Κοπρίτης: 1. Ανθρωπος που δεν εργάζεται ούτε προσφέρει κάποιου είδους υπηρεσία ΣΥΝ. Τεμπέλης, φυγόπονος, κοπρόσκυλο, τεμπελόσκυλο. 2. (Ειδικότ. για σκύλους) Αυτός που προέρχεται από επιμιξία, που δεν είναι ράτσας, που γυρίζει αδέσποτος στους δρόμους. Μπαμπινιώτη Γ., Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας.
της Άννας Παναγιωταρέα














