Ο άλλος πόλεμος της Σαουδικής Αραβίας στην Υεμένη - Η επί δεκαετίες επίθεση στην υεμενική οικονομία

Αν και μπορεί να φαίνεται πρόωρο να εξεταστεί το μεταπολεμικό μέλλον της Υεμένης, δεδομένων των συνεχιζόμενων εχθροπραξιών, είναι αναμφισβήτητα προς το συμφέρον της Σαουδικής Αραβίας όχι μόνο να σταματήσει την στρατιωτική της επέμβαση αλλά και να βοηθήσει στην πολιτική και οικονομική στήριξη της γείτονός της.

Asher Orkaby*

Ο πόλεμος στην Υεμένη είχε ως αποτέλεσμα 250.000 θανάτους και οικονομική ζημιά δισεκατομμυρίων δολαρίων, κάνοντας ορισμένους να τον χαρακτηρίσουν ως την χειρότερη ανθρωπογενή ανθρωπιστική κρίση στον κόσμο. Ένας φαύλος κύκλος αεροπορικών επιδρομών της Σαουδικής Αραβίας και στρατιωτικών επιθέσεων των Χούτι, σε συνδυασμό με τον, υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας, αποκλεισμό και την παρεμβολή των Χούτι στην παράδοση ανθρωπιστικής βοήθειας, έχει αφήσει περισσότερο από τον μισό πληθυσμό της Υεμένης να κινδυνεύει από την πείνα και τις ευρέως διαδεδομένες μεταδοτικές ασθένειες.

Η σύγκρουση μεταξύ ενός υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας συνασπισμού και των υποστηριζόμενων από το Ιράν ανταρτών Χούτι, η οποία ξεκίνησε το 2015, είναι μόνο το πιο πρόσφατο επεισόδιο σε μια μακρά ιστορία σαουδαραβικών προσπαθειών να ελέγξουν και να καθυποτάξουν την οικονομία και το πολιτικό καθεστώς της Υεμένης. Για περισσότερες από τρεις δεκαετίες, η Σαουδική Αραβία διεξάγει μια οικονομική εκστρατεία για να καταπνίξει τον νότιο γείτονά της σε μια προσπάθεια να τον αποτρέψει από το να αναδειχθεί σε περιφερειακό ανταγωνιστή. Πιο πρόσφατα, η Σαουδική Αραβία άρχισε να διακόπτει τις βίζες εργασίας δεκάδων χιλιάδων μεταναστών εργατών από την Υεμένη, αναγκάζοντάς τους να επιστρέψουν σε μια κατεστραμμένη από τον πόλεμο χώρα εν μέσω μιας συνεχιζόμενης ανθρωπιστικής κρίσης.

Η απόφαση της Σαουδικής Αραβίας να εκδιώξει τους Υεμενίτες εργάτες -αν και είναι ιδιαίτερα αποτρόπαιη δεδομένων των συνθηκών της εκτόπισής τους- είναι μέρος ενός μακροχρόνιου μοτίβου. Από την δημιουργία του σύγχρονου κράτους της Σαουδικής Αραβίας κατά την δεκαετία του 1930, διαδοχικοί μονάρχες φοβήθηκαν την απειλή που θα μπορούσε να αποτελέσει για την βασιλεία τους μια ενωμένη, ευημερούσα, και δημοκρατική Υεμένη, ειδικά μετά την ενοποίηση της Βόρειας και της Νότιας Υεμένης το 1990. Οι Σαουδάραβες έχουν βρει τρόπους να υποδαυλίσουν εσωτερικές διαιρέσεις και να αποδυναμώσουν την οικονομία της Υεμένης, ιδίως με την ανάκληση των αδειών εργασίας αλλοδαπών και την κατάργηση της εξωτερικής βοήθειας από την οποία εξαρτάται η χώρα. Η, με πρωτοβουλία της Σαουδικής Αραβίας, απόφαση να αποκλειστεί η Υεμένη από το πλούσιο σε πετρέλαιο Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου (Gulf Cooperation Council - GCC) -μια περιφερειακή πολιτική και οικονομική ένωση- έχει επίσης εντείνει την οικονομική κατάρρευση της Υεμένης, κάτι που προσθέτει στην πολιτική αναταραχή και την κρίση διακυβέρνησης η οποία έχει διχάσει την χώρα και έχει οδηγήσει στον εμφύλιο πόλεμο.

Αν και μπορεί να φαίνεται πρόωρο να εξεταστεί το μεταπολεμικό μέλλον της Υεμένης, δεδομένων των συνεχιζόμενων εχθροπραξιών, είναι αναμφισβήτητα προς το συμφέρον της Σαουδικής Αραβίας όχι μόνο να σταματήσει την στρατιωτική της επέμβαση αλλά και να βοηθήσει στην πολιτική και οικονομική στήριξη της γείτονός της. Προσπάθειες δεκαετιών να παρεμποδίσει την ανάπτυξη της Υεμένης δεν έχουν επιτύχει τους στόχους ασφαλείας της Σαουδικής Αραβίας για την διαμόρφωση ενός αδύναμου και εύπλαστου υεμενικού κράτους. Αντίθετα, κατάφεραν μόνο να δημιουργήσουν μια δαπανηρή και ρευστή στρατιωτική σύγκρουση [2]. Το βασίλειο θα έκανε καλά να ενσωματώσει την Υεμένη στην περιφερειακή οικονομία και να δημιουργήσει νομικές οδούς για τους πολίτες της ώστε να εργαστούν ξανά στην Σαουδική Αραβία.

Μια μακρά, μπερδεμένη ιστορία

Πριν από το 1990, η μετανάστευση εργατών από την Υεμένη στην Σαουδική Αραβία και σε άλλες χώρες του Κόλπου οδήγησε στην οικονομική άνθηση της πατρίδας τους, καθώς αυτοί οι μετανάστες εργάτες έστελναν εμβάσματα που χρηματοδοτούσαν τοπικά κατασκευαστικά και αναπτυξιακά έργα στην Βόρεια και Νότια Υεμένη. Οι κάτοικοι της Βόρειας Υεμένης επωφελήθηκαν ιδιαίτερα καθώς η Σαουδική Αραβία τους χορήγησε προνομιακό καθεστώς, παραιτούμενη από τα έγγραφα και την εγγυοδοσία που απαιτούνταν από άλλους μετανάστες εργάτες και επιτρέποντάς τους σχετικά ελεύθερη διέλευση από και προς τις σαουδαραβικές πετρελαιοπηγές και τα εργοτάξια. Κατά την διάρκεια των δεκαετιών του 1970 και του 1980, υπολογίζεται ότι 700.000 έως 1,8 εκατομμύρια Υεμενίτες εργάζονταν σε χώρες του GCC, το οποίο αποτελείται από τις πλούσιες σε πετρέλαιο αραβικές μοναρχίες του Μπαχρέιν, του Κουβέιτ, του Ομάν, του Κατάρ, της Σαουδικής Αραβίας, και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων.

Σχεδόν κάθε νοικοκυριό της Υεμένης επωφελήθηκε είτε άμεσα από τα εμβάσματα των εργαζομένων είτε έμμεσα από τον αντίκτυπο που είχε η εισροή μετρητών στην τοπική αγοραστική δύναμη και σε επενδυτικά έργα μικρής κλίμακας. Οι φίλοι και οι οικογένειες των μεταναστών εργατών σχημάτισαν Τοπικές Αναπτυξιακές Ενώσεις (Local Development Associations), οργανώσεις λαϊκής βάσης που συγκέντρωναν εμβάσματα και επένδυαν σε έργα αγροτικής ανάπτυξης. Οι LDA ήταν αξιοσημείωτες όχι μόνο για την ικανότητά τους να δίνουν ώθηση στην στοχευμένη ανάπτυξη αλλά και για την ικανότητά τους να ισχυροποιούν τους τοπικούς ηγέτες, προστατεύοντας παράλληλα τον εαυτό τους από τις ιδιοτροπίες μιας σε μεγάλο βαθμό διεφθαρμένης κεντρικής κυβέρνησης της Υεμένης.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, ωστόσο, οι Σαουδάραβες εργοδότες επιθυμούσαν μια φθηνότερη και πιο ευέλικτη πηγή εργασίας και άρχισαν να αναζητούν μια εναλλακτική δεξαμενή εργασίας για να αντικαταστήσουν το εργατικό δυναμικό της Υεμένης. Στην θέση του, οι μετανάστες εργάτες από τη Νότια και τη Νοτιοανατολική Ασία έγιναν το ταχύτερα αναπτυσσόμενο εργατικό δυναμικό στην Σαουδική Αραβία, εν μέρει επειδή οι Σαουδάραβες ηγέτες το θεωρούσαν λιγότερο πιθανό να εμπλακεί σε αραβικές εθνικιστικές ή ισλαμιστικές ταραχές.

Οι φόβοι των Σαουδαράβων για το παράδειγμα που θα μπορούσε να δώσει η Υεμένη στην περιοχή έφθασαν στο απόγειό τους με την ενοποίηση της χώρας το 1990 και την δημιουργία μιας πολυκομματικής δημοκρατίας σε μια περιοχή που διοικείτο από οικογενειακές απολυταρχίες. Συγκεκριμένα, οι Σαουδάραβες ανησυχούσαν ότι ο νότιος γείτονάς τους μπορούσε να γίνει καταφύγιο για ομάδες της αντιπολίτευσης. Για να αποτρέψουν αυτό το ενδεχόμενο, οι Σαουδάραβες προσπάθησαν να αποδυναμώσουν το νέο κράτος της Υεμένης περιορίζοντας το οικονομικά. Και η κυβέρνηση της Υεμένης, με ένα ατυχές παραστράτημα, βοήθησε αυτή την εκστρατεία μετά την εισβολή του ιρακινού προέδρου, Σαντάμ Χουσεΐν, στο Κουβέιτ.

Που να στραφεί 

Εκείνη την εποχή, η Υεμένη κατείχε μια θέση στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και ο αντιπρόσωπός της ψήφισε κατά της έγκρισης χρήσης βίας «με όλα τα απαραίτητα μέσα» για την απελευθέρωση του Κουβέιτ από την ιρακινή κατοχή τον Νοέμβριο του 1990. Αυτή η σιωπηρή υποστήριξη προς το καθεστώς του Σαντάμ πήγαζε από την μακρά ιστορία οικονομικής και στρατιωτικής συνεργασίας της Υεμένης με το Ιράκ —μια σχέση που επισημοποιήθηκε το 1989 με την δημιουργία του Συμβουλίου Αραβικής Συνεργασίας (Arab Cooperation Council - ACC), μιας συμμαχίας που αποτελείτο από την Αίγυπτο, το Ιράκ, την Ιορδανία, και την Υεμένη και παρουσίασε τον εαυτό της ως περιφερειακή εναλλακτική στο ελιτίστικο GCC.

Η ψήφος της Υεμένης ήταν, όπως παρατήρησε ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Τζέιμς Μπέικερ, ένα από τα πιο ακριβά λάθη της χώρας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Παγκόσμια Τράπεζα, και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο διέκοψαν αμέσως τα προγράμματα βοήθειας προς την Υεμένη. Μεταξύ των κρατών του Κόλπου, η Σαουδική Αραβία [3] και άλλοι γείτονες ανακάλεσαν το ειδικό καθεστώς που είχε χορηγηθεί στους Υεμενίτες μετανάστες εργάτες, εκδιώκοντας ουσιαστικά 880.000 Υεμενίτες εργαζόμενους. Αν και η εκδίωξή τους έγινε ως αντίδραση στην στάση της Υεμένης υπέρ του Σαντάμ, ήταν επίσης το αποκορύφωμα της σταδιακής μετάβασης της Σαουδικής Αραβίας μακριά από το εργατικό δυναμικό της Υεμένης. Οι απελαθέντες μετανάστες επέστρεψαν στην πατρίδα τους, με εκτιμώμενο ποσοστό ανεργίας 30% έως 40%, χωρίς κατάρτιση για άλλο επάγγελμα και χωρίς επαρκή στέγαση, με αποτέλεσμα μια ανθρωπογενή προσφυγική κρίση.

Η απώλεια των εμβασμάτων απείλησε με διάλυση την οικονομία της Υεμένης. Ευτυχώς, η ανακάλυψη πετρελαίου στην Υεμένη στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και η αξιοποίησή του κατά την δεκαετία του 1990 εισήγαγαν μια νέα πηγή εσόδων στο κράτος της Υεμένης. Η μετάβαση του κρατικού ταμείου από τα εμβάσματα των εργαζομένων στα έσοδα από το πετρέλαιο, ωστόσο, επέτεινε τις υπάρχουσες κοινωνικοοικονομικές αντιθέσεις και επιδείνωσε την βαθιά ανισότητα. Η πλειοψηφία του εργατικού δυναμικού της Υεμένης παρέμεινε αναξιοποίητη, αποξενωμένη, και φτωχοποιημένη, ενώ ένα μικρό τμήμα της πολιτικής ελίτ της Υεμένης επωφελήθηκε από την κάνουλα των πετρελαϊκών εσόδων. Η ενδημική διαφθορά και η οικονομική κακοδιαχείριση, επιπλέον, σήμαιναν ότι τα ήδη λιγοστά κρατικά κονδύλια που διένειμε η κυβέρνηση για την κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη χρησιμοποιούνταν συχνά για την πολιτική πατρωνία παρά για επενδύσεις σε υποδομές.

Η οικονομική απόγνωση και τα σχετικά διάτρητα σύνορα 800 μιλίων με την Σαουδική Αραβία οδήγησαν τεράστιους αριθμούς Υεμενιτών εργαζομένων χωρίς έγγραφα να εισέλθουν στο βασίλειο. Οι Σαουδάραβες αξιωματούχοι έκλειναν σε μεγάλο βαθμό τα μάτια στους μετανάστες εργάτες, οι οποίοι κάλυπταν θέσεις εργασίας που οι Σαουδάραβες πολίτες δεν ήθελαν -αλλά οι περιοδικές καταστολές της Σαουδικής Αραβίας κατά των παράνομων εργαζομένων στόχευαν πάντα τους Υεμενίτες. Το 2013, για παράδειγμα, σχεδόν 400.000 Υεμενίτες απελάθηκαν σύμφωνα με τις νέες οικονομικές πολιτικές στο βασίλειο. Παρά αυτή την μαζική απέλαση, χρόνια σταδιακής οικονομικής συμφιλίωσης και μεταναστευτικών ροών είχαν οδηγήσει περίπου δύο εκατομμύρια Υεμενίτες να εργάζονται στην Σαουδική Αραβία πριν την πιο πρόσφατη εντολή εκδίωξης. Τα εμβάσματα από αυτούς τους εργαζόμενους ανέρχονταν σε 2,3 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως, τα οποία αντιπροσώπευαν το 61% των συνολικών εμβασμάτων της Υεμένης που αποστέλλονταν από το εξωτερικό. Για μια χώρα με εκτιμώμενο ετήσιο ΑΕΠ στα 20 δισεκατομμύρια δολάρια, αυτά τα κεφάλαια παίζουν τεράστιο ρόλο, και η απώλεια αυτής της εισροής μετρητών θα ήταν καταστροφική για μια χώρα που βρισκόταν ήδη σε οικονομική και πολιτική ελεύθερη πτώση. Ο συνεχιζόμενος υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας αποκλεισμός και η εσωτερική πολιτική και κοινωνική καταστολή των Χούτι έχουν αφήσει τον πληθυσμό της Υεμένης με λίγες άλλες επιλογές [4] για τακτική απασχόληση.

Ένα στέρεο θεμέλιο

Η Υεμένη πρέπει να επιστρέψει στην οικονομική κανονικότητα και η διαδικασία πρέπει να ξεκινήσει ακόμη και πριν επιτευχθεί πλήρης κατάπαυση του πυρός και υπάρξει ειρηνικός συμβιβασμός. Κεφάλαια για την οικονομική ανασυγκρότηση θα μπορούσαν να οικοδομήσουν πάνω στην κληρονομιά της τοπικής ανάπτυξης της Υεμένης, χρηματοδοτώντας τις ίδιες Τοπικές Αναπτυξιακές Ενώσεις και άλλες οργανώσεις λαϊκής βάσης που εμφανίστηκαν κατά την περίοδο της πετρελαϊκής έκρηξης των δεκαετιών του 1970 και του 1980.

Η μεταπολεμική οικονομική ανάκαμψη της Υεμένης θα ωφελείτο από την επίσημη ένταξη της χώρας στην συμμαχία του GCC. Αυτό θα βελτίωνε την εργασιακή κρίση στην Υεμένη με την επισημοποίηση της διαδικασίας αδειοδότησης εργασίας για μετανάστες εργάτες. Με ποσοστό ανεργίας πάνω από 13% σε εθνικό επίπεδο και πάνω από 25% για τα άτομα ηλικίας 15-24 ετών, η Υεμένη αντιμετωπίζει μια οικονομική κρίση που θα παραμείνει πολύ μετά από την τρέχουσα σύγκρουση εάν δεν γίνουν άμεσα βήματα για την στήριξη της οικονομίας και της αγοράς εργασίας της. Οι αξιόπιστες ευκαιρίες απασχόλησης σε όλη την περιοχή του Περσικού Κόλπου [5] θα παρείχαν μια πορεία προς την ευημερία για τη νεολαία της Υεμένης που διαφορετικά θα μπορούσε να στραφεί σε εξτρεμιστικές οργανώσεις για κοινωνική πρόνοια και οικονομική υποστήριξη. Αυτή η οικονομική απόγνωση ευθύνεται εν μέρει για το κίνημα των Χούτι, το οποίο προέκυψε από ένα νέφος πολιτικών και οικονομικών αδικιών που οφείλονται στις άνισες επενδύσεις σε υποδομές και στην εκτεταμένη ανεργία. Οι μελλοντικοί θεσμοί της Υεμένης δεν θα επιβιώσουν -τουλάχιστον όχι χωρίς δαπανηρή πολιτική ή στρατιωτική παρέμβαση- εάν τα κεντρικά κοινωνικοοικονομικά προβλήματα της χώρας δεν αντιμετωπιστούν από την αρχή.

Αν και η Σαουδική Αραβία έχει αντιταχθεί στις προηγούμενες προσπάθειες της Υεμένης να ενταχθεί στο GCC, η πραγματικότητα της τρέχουσας σύγκρουσης μπορεί να έχει αλλάξει τους περιφερειακούς υπολογισμούς [6]. Η ασφάλεια των νότιων συνόρων με την Υεμένη εξακολουθεί να είναι μια από τις κύριες ανησυχίες της Σαουδικής Αραβίας και ήταν ένας από τους κύριους λόγους για την έναρξη της αποτυχημένης στρατιωτικής εκστρατείας το 2015. Παρά την δαπάνη 100 δισεκατομμυρίων δολαρίων για τον πόλεμο στην Υεμένη, τα νότια σύνορα είναι πολύ πιο επικίνδυνα από όσο ήταν πριν από έξι χρόνια. Η στροφή σε μια στρατηγική που, αντίθετα, θα υποστηρίζει την βραχυπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη οικονομική ανάπτυξη της Υεμένης θα μπορούσε ενδεχομένως να ενθαρρύνει αυτήν την άπιαστη σταθερότητα, χωρίς να προκαλέσει περαιτέρω αιματοχυσία και ανθρωπιστικές κρίσεις.
____________________________________________________________

* Ο Asher Orkaby είναι ερευνητικός συνεργάτης στο Transregional Institute του Πανεπιστημίου Princeton και συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο Yemen: What Everyone Needs to Know

Δημοσίευση σχολίου

Νεότερη Παλαιότερη