Επικαιροτητα

6/recent/ticker-posts

Header Ads Widget

Eλλάδα 2.0: Τα πάντα είναι business


Πριν από µερικές µέρες ανακοινώθηκε επισήµως το πλάνο της κυβέρνησης για τον εκσυγχρονισµό του ελληνικού κράτους, µε κωδική ονοµασία, Ελλάδα 2.0, που φιλοδοξεί να µετασχηµατίσει την ελληνική κοινωνία σε µια ασταµάτητη παραγωγική δύναµη.

γράφει ο Κώστας Σαββόπουλος*

Πριν από µερικές µέρες ανακοινώθηκε επισήµως το πλάνο της κυβέρνησης για τον εκσυγχρονισµό του ελληνικού κράτους, µε κωδική ονοµασία, Ελλάδα 2.0, που φιλοδοξεί να µετασχηµατίσει την ελληνική κοινωνία σε µια ασταµάτητη παραγωγική δύναµη.

Μέσα στις 2000 σελίδες της αναβαθµισµένης εκδοχής του σχεδίου Πισσαρίδη, περιγράφεται εν πολλοίς ο εκσυγχρονισµός της Ελλάδας και η µετατροπή της από µια οπισθοδροµική χώρα των Βαλκανίων, σε ένα sucess story, µια χώρα που επιτυχώς έκανε την µετάβαση από µια προ- νεωτερική κατάσταση στην νέα εποχή, την εποχή της 4ης Βιοµηχανικής Επανάστασης.

Αυτή η επιµονή, να συναντήσει η Ελλάδα επιτέλους τα “αδέρφια” της στην πολιτισµένη Δύση, φαίνεται πως βρίσκεται επίσης στο επίκεντρο της κυβερνητικής πολιτικής από το καλοκαίρι του 2019 και έπειτα.
Το νοµοσχέδιο για την εκπαίδευση, για παράδειγµα, πέρα από τα προφανή για την πανεπιστηµιακή αστυνοµία, το άσυλο, τα ενιαία ψηφοδέλτια και όλα τα υπόλοιπα, έχει και µια αρκετά ξεκάθαρη τοποθέτηση για την θέση του Πανεπιστήµιου σε σχέση µε την έρευνα που παράγει, τις εργασιακές σχέσεις µέσα σε αυτό και την συνολική σχέση της παιδείας και της εκπαίδευσης µε το κεφάλαιο, όχι γενικά και αφηρηµένα αλλά µε τα πιο ανταγωνιστικά κοµµάτια του. Η ίδια πολιτική έχει παρατηρηθεί και σε άλλους τοµείς της ελληνικής οικονοµίας, όπως για παράδειγµα στην περίπτωση της ΔΕΗ, όπου το βάρος δόθηκε στις προσλήψεις διευθυντών, golden boys στην ουσία, µε υπέρογκους µισθούς που θα οδηγούσαν την εταιρεία στον εκσυγχρονισµό.

Οµοίως και στις πρόσφατες αλλαγές στον ΚΕΘΕΑ. Ένα από τα επίµαχα σηµεία είναι η διόγκωση των κεντρικών και διοικητικών του υπηρεσιών, η διόγκωση µε άλλα λόγια του τοµέα του management, της διαχείρισης.

Φαντάζοµαι, πως µια αντίστοιχη τακτική ακολουθείται και σε άλλες αναµορφώσεις φορέων ή κοινωνικών τοµέων, ούτως ή άλλως τα 2 παραδείγµατα ήταν ενδεικτικά µιας ευρύτερης πολιτικής.

Από την δεκαετία του ‘80 και ύστερα, όπου και κυριάρχησε ο νεοφιλελευθερισµός στη Δύση ( και τον πλανήτη ίσως), κυριάρχησε και µαζί του, το δόγµα της οντολογίας της Αγοράς. Οι Η.Π.Α. µε το µοντέλο του Ρέηγκαν αλλά και η Αγγλία µε το µοντέλο της Θάτσερ είναι ίσως τα πιο γνωστά ιστορικά παραδείγµατα, του ολικού µετασχηµατισµού της κοινωνίας, από το κράτος σχετικής πρόνοιας, στο κράτος εταιρεία.

Τι σηµαίνει όµως “οντολογία της Αγοράς”; Σηµαίνει πως µε βάση το δόγµα του νεοφιλελευθερισµού, τα πάντα µέσα στην κοινωνία πρέπει να λειτουργούν σαν να ήταν επιχειρήσεις. Πανεπιστήµια, νοσοκοµεία, σχολεία, δοµές πρόνοιας, δηµόσιες υπηρεσίες.

Ό,τι µπορεί να γίνει πιο ανταγωνιστικό, πιο κερδοφόρο και κυρίως πιο αποτελεσµατικό, γίνεται είτε συναινετικά, είτε δια της βίας. Αν για παράδειγµα, σε έναν οργανισµό ή σε έναν θεσµό, κάποιοι, όπως ένα διοικητικό συµβούλιο διαφωνούν µε τον ανταγωνιστικό µετασχηµατισµό, τότε τόσο το χειρότερο για αυτούς. Γιατί είναι αναλώσιµοι και πάντα υπάρχουν κάποιοι πιο πρόθυµοι να κάνουν αυτή τη δουλειά. Αυτό είναι και το κυρίαρχο µάντρα του νεοφιλελευθερισµού, µετά το εξίσου πετυχηµένο “ δεν υπάρχει κοινωνία, υπάρχουν µόνο άτοµα”

Φυσικά, αν τα πάντα είναι µια επιχείρηση, τότε ταυτόχρονα, οτιδήποτε παράγεται δεν αποτελεί αγαθό αλλά προϊόν. Αυτό προφανώς δεν είναι κάτι νέο, οι επιχειρήσεις ακριβώς έτσι λειτουργούν, όµως στην περίπτωση, θεσµών και δοµών που µέχρι πρότινος δεν ήταν επιχειρήσεις, η µετάβαση είναι αρκετά περίεργη. Γιατί ακριβώς, πριν την µετάβαση, δεν µιλούσαµε για προϊόντα και για εµπόρευµα αλλά για αγαθά.

Κάτι δηλαδή που ήταν, σχετικά κατοχυρωµένο και καθολικό, δηλαδή ίσχυε για όλους, τώρα αποκτά ένα κριτήριο, που το κάνει δυσπρόσιτο. Και αυτό το κριτήριο είναι τα λεφτά. Γιατί, τα αγαθά µπορεί να µην κοστίζουν, αλλά τα προϊόντα κοστίζουν πάντα. Η Υγεία, από αγαθό, γίνεται προνόµιο. Η µόρφωση το ίδιο. Η απεξάρτηση επίσης.

Και αυτή είναι µια αρκετά τροµακτική σκέψη, που όµως δεν σταµατάει εκεί. Η ιδέα αυτή, της οντολογίας της Αγοράς, δεν αποσκοπεί µόνο στην συσσώρευση κέρδους και “απλώς” στην κυριαρχία της αγοράς. Έχει µια ακόµα χρήση, περισσότερο ύπουλη και επικίνδυνη. Αφορά στην µονιµοποίηση µιας κατάστασης συνεχούς χρέους. Συσσωρεύεις συνεχώς ένα χρέος, γιατί δεν υπάρχει τίποτα πλέον που να είναι δωρεάν. Και το πραγµατικό παράλογο εν προκειµένω είναι πως ακόµα και η ίδια η συσσώρευση χρέους κοστίζει. Η περίθαλψη σε όλες τις βαθµίδες, η µόρφωση, τα σεµινάρια εκµάθησης σε διάφορους εργασιακούς τοµείς, όλα πλέον κοστίζουν σε µια κοινωνία που κυριαρχείται από την οντολογία της Αγοράς.

Αν τα πάντα κοστίζουν λοιπόν, τότε τα πάντα δηµιουργούν ένα Χρέος.

Και αυτό το Χρέος, σε συνοδεύει σε όλη σου τη ζωή. Είναι ένα χρέος που µεταφέρεται σχεδόν γονιδιακά, από τους γονείς στα νεογέννητα παιδιά. Υπάρχουν αναρίθµητες περιπτώσεις διογκωµένων φοιτητικών δανείων στα περισσότερα πανεπιστήµια της Δύσης, όπου το Χρέος συνοδεύει τους “πελάτες”, από την αρχή σχεδόν, µέχρι το τέλος της ζωής του.

Και κατ’επέκταση, αν το Χρέος το υιοθετήσεις από νωρίς στη ζωή σου και αν το έχουν υιοθετήσει και όλοι (σχεδόν) εκτός από σένα, τότε ούτε σου φαίνεται περίεργο ούτε και ιδιαίτερο. Σου φαίνεται κάτι φυσιολογικό και καθηµερινό, σχεδόν προέκταση της προσωπικότητας σου. Σαν την παλιά ιστορία µε το µικρό ελεφαντάκι που το δένουν από έναν πάσσαλο και συνηθίζει το σκοινί. Όταν µεγαλώσει, δεν προσπαθεί να σπάσει το σκοινί, παρόλο που θα του είναι ιδιαίτερα εύκολο, γιατί νοµίζει πως το σκοινί έχει µεγαλώσει µαζί του και θα το συγκρατήσει.

Η ιδέα της οντολογίας της Αγοράς, δεν µπόρεσε ποτέ να ευδοκιµήσει πλήρως στην Ελλάδα, για διάφορους λόγους που δεν είναι της παρούσης. Ωστόσο µετά από 12 χρόνια µνηµονίων και όσα έρχονται από εδώ και πέρα, φαίνεται πως το έδαφος είναι επαρκώς προετοιµασµένο ώστε η ιδέα του Χρέους και η ιδέα πως όλα πρέπει να κοστίζουν, επανέρχεται µε πιο βίαιους όρους αυτή τη φορά και µάλιστα, µε την πρόφαση της πανδηµίας και της διάσωσης της οικονοµίας που υπέφερε από το lockdown.

Ας κρατήσουµε κατά νου αυτή τη φορά, πως έχουµε µεγαλώσει αρκετά για το συµβολικό σκοινί µας και πως, όπως φάνηκε από τις πρόσφατες, πολλές κινητοποιήσεις, δεν αρκεί για να µας περιορίσει.

Προκειµένου να µην ζήσουµε το αδιανόητο, ίσως πρέπει να κατορθώσουµε το µέχρι πρότινος ακατόρθωτο.


*Ο Κώστας Σαββόπουλος, υποψήφιος Διδάκτορας Πολιτικών Επιστημών, ΑΠΘ
πηγή: TPP

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *