικούς τους εταίρους, γεγονός που θα περιορίσει περαιτέρω τον χώρο της αγοράς για τους Αμερικανούς εξαγωγείς.

Το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ είναι το αποτέλεσμα δεκαετιών παγκοσμιοποιημένης παραγωγής, της δομής της αμερικανικής οικονομίας και των καταναλωτικών προτύπων. Εάν η Ουάσιγκτον συνεχίσει να επιδίδεται σε μονομερή προστατευτικά μέτρα, αυτό μόνο θα βλάψει περαιτέρω την οικονομική αποτελεσματικότητα και τελικά θα αποκλίνει από τις αρχικές πολιτικές προθέσεις, υπονομεύοντας τη μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα των ΗΠΑ στην παγκόσμια οικονομία.

Απόρρητα έγγραφα των ΗΠΑ σχετικά με τα ισραηλινά σχέδια χτυπήματος διέρρευσαν στο Ιράν

     Το Σαββατοκύριακο, άκρως απόρρητα έγγραφα του αμερικανικού Πενταγώνου δημοσιεύθηκαν από το Middle East Spectator, ένα μέσο ενημέρωσης γνωστό για την ευθυγράμμισή του με τη μηχανή προπαγάνδας της Τεχεράνης....


Μια μεγάλη παραβίαση των μυστικών υπηρεσιών των ΗΠΑ αποκάλυψε απόρρητες πληροφορίες που περιγράφουν λεπτομερώς τα σχέδια του Ισραήλ για στρατιωτικό χτύπημα στο Ιράν, προκαλώντας συναγερμό τόσο στην Ουάσιγκτον όσο και στο Τελ Αβίβ. 

Τα έγγραφα, που διέρρευσαν στο φιλοϊρανικό μέσο ενημέρωσης, έχουν εγείρει σοβαρές ανησυχίες για την ικανότητα της κυβέρνησης Μπάιντεν-Χάρις να προστατεύει ευαίσθητες πληροφορίες, με επιπτώσεις στις σχέσεις ΗΠΑ-Ισραήλ και στο ευρύτερο γεωπολιτικό τοπίο της Μέσης Ανατολής.

Το Σαββατοκύριακο, άκρως απόρρητα έγγραφα του αμερικανικού Πενταγώνου δημοσιεύθηκαν από το Middle East Spectator, ένα μέσο ενημέρωσης γνωστό για την ευθυγράμμισή του με τη μηχανή προπαγάνδας της Τεχεράνης. Τα έγγραφα, που φέρεται να δημιουργήθηκαν από την Εθνική Υπηρεσία Γεωχωρικών Πληροφοριών (NGA) και την Υπηρεσία Εθνικής Ασφάλειας (NSA), περιγράφουν λεπτομερώς τις προετοιμασίες του Ισραήλ για μια μεγάλης κλίμακας αντεπίθεση στο Ιράν. Αν και τα έγγραφα δεν καθόριζαν τους στόχους εντός του Ιράν, παρείχαν εξαιρετικά διαβαθμισμένες πληροφορίες σχετικά με τους τύπους αεροσκαφών, τα πυρομαχικά και τις στρατηγικές που θα χρησιμοποιούσε το Ισραήλ σε μια τέτοια επίθεση.

Αυτό που κάνει αυτή τη διαρροή ακόμη πιο ανησυχητική είναι το γεγονός ότι τα έγγραφα φαίνεται να προέρχονται από συστήματα πληροφοριών των ΗΠΑ. Αυτά τα αρχεία, σύμφωνα με πολλές πηγές, δεν ήταν προσβάσιμα μόνο στη συμμαχία πληροφοριών "Five Eyes" - μια ομάδα που περιλαμβάνει τις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Αυστραλία, τη Νέα Ζηλανδία και τον Καναδά - αλλά ήταν επίσης διαθέσιμα σε "χιλιάδες και χιλιάδες" Αμερικανοί αξιωματούχοι. Αυτή η ευρεία προσβασιμότητα εντός της κυβέρνησης των ΗΠΑ εγείρει σημαντικές ανησυχίες σχετικά με τα εσωτερικά πρωτόκολλα ασφαλείας και τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να προκύψει διαρροή αυτού του μεγέθους.

Η παραβίαση έχει ήδη προκαλέσει ανησυχία στο Ισραήλ, το οποίο εδώ και καιρό θεωρούσε τις ΗΠΑ τον στενότερο σύμμαχό τους στη Μέση Ανατολή. Ο Μάικλ Ρούμπιν, πρώην σύμβουλος του Πενταγώνου, τόνισε ότι οι ευρύτερες συνέπειες αυτής της διαρροής ξεπερνούν κατά πολύ τις τακτικές ανησυχίες. Επισήμανε ότι η πιο επιζήμια πτυχή δεν είναι απαραίτητα η αποκάλυψη των ισραηλινών στρατιωτικών σχεδίων, αλλά η διάβρωση της εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο εθνών. «Δεν είναι το Ισραήλ που θα πληρώσει τελικά το τίμημα. είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες», σημείωσε ο Ρούμπιν, εξηγώντας ότι το Ισραήλ μπορεί να αρχίσει να αποκρύπτει κρίσιμες πληροφορίες από την Ουάσιγκτον, αναγκάζοντας έτσι τις ΗΠΑ να βασίζονται σε αναφορές μέσων ενημέρωσης ή άλλες έμμεσες πηγές για ενημερώσεις σχετικά με τις ισραηλινές ενέργειες.

Σε μια ασταθή περιοχή όπως η Μέση Ανατολή, όπου ο χρόνος και η μυστικότητα είναι πρωταρχικής σημασίας, αυτή η έλλειψη εμπιστοσύνης θα μπορούσε να έχει επικίνδυνες επιπτώσεις. «Τα λεπτά μπορούν να κάνουν τη διαφορά μεταξύ ζωής και θανάτου», τόνισε ο Ρούμπιν, προειδοποιώντας ότι οι ΗΠΑ μπορεί να λειτουργούν τυφλά σε μελλοντικές ισραηλινές στρατιωτικές εμπλοκές. Για το Ισραήλ, τέτοιες διαρροές δημιουργούν αμφιβολίες για το αν μπορεί να συνεχίσει να μοιράζεται ευαίσθητα επιχειρησιακά σχέδια με τους Αμερικανούς ομολόγους του χωρίς τον κίνδυνο έκθεσης.

Η κυβέρνηση Μπάιντεν-Χάρις έχει ήδη ξεκινήσει έρευνες για την παραβίαση, με αξιωματούχους να την περιγράφουν ως «θανατηφόρα σοβαρή παραβίαση» της εθνικής ασφάλειας. Το Γραφείο του Διευθυντή της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ODNI) ηγείται της έρευνας για τον εντοπισμό του διαρρήκτη και τον προσδιορισμό του τρόπου με τον οποίο αυτά τα έγγραφα, που χρονολογήθηκαν μόλις λίγες εβδομάδες νωρίτερα, κατέληξαν στα χέρια ενός φιλοϊρανικού μέσου.

Ωστόσο, έχουν εκφραστεί ανησυχίες για τα κίνητρα πίσω από τη διαρροή. Σύμφωνα με ανώνυμο ανώτερο αξιωματούχο της άμυνας των ΗΠΑ, υπάρχει μια συνεχής εκστρατεία για τη διαρροή απόρρητων πληροφοριών με σκοπό την υπονόμευση των σχέσεων ΗΠΑ-Ισραήλ. Αυτό το περιστατικό, προτείνουν, μπορεί να είναι μέρος αυτής της μεγαλύτερης προσπάθειας. Με το Ισραήλ να αντιμετωπίζει ήδη επικρίσεις για τον χειρισμό της σύγκρουσης με τη Χαμάς και τη Χεζμπολάχ, διαρροές όπως αυτές έχουν τη δυνατότητα να οξύνουν περαιτέρω τις σχέσεις μεταξύ των δύο συμμάχων.

Εν τω μεταξύ, Αμερικανοί νομοθέτες έχουν εκφράσει την οργή τους. Ο γερουσιαστής Roger Wicker (R., Miss.), το υψηλόβαθμο μέλος της Επιτροπής Ενόπλων Υπηρεσιών της Γερουσίας, ζήτησε την πλήρη δίωξη των υπευθύνων για τη διαρροή, αναφέροντας τον πιθανό κίνδυνο για τις ζωές Ισραηλινών και την ευρύτερη συνεργασία ΗΠΑ-Ισραήλ. «Όποιος διέπραξε αυτή την εξωφρενική πράξη θέτει σε κίνδυνο τον σύμμαχό μας και πρέπει να διωχθεί στο μέγιστο βαθμό του νόμου», είπε ο Wicker.

Αυτή η διαρροή έρχεται σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη στιγμή στις σχέσεις ΗΠΑ-Ισραήλ. Μόλις την περασμένη εβδομάδα, δημοσιοποιήθηκαν επίσης ιδιωτικές επικοινωνίες μεταξύ του υπουργού Εξωτερικών Antony Blinken και του υπουργού Άμυνας Lloyd Austin. Αυτά τα έγγραφα αποκάλυψαν προσπάθειες να πιέσει το Ισραήλ να αυξήσει την ανθρωπιστική βοήθεια προς τη Λωρίδα της Γάζας, μαζί με λεπτώς καλυμμένες απειλές για μείωση των πωλήσεων όπλων των ΗΠΑ, εάν το Ισραήλ δεν συμμορφωθεί. Αυτό πυροδότησε εικασίες ότι ορισμένες φατρίες εντός της κυβέρνησης Μπάιντεν-Χάρις ενδέχεται να χρησιμοποιούν διαρροές ως τρόπο να επηρεάσουν την ισραηλινή πολιτική, ιδιαίτερα καθώς οι ΗΠΑ πιέζουν για μια πιο διπλωματική προσέγγιση στο πυρηνικό ζήτημα του Ιράν.

Ρίχνοντας λάδι στη φωτιά, νωρίτερα μέσα στο έτος, ένα απόρρητο έγγραφο του Στέιτ Ντιπάρτμεντ υποστήριξε ότι το Ισραήλ παραβίαζε τους νόμους των ΗΠΑ σχετικά με την παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων. Αυτή η διαρροή, επίσης, προκάλεσε σάλο στους ισραηλινούς πολιτικούς κύκλους, με ορισμένους νομοθέτες να κατηγορούν την κυβέρνηση Μπάιντεν ότι χρησιμοποιεί διαρροές πληροφοριών για να πιέσει το Ισραήλ να ευθυγραμμιστεί με τις προτεραιότητες της εξωτερικής πολιτικής του.

Το σωρευτικό αποτέλεσμα αυτών των διαρροών οδήγησε πολλούς στο Ισραήλ να αναρωτηθούν εάν οι ΗΠΑ μπορούν ακόμα να θεωρηθούν αξιόπιστοι σύμμαχοι. Η κυβέρνηση Μπάιντεν-Χάρις, που βρίσκεται ήδη σε μια λεπτή ισορροπία μεταξύ της υποστήριξης του Ισραήλ και της διπλωματικής δέσμευσης με το Ιράν, αντιμετωπίζει τώρα μια πιθανή ρήξη με έναν από τους στενότερους στρατηγικούς εταίρους της. Αυτή η διαρροή, ειδικότερα, θα μπορούσε να εμβαθύνει τις διαιρέσεις, ειδικά καθώς το Ισραήλ ενισχύει τη στρατιωτική του στάση ως απάντηση στις αυξανόμενες απειλές τόσο από το Ιράν όσο και από τους περιφερειακούς πληρεξούσιους του.

Με αρκετούς ανώτερους αξιωματούχους της κυβέρνησης Μπάιντεν-Χάρις γνωστούς για την υπεράσπιση της αυξημένης διπλωματίας με το Ιράν, συμπεριλαμβανομένης της αξιωματούχου του Πενταγώνου Ariane Tabatabai, η οποία είχε προηγουμένως αναγνωριστεί ως μέρος ενός φιλοϊρανικού δικτύου επιρροής, αναδύονται ερωτήματα σχετικά με τη στάση της κυβέρνησης για τα συμφέροντα ασφαλείας του Ισραήλ. Οι Ισραηλινοί αξιωματούχοι είναι πιθανό να είναι ακόμη πιο επιφυλακτικοί όσον αφορά την ανταλλαγή ευαίσθητων πληροφοριών, ιδιαίτερα εάν πρόκειται για ενέργειες που θα μπορούσαν να έρθουν σε σύγκρουση με τους διπλωματικούς στόχους της κυβέρνησης.

Η διαρροή απόρρητων εγγράφων των ΗΠΑ που περιγράφουν λεπτομερώς τα ισραηλινά στρατιωτικά σχέδια είναι κάτι περισσότερο από μια απλή παραβίαση της ασφάλειας - είναι μια παραβίαση εμπιστοσύνης. Ενώ η κυβέρνηση Μπάιντεν-Χάρις προσπαθεί να διερευνήσει την πηγή της διαρροής, η ζημιά στις σχέσεις ΗΠΑ-Ισραήλ μπορεί ήδη να έχει γίνει. Για το Ισραήλ, το μάθημα είναι σαφές: όταν πρόκειται για τις πιο ευαίσθητες στρατιωτικές του επιχειρήσεις, μπορεί να μην είναι πλέον σε θέση να εμπιστευτεί πλήρως την Ουάσιγκτον. Καθώς η Μέση Ανατολή αντιμετωπίζει αυξανόμενη αστάθεια, αυτό το αυξανόμενο χάσμα μεταξύ δύο κρίσιμων συμμάχων θα μπορούσε να έχει εκτεταμένες συνέπειες, τόσο για την περιοχή όσο και για τα στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ.