Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα SPD. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα SPD. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Νέο εκλογικό «ράπισμα» απειλεί την Κυριακή το CDU και τον Φρίντριχ Μερτς

Κρίσιμες εκλογές την Κυριακή στο κρατίδιο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία. Η Εναλλακτική για τη Γερμανία -AfD, θέλει την πρωτιά, οι Χριστιανοδημοκράτες απειλούνται με ιστορική πανωλεθρία.

    Το γερμανικό κρατίδιο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία ψηφίζει αυτή την Κυριακή, 20 Σεπτεμβρίου 2026, για νέο Κοινοβούλιο του κρατιδίου, η εικόνα, μόλις πέντε ημέρες πριν από την κάλπη, είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα: AfD και SPD δίνουν μάχη για την πρώτη θέση, χωρίς όμως καμία από τις δύο να πλησιάζει αυτοδυναμία


Λίγες μέρες απομένουν για τις τοπικές εκλογές στο κρατίδιο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία και η «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AfD) εξακολουθεί να προηγείται καθαρά στις δημοσκοπήσεις. Ωστόσο, τις τελευταίες εβδομάδες οι Σοσιαλδημοκράτες (SPD) έχουν καλύψει μέρος από το χαμένο έδαφος, με την πρωθυπουργό Μανουέλα Σβέζιγκ να επιδίδεται σε μία προεκλογική καμπάνια πόλωσης, αποβλέποντας στην αποδυνάμωση πιθανών μετεκλογικών εταίρων. Αυτό προκαλεί την αντίδραση τόσο των Χριστιανοδημοκρατών (CDU), όσο και του Kόμματος της Αριστεράς (Die Linke), που βλέπουν τον προεκλογικό αγώνα να εξελίσσεται σε προσωπική μονομαχία ανάμεσα στην Σβέζιγκ και τον υποψήφιο της AfD, Λέιφ Έρικ Χολμ.

Στην τελευταία του καταμέτρηση, σύμφωνα με την Deutsche Welle, το «Πολιτικό Βαρόμετρο» του ZDF έβλεπε την AfD στο 37%, μόλις τρεις μονάδες μπροστά από το SPD. Οι Χριστιανοδημοκράτες του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς συγκεντρώνουν μόλις 7% και αν αυτό το ποσοστό επιβεβαιωθεί στην κάλπη, θα πρόκειται για τη χειρότερη επίδοση του κόμματος στη μεταπολεμική ιστορία της Γερμανίας. Θα ήταν ένα ακόμη ισχυρό «ράπισμα» μετά από την πανωλεθρία στο κρατίδιο Σαξονία-Άνχαλτ.

Μικραίνει το προβάδισμα της AfD;

Στη δημοσκόπηση του ZDF το προβάδισμα της AfD φαίνεται να συρρικνώνεται σε σχέση με σφυγμομετρήσεις άλλων ινστιτούτων τους τελευταίους μήνες. Πάντως, άλλη δημοσκόπηση της Infratest-dimap για λογαριασμό του τηλεοπτικού δικτύου ZDF εμφάνιζε μία διαφορά πέντε ποσοστιαίων μονάδων.

Η πρωθυπουργός Μανουέλα Σβέζιγκ προβάλλει τον εαυτό της ως το αντίπαλον δέος στους εθνολαϊκιστές, επιδιώκοντας να κινητοποιήσει όσο το δυνατόν περισσότερους ψηφοφόρους στην κατεύθυνση αυτή. Πράγματι, στο δημοσκοπικό ερώτημα «ποιον θέλετε ως πρωθυπουργό στο κρατίδιο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία;» η Σβέζιγκ συγκεντρώνει ποσοστά έως 61%, πολύ πάνω από τον υποψήφιο της AfD Λέιφ Έρικ Χολμ, ο οποίος περιορίζεται στο 28%.

Αντιδρούν τα «μικρά κόμματα»

Ενώ όμως ενισχύεται δημοσκοπικά το SPD στο Μεκλεμβούργο (σε αντίθεση με την πανεθνική τάση του κόμματος), η τακτική αυτή προκαλεί απώλειες και εκνευρισμό στα μικρότερα κόμματα, ακόμη και στο «Κόμμα της Αριστεράς» (Die Linke), που σήμερα συνεργάζεται με την Σβέζινγκ στην τοπική κυβέρνηση του κρατιδίου. Πρόσφατα ο επικεφαλής της Linke στο συγκεκριμένο κρατίδιο, Χένις Χερμπστ, έκανε λόγο για «υποτιθέμενη προεκλογική μονομαχία» τη στιγμή που χρειάζονται ευρύτερες πλειοψηφίες για μία πολιτική που προωθεί την κοινωνική δικαιοσύνη. «Και αυτές οι πλειοψηφίες υλοποιούνται μόνο με την Αριστερά», τονίζει ο ίδιος.

Το Κόμμα των Πρασίνων, που είχε συγκεντρώσει 6,3% στις τοπικές εκλογές του 2021, κινείται δημοσκοπικά γύρω στο εκλογικό όριο του 5% και η Μανουέλα Σβέζιγκ δεν μπορεί παρά να ελπίζει ότι οι «Πράσινοι» θα καταφέρουν τελικά να μπουν και πάλι στην τοπική Βουλή του Σβερίν, ώστε πιο εύκολα να επανεκλεγεί και εκείνη πρωθυπουργός. Όσο για το Κόμμα των Φιλελευθέρων (FDP), βυθίζεται πλέον στην αφάνεια, καθώς συγκεντρώνει το πολύ 3% έναντι 5,8% το 2021.

«Ιστορικά χαμηλά για την CDU»;

Ο μεγάλος χαμένος είναι αναμφισβήτητα η CDU, η οποία φαίνεται να συνθλίβεται μεταξύ των δύο ισχυρότερων πολιτικών δυνάμεων. Ο υποψήφιός της για την πρωθυπουργία, Ντάνιελ Πέτερς, προειδοποιεί ότι «η πόλωση έχει ως αποτέλεσμα την περαιτέρω ισχυροποίηση της AfD». Η πόλωση θα είναι και ένας από τους λόγους για «ένα από τα χειρότερα εκλογικά αποτελέσματα στην ιστορία» των Χριστιανοδημοκρατών προειδοποιεί ο Έκχαρντ Ρέμπεργκ, επί σειρά ετών επικεφαλής του κόμματος στο κρατίδιο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία.

Η CDU φαίνεται να υποχωρεί διαρκώς στις προτιμήσεις των ψηφοφόρων. Στις αρχές του καλοκαιριού κυμαινόταν γύρω στο 10%, ωστόσο στις δημοσκοπήσεις της περασμένης Πέμπτης – τόσο για το ZDF – όσο και για το ARD, περιορίζεται στο 7%. Την ίδια στιγμή μάλιστα η δημοσκόπηση του ARD φέρνει την AfD στο 38% έναντι 35% στις αρχές Σεπτεμβρίου. Στο ίδιο ποσοστό εμφανίζονται οι Χριστιανοδημοκράτες σε δημοσκόπηση του Ινστιτούτου Insa για την εφημερίδα Nordkurier, που είχε πραγματοποιηθεί στο διάστημα 1 έως 8 Σεπτεμβρίου.

 Τι λένε οι τελευταίες δημοσκοπήσεις

Η πιο πρόσφατη έρευνα της Infratest dimap (ARD, 10/9) δίνει:

ΚόμμαΠρόθεση ψήφου
AfD38%
SPD33%
Linke9%
CDU7%
Πράσινοι5%
BSW4%
Άλλοι4%

Η έρευνα βασίστηκε σε 1.556 ερωτηθέντες και έγινε 7–9 Σεπτεμβρίου.

Ενδιαφέρον είναι ότι η SPD κλείνει την ψαλίδα: στις αρχές Σεπτεμβρίου ήταν στο 32%, ενώ η AfD ανέβηκε από 35% σε 38%. Άρα το +5 της AfD είναι μεν σαφές, αλλά όχι «κλειδωμένο».

Οι τελευταίες εκτιμήσεις

Με βάση όλες τις τελευταίες ενδείξεις, θα έβαζα τις πιθανότητες περίπου ως εξής:

  • AfD να βγει πρώτη: 60–65%
  • SPD να βγει πρώτη: 35–40%
  • Αυτοδυναμία οποιουδήποτε κόμματος: πρακτικά μηδενική
  • SPD να παραμείνει στην κυβέρνηση: πιθανότερο από το να κυβερνήσει η AfD

Το τελευταίο σημείο είναι πολύ σημαντικό. Ακόμη κι αν η AfD πάρει την πρώτη θέση, δεν σημαίνει ότι θα σχηματίσει κυβέρνηση. Οι αριθμοί των μικρότερων κομμάτων θα είναι καθοριστικοί. Η CDU αναμένεται χαμηλά, ενώ ιδιαίτερα κρίσιμο είναι αν Πράσινοι και BSW θα περάσουν το όριο του 5%.

 Πιθανότερα σενάρια

1. AfD πρώτη – SPD δεύτερη → SPD κυβέρνηση
Αυτό είνα σήμερα το πιο πιθανό συνολικό σενάριο. Η AfD μπορεί να κερδίσει την πρώτη θέση, αλλά τα υπόλοιπα κόμματα είναι πιθανότερο να συγκροτήσουν κυβέρνηση χωρίς αυτήν. Αναλύσεις πριν από την κάλπη θεωρούν ιδιαίτερα πιθανό έναν συνασπισμό SPD–Linke–Πράσινων, εφόσον οι Πράσινοι μπουν στη Βουλή.

2. SPD πρώτη → κυβέρνηση SPD με Linke/Πράσινους
Αυτό είναι το σενάριο που επιδιώκει η πρωθυπουργός Manuela Schwesig. Η διαφορά με την AfD έχει μειωθεί αρκετά ώστε μια τελική ανατροπή δεν θα αποτελούσε έκπληξη. Το ZDF χαρακτηρίζει την αναμέτρηση ουσιαστικά «ντέρμπι» AfD–SPD.

3. AfD πρώτη και αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης
Είναι επίσης σοβαρό ενδεχόμενο. Η AfD μπορεί να πετύχει ιστορικά υψηλό αποτέλεσμα, αλλά να βρεθεί απομονωμένη πολιτικά. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε δύσκολες διαπραγματεύσεις ή ακόμη και σε κυβέρνηση μειοψηφίας.

Οι έμπειροι δημοσκόποι βλέπουν:

  1. AfD 36–38%
  2. SPD 32–34%
  3. Linke 8–10%
  4. CDU 6–8%
  5. Grüne 4–6%
  6. BSW 3–5%

Δηλαδή, AfD οριακά πρώτη, αλλά SPD πιθανότερη να ηγηθεί της επόμενης κυβέρνησης.

Και υπάρχει ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο: η AfD είχε πάρει 35% στις ομοσπονδιακές εκλογές του 2025 στο κρατίδιο, οπότε ένα αποτέλεσμα κοντά στο 38% την Κυριακή θα επιβεβαίωνε ότι η Ανατολική Γερμανία αποτελεί πλέον ένα από τα ισχυρότερα εκλογικά της προπύργια.
επιμέλεια: Σπύρος Γκανής

Παραίτηση του Γερμανού ακαδημαϊκού Yascha Mounk από το SPD λόγω Ελλάδας!

Το άμεσο έναυσμα όμως για την αποξένωσή μου από το SPD είναι η κοντόφθαλμη εθνικιστική πολιτική σας απέναντι στην Ελλάδα, που αποτελεί μία προδοσία του σοσιαλδημοκρατικού ονείρου της Ενωμένης Ευρώπης. Η συνείδησή μου, αγαπητέ Ζίγκμαρ, δεν μπορεί να υποστηρίξει αυτήν την πολιτική.

ΑΝΟΙΧΤΗ επιστολή παραίτησης από το γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα (SPD) του Yascha Mounk, λέκτορα Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ και από 13 ετών μέλους του SPD, λόγω της στάσης του ηγέτη του κόμματος, Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, στην ελληνική κρίση χρέους.

Απώλεια αυτοδυναμίας των συμμάχων της Μέρκελ, των Χριστιανοκοινωνιστών Βαυαρίας

Οι αναλύσεις συμφωνούν στο ότι οι μεγάλοι χαμένοι της χθεσινής αναμέτρησης είναι οι Χριστιανοκοινωνιστές (CSU) και οι Σοσιαλδημοκράτες (SPD) και προβλέπουν ότι η ήττα τους θα έχει αντίκτυπο στη συμμετοχή τους στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση.


Στο 37,3% (-10,4) περιορίστηκε η Χριστιανοκοινωνική Ένωση (CSU) της Βαυαρίας, επιβεβαιώνοντας τα προγνωστικά που την ήθελαν να υφίσταται ιστορική ήττα σε ό,τι αφορά την εκλογική της δύναμη.

Κατά τα μέχρι στιγμής επίσημα αποτελέσματα, οι Πράσινοι φθάνουν το 17,8%, ενώ ακολουθούν οι Ελεύθεροι Ψηφοφόροι με 11,6%, η Εναλλακτική για την Γερμανία (AfD) με 10,7% και το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) με 9,5%. Οι Φιλελεύθεροι με 5,0% φαίνεται ότι καταφέρνουν τελικά να μπουν στην τοπική Βουλή, ενώ εκτός Κοινοβουλίου μένει η Αριστερά, με 2,9%.

Η συμμετοχή των εκλογέων ανήλθε στο 72,4%.
Σε ό,τι αφορά την κατανομή των εδρών στο τοπικό Κοινοβούλιο, από τις 205 έδρες η CSU εξασφαλίζει 85, οι Πράσινοι 38, οι Ελεύθεροι Ψηφοφόροι 27, η Εναλλακτική για την Γερμανία 22 και οι Φιλελεύθεροι 11.

Ο γερμανικός Τύπος για τα αποτελέσματα των εκλογών στη Βαυαρία


Το εκλογικό αποτέλεσμα στην Βαυαρία - και οι πιθανές εξελίξεις που θα πυροδοτήσει - είναι σήμερα το βασικό θέμα του γερμανικού Τύπου, ο οποίος προσπαθεί να αποκωδικοποιήσει την συμπεριφορά του εκλογικού σώματος του πλουσιότερου κρατιδίου της Γερμανίας.

Οι αναλύσεις συμφωνούν στο ότι οι μεγάλοι χαμένοι της χθεσινής αναμέτρησης είναι οι Χριστιανοκοινωνιστές (CSU) και οι Σοσιαλδημοκράτες (SPD) και προβλέπουν ότι η ήττα τους θα έχει αντίκτυπο στη συμμετοχή τους στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση.

«Η παλιά CSU πέθανε», αναφέρει στον τίτλο ανάλυσής της η Süddeutsche Zeitung και σημειώνει ότι ο Μάρκους Σέντερ είναι ο λιγότερο δημοφιλής πρωθυπουργός της Γερμανίας αλλά σήμερα ήταν «ξεδιάντροπα τυχερός», καθώς, παρά το δυσμενές εκλογικό αποτέλεσμα, δεν είναι αναγκασμένος να παραιτηθεί: αντιθέτως, θα κληθεί να αποφασίσει για τον κυβερνητικό του εταίρο. Η εφημερίδα επισημαίνει ακόμη ότι ως ντουέτο ο Μάρκους Σέντερ και ο Χορστ Ζεεχόφερ έχουν ζημιώσει το κόμμα τους, ο καθένας τους χωριστά έχει το δικό του μερίδιο ευθύνης για την ήττα και αναφέρεται χαρακτηριστικά στη στάση του κ. Ζεεχόφερ απέναντι στην προσφυγική πολιτική της Καγκελαρίου.

«Το μήνυμα των ψηφοφόρων είναι ότι η εποχή των μονοκομματικών κυβερνήσεων έχει παρέλθει. Και το SPD ως λαϊκό κόμμα έχει πάψει να υπάρχει. Το άλλο, το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα (CDU), θα πρέπει να αντιληφθεί την προειδοποίηση», γράφει σε άρθρο γνώμης της η εφημερίδα Bild και χαρακτηρίζει τον κυβερνητικό συνασπισμό «τάφο» του SPD. Προβλέπει δε ότι η αρχηγός του Αντρέα Νάλες θα αντιμετωπίσει εσωτερική αναταραχή, όπως και ο Πρωθυπουργός της Βαυαρίας Μάρκους Σέντερ και ο Αρχηγός της CSU Χορστ Ζεεχόφερ.

Για «βαυαρικό ομοσπονδιακό σεισμό» κάνει λόγο σε σχόλιό της η ηλεκτρονική έκδοση του περιοδικού Der Spiegel και προβλέπει ότι το εκλογικό αποτέλεσμα θα αλλάξει την Βαυαρία, αλλά και τη Γερμανία. «Ο Χορστ Ζεεχόφερ δεν μπορεί πλέον να παραμείνει υπουργός. Και το SPD δεν μπορεί πλέον να παραμένει στην κυβέρνηση», αναφέρει το περιοδικό που τονίζει ότι η Βαυαρία δεν θα ταυτίζεται στο εξής με την Χριστιανοκοινωνική Ένωση και αυτό αποτελεί κυρίως επιτυχία των Πρασίνων, οι οποίοι κατάφεραν αυτό που δεν πέτυχε ποτέ το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, να εξελιχθούν σε αξιόπιστη εναλλακτική δύναμη. «Το SPD είναι παραδοσιακά αδύναμο στην Βαυαρία, αλλά το γεγονός ότι σε σύγκριση με τις προηγούμενες εκλογές έχει χάσει τη μισή του δύναμη και βρίσκεται με ποσοστό κάτω του 10% μόνο στην πέμπτη θέση, δεν μπορεί να μείνει χωρίς συνέπειες σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Το SPD πρέπει να φύγει από τον μεγάλο συνασπισμό όσο ακόμη υφίσταται ως κόμμα. Το επίκεντρο αυτού του πολιτικού σεισμού βρίσκεται στην Βαυαρία και μπορεί να πυροδοτήσει ένα κύμα που θα σαρώσει την ομοσπονδιακή κυβέρνηση», προσθέτει χαρακτηριστικά το περιοδικό.

Αυτή η ήττα «μπορεί να σημάνει και το τέλος της 'Αγγελα Μέρκελ», εκτιμά η εφημερίδα Die Welt και σημειώνει ότι αυτή η στιγμή μπορεί να αλλάξει τα πάντα, τόσο στα κόμματα που απαρτίζουν την Χριστιανική Ένωση (CDU/CSU) όσο και στην Ένωση συνολικά. Αλλά και σε ό,τι αφορά το SPD, το οποίο κατέγραψε το χειρότερο ποσοστό στην ιστορία του στο κρατίδιο, η εφημερίδα αναφέρει ότι η ηγεσία του παίζει με τον χρόνο, αλλά αυτό πλέον δεν αρκεί και, παραθέτει την δήλωση της Αρχηγού του κόμματος Αντρέα Νάλες, ότι για το κακό αποτέλεσμα ευθύνεται εν μέρει η κακή επίδοση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, αλλά και ότι «πρέπει κάτι να αλλάξει», επισημαίνοντας ωστόσο ότι δεν επανέλαβε την απειλή της να αποχωρήσει από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση.

Η Γερμανική Ραδιοφωνία (Deutschlandfunk) σε ανάλυση που δημοσιεύεται στον ιστότοπό της, εκτιμά ότι η CSU έπεσε θύμα της ίδιας της επιτυχίας της, καθώς «εκσυγχρόνισε την Βαυαρία αλλά όχι και τον εαυτό της», και τώρα θα πρέπει «να μάθει να συλλαβίζει» τον όρο «διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης», διότι για πρώτη φορά θα χρειαστεί να κυβερνήσει σε συνεργασία με τουλάχιστον ένα ακόμη κόμμα.
DW

Η Ζίγκριντ Σκαρπέλη-Σπερκ (SPD) στο ΑΠΕ-ΜΠΕ για τα αποτελέσματα των διερευνητικών συνομιλιών

Την ανάγκη η ηγεσία του SPD να επιβάλει πολιτικές για περισσότερη κοινωνική δικαιοσύνη προκειμένου να επιτευχθεί η κυβερνητική συνεργασία με την Χριστιανική Ένωση και να αποφευχθούν νέες εκλογές αναδεικνύει μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ και στην Φαίη Καραβίτη η Ζίγκριντ Σκαρπέλη-Σπερκ….


 
Την ανάγκη η ηγεσία του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD) να επιβάλει πολιτικές για περισσότερη κοινωνική δικαιοσύνη προκειμένου να επιτευχθεί η κυβερνητική συνεργασία με την Χριστιανική Ένωση και να αποφευχθούν νέες εκλογές και ενίσχυση της Εναλλακτικής για την Γερμανία (AfD), αναδεικνύει μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ και στην Φαίη Καραβίτη η Ζίγκριντ Σκαρπέλη-Σπερκ, βουλευτής του SPD επί 25 χρόνια, πρώην μέλος του Προεδρείου του και Πρόεδρος των Γερμανοελληνικών Εταιριών.

Η κυρία Σκαρπέλη-Σπερκ τονίζει ότι αυτή τη στιγμή δεν μπορεί κανείς να προβλέψει πώς θα αποφασίσουν το Συνέδριο, που θα πραγματοποιηθεί στις 21 Ιανουαρίου προκειμένου να δώσει την συγκατάθεσή του για την έναρξη διαπραγματεύσεων για την συγκρότηση κυβέρνησης και την κατάρτιση κυβερνητικού προγράμματος, ή ακόμη και τα μέλη του SPD, εφόσον φθάσουμε τελικά σε προγραμματική συμφωνία με την Χριστιανική Ένωση.

Σε ό,τι αφορά την κατ'αρχήν συμφωνία που επετεύχθη μεταξύ των δυνητικών εταίρων κατά τις διερευνητικές συνομιλίες και το 28σέλιδο κείμενο στο οποίο καταγράφεται, το ιστορικό στέλεχος του SPD καλωσορίζει τις αλλαγές πολιτικής που αφορούν την Ευρώπη ως «μεγάλη πρόοδο», εκφράζει ωστόσο επιφυλάξεις για τα σημεία που αφορούν την φορολογία υψηλών εισοδημάτων και το θέμα του μέλλοντος της εργασίας, ενώ εκτιμά πως σε ό,τι αφορά την μετανάστευση και το προσφυγικό, έχουν «περάσει» οι θέσεις της συντηρητικής πλευράς.

«Οι συνομιλίες οριοθέτησαν οκτώ μεγάλα ζητήματα για την ανανέωση και την αλλαγή της Γερμανίας, τα οποία από τη μία πλευρά πρέπει να λύσουν τα μεγάλα προβλήματα και από την άλλη πλευρά να λύσουν όλα αυτά τα προβλήματα, τα οποία αφορούν τους πολλούς δυσαρεστημένους και όχι μόνο εκείνους που βρίσκονται στην ακροδεξιά», σημειώνει η κυρία Σκαρπέλη-Σπερκ και τονίζει ότι «πρώτα από όλα χρειάζεται:

- Ένα νέο ξεκίνημα για την ευρωπαϊκή πολιτική

- Να ενισχύσουμε την κοινωνική συνοχή και να ξεπεράσουμε τις διασπάσεις που δημιουργήθηκαν

- Να αναζωογονήσουμε την δημοκρατία, να φέρουμε περισσότερη ασφάλεια και ευκαιρίες, να ενισχύσουμε τις οικογένειες, να επενδύσουμε στο μέλλον, να διαμορφώσουμε θετικά για όλους την ψηφιακή μετάβαση, να συμβάλουμε περισσότερο προκειμένου να βελτιωθούν οι συνθήκες διαβίωσης και οι ευκαιρίες παγκοσμίως».

Όπως εξηγεί, «τα αιτήματα για ένα νέο ξεκίνημα στην Ευρώπη είναι μια ουσιαστική στροφή από την μέχρι τώρα πολιτική λιτότητας και μια στενή συνεργασία με τη νέα γαλλική κυβέρνηση και τον Πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν», καθώς, συνεχίζει, «το θέμα είναι η ασφάλεια των κοινωνικών θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως η αρχή του ίσου μισθού για την ίδια δουλειά στο ίδιο μέρος στην Ευρώπη, οι ευκαιρίες και οι καλές δουλειές για τους νέους και κυρίως για τους άνεργους στη Νότια Ευρώπη». Η ίδια πάντως χαρακτηρίζει «μεγάλη πρόοδο» το αίτημα που καταγράφεται για μεγαλύτερη συνεργασία στην Ευρώπη, για περισσότερη κοινωνική δικαιοσύνη και για περισσότερες ευκαιρίες για τους νέους ανθρώπους στην Ευρώπη. «Θα χρειαστεί ωστόσο μεγάλη προσπάθεια προκειμένου να υλοποιηθούν όλα αυτά στην Ευρώπη», επισημαίνει.

Στο ζήτημα της μετανάστευσης και της αντιμετώπισης των προσφύγων, η Ζίγκριντ Σκαρπέλη-Σπερκ θεωρεί ότι επεβλήθησαν οι απόψεις της συντηρητικής πλευράς, δηλαδή του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος (CDU) και της Χριστιανοκοινωνικής Ένωσης (CSU) της Βαυαρίας, η οποία είχε αναδείξει το θέμα σε μείζον κατά την διαπραγμάτευση.

«Στα άλλα ζητήματα - όπως η ενίσχυση των επενδύσεων, η παιδεία, οι συντάξεις, οι οικογένειες και η προστασία του περιβάλλοντος - δίδονται μάλλον μικρές απαντήσεις σε μεγάλα προβλήματα. Οι απαντήσεις είναι σύντομες και τα οικονομικά μέσα πολύ χαμηλά ή δεν αναφέρονται. Επίσης το θέμα του μέλλοντος της εργασίας, κυρίως των συνθηκών εργασίας, παραβλέπεται», διαπιστώνει και προσθέτει ότι «οι φόροι για τα μεσαία εισοδήματα θα μειωθούν ελαφρώς και οι φόροι για τα μεγάλα εισοδήματα και τους πολύ πλούσιους δεν αγγίζονται ή μετατίθενται σε μελλοντικές ευρωπαϊκές ή διεθνείς συμφωνίες», αλλά εκτιμά ότι «με τον Πρόεδρο Τραμπ κάτι τέτοιο αποτελεί μάλλον ψευδαίσθηση».

Καταλήγοντας, το στέλεχος του SPD εξηγεί ότι ακόμη δεν μπορεί κανείς να προβλέψει πώς θα αποφασίσουν είτε το συνέδριο είτε τα μέλη του κόμματος. «Εδώ θα πρέπει η ηγεσία του SPD να καταστήσει σαφές ότι θέλει μια θεμελιώδη νέα βάση και περισσότερη δικαιοσύνη για την κοινωνία - κυρίως στα σημεία όπου οι διατυπώσεις δεν είναι ακόμη πολύ δεσμευτικές. Διαφορετικά, είναι πιθανές νέες εκλογές, ίσως και αναπόφευκτες, με μια ορατή ενίσχυση της ριζοσπαστικής δεξιάς AfD», δηλώνει.
ΑΠΕ-ΜΠΕ

Γερμανικές εκλογές: Επικράτησαν οι Σοσιαλδημοκράτες (SPD) με 25,7%, ακολουθούν CDU/CSU με 24,1% και οι Πράσινοι με 14,8%

Όλαφ Σολτς
Το καλύτερο ποσοστό που έχουν καταγράψει εδώ και πολλά χρόνια πήραν Σοσιαλδημοκράτες - Η Χριστιανική Ένωση CDU/CSU (Union) στο 24,1%, καταγράφοντας μεγάλες απώλειες 8,9% σε σχέση με τις εκλογές του 2017 - Τρίτη δύναμη στη Γερμανία οι Πράσινοι με 14,8%.

Με όλες τις ψήφους να έχουν καταμετρηθεί από τις εφορευτικές επιτροπές, οι Σοσιαλδημοκράτες (SPD) αναδεικνύονται νικητές των βουλευτικών εκλογών που διεξήχθησαν χθες Κυριακή στη Γερμανία, μπροστά από τη συντηρητική παράταξη της απερχόμενης καγκελαρίου Άγγελας Μέρκελ, τη Χριστιανική Ένωση (CDU/CSU), σύμφωνα με τον ιστότοπο της εθνικής εκλογικής επιτροπής.

Το SPD συγκεντρώνει το 25,7% των ψήφων, το καλύτερο αποτέλεσμα που έχει καταγράψει εδώ και πολλά χρόνια, ενώ τα CDU/CSU έλαβαν 24,1% (-8,9% σε σύγκριση με τις προηγούμενες εκλογές), σημείωσαν με άλλα λόγια τη χειρότερη επίδοση στην ιστορία τους, έπειτα από 16 χρόνια στην κυβέρνηση.

Οι Πράσινοι καταγράφουν το υψηλότερο ποσοστό από ιδρύσεως του κόμματος, εξασφαλίζουν το 14,8% των ψήφων και αναδεικνύονται σε τρίτη δύναμη της Μπούντεσταγκ, της ομοσπονδιακής κάτω Βουλής.

Το κόμμα των Ελεύθερων Δημοκρατών (FDP) βελτιώνει τη θέση του, συγκεντρώνοντας το 11,5% των ψήφων. Το ξενοφοβικό, ακροδεξιό κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) πέφτει από την τρίτη στην πέμπτη θέση, με το 10,3% των ψήφων. Το κόμμα Η Αριστερά (DIE LiNKE) πέφτει στο 4,9%.
.

Πόλος σταθερότητας στην εποχή της κυρίας Μέρκελ, η Γερμανία εισέρχεται σε πολύ πιο απρόβλεπτη φάση, ενόψει των δύσκολων διαπραγματεύσεων ενόψει για να σχηματιστεί η επόμενη κυβέρνηση είτε υπό τους Σοσιαλδημοκράτες, που κέρδισαν αλλά με μικρή διαφορά, είτε υπό τους συντηρητικούς.

Σε περίοδο αβεβαιότητας εισέρχεται η Γερμανία

Η Γερμανία, πόλος σταθερότητας στην εποχή της Μέρκελ, εισέρχεται σε μια πολύ πιο απρόβλεπτη φάση με δύσκολες διαβουλεύσεις ενόψει για να σχηματισθεί η επόμενη κυβέρνηση μετά τις βουλευτικές εκλογές: τόσο οι σοσιαλδημοκράτες, οι οποίοι είναι οι νικητές με βραχεία κεφαλή, όσο και οι συντηρητικοί διεκδικούν την ηγεσία της.

Ήδη από σήμερα το πρωί, οι ηγεσίες των διαφόρων κομμάτων που είναι πιθανό να συμμετάσχουν σ' ένα μελλοντικό συνασπισμό συνεδριάζουν στο Βερολίνο και αναμένεται να δώσουν ενδείξεις για τις συμμαχίες που εξετάζουν.

Σύμφωνα με τα επίσημα προσωρινά αποτελέσματα που ανακοινώθηκαν από την εκλογική επιτροπή, το κεντροαριστερό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) και ο επικεφαλής του Όλαφ Σολτς συγκέντρωσαν 25,7% των ψήφων, ξεπερνώντας με μικρή διαφορά τη συντηρητική ένωση Χριστιανοδημοκρατών και Χριστιανοκοινωνιστών (CDU-CSU) του Άρμιν Λάσετ, που συγκέντρωσε το ιστορικά χαμηλο ποσοστό του 24,1%.

Ποτέ οι συντηρητικοί δεν είχαν πέσει κάτω από το όριο του 30%. Πρόκειται για ηχηρή ήττα για το στρατόπεδο της καγκελαρίου Άγγελα Μέρκελ τη στιγμή που εκείνη συνταξιοδοτείται πολιτικά.

Πέρα απ' αυτό, τίποτε δεν θεωρείται ακόμη πως έχει κριθεί στη χώρα. Διότι στη Γερμανία δεν είναι οι ψηφοφόροι που εκλέγουν απ' ευθείας τον επικεφαλής της κυβέρνησης, αλλά οι βουλευτές, μόλις σχηματίσουν μια πλειοψηφία.

Η πλειοψηφία αυτή είναι τούτη τη φορά ιδιαίτερα περίπλοκο να σχηματισθεί διότι θα πρέπει να συμμετάσχουν τρία κόμματα -κάτι που έχει να γίνει από τα χρόνια του 1950- λόγω του κατακερματισμού των ψήφων.

«Η παρτίδα πόκερ αρχίζει», διαπιστώνει το περιοδικό Der Spiegel. Διότι «μετά την ψηφοφορία, τα ουσιαστικά ερωτήματα παραμένουν ανοικτά: ποιός θα είναι καγκελάριος; Ποιος συνασπισμος θα κυβερνήσει τη χώρα στο μέλλον;», σημειώνει.

Για τους σοσιαλδημοκράτες, τα πράγματα είναι ξεκάθαρα: «Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι πολλοί πολίτες» ψήφισαν το SPD διότι «θέλουν μια αλλαγή κυβέρνησης και επίσης επειδή θέλουν ο επόμενος καγκελάριος να ονομάζεται Όλαφ Σολτς», δήλωσε ο 63χρονος πολιτικός.

Το ζήτημα είναι πως ο κεντροδεξιός αντίπαλός του, παρά το «απογοητευτικό» αποτέλεσμα, δεν είναι διατεθειμένος να καθήσει στα έδρανα της αντιπολίτευσης: «θα κάνουμε ό,τι μπορούμε για να οικοδομήσουμε μια κυβέρνηση με επικεφαλής της Ένωση» CDU-CSU, διαβεβαίωσε ο χριστιανοδημοκράτης υποψήφιος.

«Πριν από τα Χριστούγεννα»

Στη Γερμανία, οι συνομιλίες για το σχηματισμό νέας κυβέρνησης εξαρτώνται μόνο από τα πολιτικά κόμματα.

Στο τέλος των προηγούμενων εκλογών το 2017, ο σημερινός μεγάλος συνασπισμός δεν είχε καταστεί δυνατό να σχηματισθεί παρά μόνο έξι μήνες αργότερα, γεγονός που προκάλεσε πολιτική παράλυση στη Γερμανία, ιδιαίτερα όσον αφορά τα ευρωπαϊκά ζητήματα.

Εντούτοις τόσο το SPD όσο και η κεντροδεξιά είπαν ότι έχουν στόχο να υπάρξει μια κατάληξη πριν από τα Χριστούγεννα. Θα τα καταφέρουν;

«Η Γερμανία θα πάρει την προεδρία της G7 το 2022», υπενθύμισε ο Λάσετ, και γι' αυτό μια νέα κυβέρνηση πρέπει «να έρθει πολύ γρήγορα».

Με τα σημερινά δεδομένα, λύσεις είναι δυνατές για μια πλειοψηφία στην Μπούντεσταγκ, η οποία θα έχει αριθμό ρεκόρ 735 βουλευτών, δηλαδή 137 περισσότερους απ' ό,τι πριν από τέσσερα χρόνια, σύμφωνα με την εκλογική επιτροπή.

Το SPD, με 206 βουλευτές, θα μπορούσε έτσι να συμμαχήσει με τους Πράσινους, που ήρθαν τρίτοι στην ψηφοφορία με 14,8% (118 βουλευτές) και τους φιλελεύθερους του FDP, ένα κόμμα της δεξιάς το οποίο συγκέντρωσε 11,5% (92 βουλευτές). Εναλλακτικά, οι συντηρητικοί (196 έδρες) θα μπορούσαν να κυβερνήσουν με τους Πράσινους και το FDP.

Σύμφωνα με μια δημοσκόπηση της Yougov που δημοσιοποιήθηκε την περασμένη νύκτα, μια πλειονότητα των ψηφοφόρων ευνοεί την πρώτη επιλογή. Και 43% εξ αυτών εκτιμούν ότι ο Όλαφ Σολτς πρέπει να γίνει ο επόμενος καγκελάριος της μεγαλύτερης ευρωπαϊκής οικονομίας.

Οι.... «Ρυθμιστές» 

Όλα θα εξαρτηθούν συνεπώς από την καλή βούληση δύο μικρών κομμάτων, που χαρακτηρίζονται σήμερα από την Bild «ρυθμιστές».

Ο επικεφαλής του FDP Κρίστιαν Λίντνερ δήλωσε εξάλλου χθες, Κυριακή, πως θα ήταν «επιθυμητό» για το κόμμα του και τους οικολόγους «να συζητήσουν κατ' αρχάς μεταξύ τους» πριν αποφασίσουν αν θα συμμαχήσουν με τους συντηρητικούς ή με τους σοσιαλδημοκράτες.

Για το παλαιότερο κόμμα της Γερμανίας, οι ερχόμενες εβδομάδες θα είναι μια δοκιμή. Στη διάρκεια όλης της προεκλογικής εκστρατείας, οι σοσιαλδημοκράτες έβαλαν τέλος στους θρυλικούς καβγάδες τους ανάμεσα στην αριστερή και την κεντρώα πτέρυγα για να υποστηρίξουν άπαντες τον επικεφαλής τους, νυν υπουργό Οικονομικών της Άγγελα Μερκελ.

Όμως πώς θα αντιδράσει το κόμμα αν ο νέος του «ήρωας Όλαφ» υποχρεωθεί να θάψει το μισό πρόγραμμά του για να καλοπιάσει τη φιλελεύθερη δεξιά;, αναρωτιέται η εφημερίδα Sueddeutsche Zeitung. Διότι το FDP δεν θα δεχθεί ποτέ μια αύξηση των φόρων για τους πλουσιότερους, όπως επιθυμούν το SPD και οι Πράσινοι.

Και σε τελική ανάλυση, υπογραμμίζει η εφημερίδα, ο σχηματισμός ενός συνασπισμού θα τεθεί σε ψηφοφορία μεταξύ των μελών του SPD. Το 2018 είχαν προτιμήσει να διορίσουν ένα ντουέτο αγνώστων της αριστερής πτέρυγας του κόμματος.
πηγή: amna.gr

Οι σημερινές εκλογές στο Βρανδεμβούργο κρίνουν το πολιτικό μέλλον του Όλαφ Σολτς - Δημοσκοπικό προβάδισμα του AfD

     Γερμανία: Οι σημερινές εκλογές του Βρανδεμβούργου μπορεί να κρίνουν και το πολιτικό μέλλον του καγκελάριου Όλαφ Σολτς - Δημοσκοπικό προβάδισμα της ακροδεξιάς AfD.


Οι Σοσιαλδημοκράτες του Καγκελαρίου Όλαφ Σολτς κυβερνούν την ανατολική γερμανική περιοχή του Βρανδεμβούργου από την επανένωση το 1990, αλλά η θέση τους απειλείται από την ακροδεξιά Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) στις σημερινές εκλογές στο πρώην κομμουνιστικό κρατίδιο.

Το AfD έχει ισχυρότερη υποστήριξη σε όλη την ανατολική Γερμανία από ό,τι στη δυτική και στη Θουριγγία αυτόν τον μήνα έγινε το πρώτο κόμμα της ακροδεξιάς που κέρδισε περιφερειακές εκλογές μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Τερμάτισε οριακά δεύτερο μετά τους συντηρητικούς Χριστιανοδημοκράτες στη γειτονική Σαξονία την ίδια μέρα και τώρα προηγείται στο Βραδεμβούργο. Στις πιο πρόσφατες δημοσκοπήσεις είναι μερικές μονάδες μπροστά από το κόμμα SPD του καγκελαρίου, σημειώνει το Bloomberg.

Ο Όλαφ Σολτς, του οποίου η κυβερνητική συμμαχία βλέπει τα ποσοστά της σε εθνικό επίπεδο να βρίσκονται στο ναδίρ πιθανότατα θα επωμιστεί το μεγαλύτερο βάρος των επιπτώσεων εάν το SPD αποτύχει να μείνει το ισχυρότερο κόμμα στην περιοχή, η οποία περιβάλλει το Βερολίνο.

Το AfD είναι σχεδόν βέβαιο ότι δεν θα μπορέσει να σχηματίσει κυβέρνηση ακόμα και αν κερδίσει στο κρατίδιο — το οποίο το SPD διοικεί επί του παρόντος σε συνασπισμό με τους Χριστιανοδημοκράτες και τους Πράσινους. Δεν θα έχει την πλειοψηφία των εδρών και όλα τα άλλα κόμματα έχουν αποκλείσει το ενδεχόμενο να συνεργαστούν μαζί του.

Ωστόσο, μια επιτυχία του AfD και οι κακές επιδόσεις από τα κυρίαρχα κόμματα θα πρόσθεταν μια ακόμα απόδειξη ότι το πολιτικό κέντρο της Γερμανίας καταρρέει σε ορισμένες περιοχές της χώρας, έναν περίπου χρόνο πριν από τις επόμενες προγραμματισμένες εθνικές εκλογές.

Μια δημοσκόπηση της Forschungsgruppe Wahlen για τον δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό σταθμό ZDF που δημοσιεύθηκε την Πέμπτη έδειξε ότι το SPD βρίσκεται στο 27% στο Βραδεμβούργο και το AfD βρίσκεται οριακά μπροστά στο 28%. Το CDU ήταν στο 14%, ενώ οι Πράσινοι στο 4,5%, κινδύνευαν να χάσουν το όριο του 5% για να μπουν στο κοινοβούλιο.

Το Alliance Sahra Wagenknecht ή BSW, το νέο κόμμα της άκρας αριστεράς που δημιουργήθηκε τον Ιανουάριο, βρίσκεται στο 13%. Ίσως χρειαστεί για να κρατήσει το AfD εκτός εξουσίας.

Εάν κερδίσουν οι Σοσιαλδημοκράτες, αυτό είναι απίθανο να πιστωθεί στον Σολτς, σημειώνει το Bloomberg. Ο Ντ. Βόιντκε, ο δημοφιλής πρωθυπουργός του SPD στo κρατίδιο τα τελευταία 11 χρόνια, προσπάθησε να αποστασιοποιηθεί από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση κατά τη διάρκεια της εκστρατείας και δεν κάλεσε τον Σολτς σε καμία από τις συγκεντρώσεις του.

Σύμφωνα με τη δημοσκόπηση για το ZDF, εάν οι ψηφοφόροι μπορούσαν να επιλέξουν απευθείας τον περιφερειακό πρωθυπουργό τους, το 59% θα επέλεγε τον Βόιντκε σε σύγκριση με το 16% για τον Χανς-Κρίστοφ Μπέρντ, τον κύριο υποψήφιο του AfD.

«Θέλαμε να καταστήσουμε σαφές ότι αυτές οι περιφερειακές εκλογές αφορούν το Βραδεμβούργο και ποιος θα οδηγήσει αυτό το κρατίδιο στο μέλλον», είπε ο Βόιντκε στο ZDF την Παρασκευή όταν ρωτήθηκε πόσο επιζήμιος ήταν ο Σολτς για τις προοπτικές του. Έχει αποκλείσει το ενδεχόμενο να συνεχίσει να είναι πρωθυπουργός εάν κερδίσει το AfD.

Μια άλλη απογοητευτική περιφερειακή επίδοση για το SPD είναι πιθανό να πυροδοτήσει νέα συζήτηση σχετικά με το εάν ο Σολτς είναι ο κατάλληλος άνθρωπος για να οδηγήσει το κόμμα στις επόμενες γενικές εκλογές. Ως εναλλακτική λύση, θα μπορούσε να θεωρηθεί ο υπουργός Άμυνας, Μπόρις Πιστόριους.

Ένας λόγος για την άνοδο των εξτρεμιστικών δυνάμεων δεξιά και αριστερά είναι η απογοήτευση των ψηφοφόρων με τη διαχείριση της παράτυπης μετανάστευσης από την κυβέρνηση — και το θέμα ήταν στο επίκεντρο της εκστρατείας στο Βρανδεμβούργο.

Ο πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία ήταν ένα άλλο σημαντικό - και διχαστικό - θέμα. Εκτός από την επιθυμία να περιορίσουν τις αφίξεις μεταναστών, τόσο το AfD όσο και το BSW έχουν ζητήσει να σταματήσει η γερμανική υποστήριξη προς την κυβέρνηση του Κιέβου.
με πληροφορίες από euro2day.gr

«Προοδευτική Συμμαχία» αντί Σοσιαλιστικής Διεθνούς προωθεί το SPD

Την ίδρυση της, ανταγωνιστικής προς τη Σοσιαλιστική Διεθνή, «Προοδευτικής Συμμαχίας» σχεδιάζει το γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD),

Γιατί προηγούνται οι Σοσιαλδημοκράτες στη Γερμανία;

Ποιοι είναι οι παράγοντες που αντέστρεψαν την τάση στις δημοσκοπήσεις για τις εκλογές της Κυριακής; Πιθανό αλλά όχι σίγουρο ότι το SPD - Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας - θα αναδειχθεί πρώτο κόμμα.


Το SPD πρώτο κόμμα; Πριν ένα μήνα ακόμη το ενδεχόμενο αυτό ήταν αδιανόητο. Μετά από μια προσωρινή πρωτιά των Πρασίνων στα τέλη Απριλίου με μέσα Μαΐου, σταθερά πρώτη δύναμη στις δημοσκοπήσεις ήταν οι Χριστιανοδημοκράτες (CDU) και οι βαυαροί Χριστιανοκοινωνιστές. (CSU). Θεωρούνταν βέβαιο ότι ο επόμενος καγκελάριος της Γερμανίας θα ήταν ο υποψήφιός τους Άρμιν Λάσετ. Τα ποσοστά του SPD κυμαίνονταν μεταξύ 14% και 16%. Από τις αρχές Αυγούστου διαπιστώνεται μια αλλαγή τάσης, τα ποσοστά των Σοσιαλδημοκρατών αρχίζουν να αυξάνονται. Για πρώτη φορά στις 19 Αυγούστου το SPD προσπερνά σε φετινή δημοσκοπική έρευνα τους Πράσινους και αναδεικνύεται δεύτερη πολιτική δύναμη. Η ανοδική τους πορεία συνεχίζεται. Τέλη Αυγούστου δημοσιεύονται οι πρώτες δημοσκοπικές έρευνες που βλέπουν το SPD πρώτο κόμμα. Το προβάδισμα παγιώνεται. Στις πιο πρόσφατες έρευνες οι Σοσιαλδημοκράτες συγκεντρώνουν 25%-26%, τα χριστιανικά κόμματα 21%-22% και οι Πράσινοι 15%/16%.

Σε συζήτηση της Ένωσης Ξένων Ανταποκριτών (VAP) στο Βερολίνο ο διευθυντής του δημοσκοπικού ινστιτούτου Infratest dimap, Νίκο Ζίγκελ, επισημαίνει ότι η άνοδος των Σοσιαλδημοκρατών σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με τις αδυναμίες που παρουσίασαν τα Χριστιανικά κόμματα και οι Πράσινοι. Κατά κανόνα οι γερμανοί πολίτες ψηφίζουν προγράμματα και όχι κόμματα, το περιεχόμενο είναι σημαντικότερο απ’ ότι οι υποψήφιοι. Οι φετινές εκλογές διαφέρουν όμως από τις προηγούμενες λόγω της αλλαγής στο αξίωμα του καγκελαρίου. Μετά από 16 χρόνια διακυβέρνησης της χώρας από την Άνγκελα Μέρκελ το ερώτημα ποιο πρόσωπο θα τη διαδεχθεί, αποκτά μεγαλύτερη σημασία. Όχι τόσο για τους οπαδούς του ακροδεξιού κόμματος Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) ή για το κόμμα Η Αριστερά, αλλά για τους ψηφοφόρους των κεντροδεξιών και κεντροαριστερών δυνάμεων CDU/CSU, SPD, Πράσινων και Φιλελευθέρων. Ο παράγοντας προσωπικότητα του υποψηφίου αποκτά μεγαλύτερη σημασία και επειδή οι δεσμοί οπαδού-κόμματος δεν είναι πλέον τόσο στενοί. Ενδεικτικό παράδειγμα της κινητικότητας σε ό,τι αφορά την εκλογική συμπεριφορά είναι το μεγάλο ποσοστό των αναποφάσιστων. Σύμφωνα με τον κ. Ζίγκελ, στα μέσα της προηγούμενης εβδομάδας το 30% περίπου των ψηφοφόρων δήλωναν ότι δεν είχαν ακόμη αποφασίσει σε ποιο κόμμα θα έδιναν τελικά την ψήφο τους.


Ο Σολτς κερδίζει από τις αδυναμίες των αντιπάλων του

Αφίσα του Όλαφ Σολτς: «Ψηφίστε τώρα σταθερές συντάξεις»

Σχεδόν σε όλες τις δημοσκοπήσεις ο υποψήφιος καγκελάριος των Σοσιαλδημοκρατών Όλαφ Σολτς θεωρείται από τους πολίτες πιο ικανός από τους πολιτικούς του αντιπάλους να διαχειριστεί βασικά ζητήματα της χώρας – από τα κοινωνικά θέματα, την οικονομία, την ψηφιοποίηση, την εξωτερική πολιτική ως και την κλιματική αλλαγή. Στη διαμόρφωση αυτής της εικόνας συνέβαλε ότι για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια οι Σοσιαλδημοκράτες εμφανίζονται προς τα έξω ενωμένοι, ότι κατάφεραν να αναδείξουν κεντρικά ζητήματα που βρίσκουν ανταπόκριση στους ψηφοφόρους (12 ευρώ κατώτερο ωρομίσθιο, ασφαλείς συντάξεις, όχι αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης) και ότι ο υποψήφιός τους Σολτς δεν έχει κάνει στο διάστημα της προεκλογιικής περιόδου σοβαρά λάθη ούτε έπεσε σε ατοπήματα. Εκτός αυτού, ο «ούριος άνεμος» για τους Σοσιαλδημοκράτες επιδρά θετικά στην κινητοποίηση ψηφοφόρων και δίνει κίνητρα στα μέλη και τους οπαδούς να συμμετέχουν πιο ενεργά στον προεκλογικό αγώνα.

Από την άλλη πλευρά, οι άμεσοι πολιτικοί αντίπαλοι του Όλαφ Σολτς για την καγκελάρια παρουσίασαν τρωτά σημεία. Η υποψήφια καγκελάριος των Πρασίνων, Ανναλένα Μπέρμποκ, βρέθηκε στο στόχαστρο της δημόσιας κριτικής λόγω λογοκλοπών σε βιβλίο της, λάθος στοιχεία στο βιογραφικό της και επειδή δεν δήλωσε όπως όφειλε εισοδήματα στο προεδρείο της βουλής. Σοβαρό μειονέκτημα για τον υποψήφιο καγκελάριο των CDU/CSU, Άρμιν Λάσετ, είναι ότι για μεγάλο διάστημα αμφισβητούνταν δημοσίως από στελέχη του πολιτικού του χώρου κατά πόσο είναι η σωστή επιλογή. Αρνητικά επέδρασσε και βίντεο που τον έδειχνε να ξεκαρδίζεται στα γέλια την ώρα που ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάιερ, εξέφραζε τη θλίψη του για την απώλεια ανθρώπινων ζωών στις περιοχές που επλήγησαν τον Ιούλιο από τις πλημμύρες.


Αβεβαιότητα ως το τέλος

Παρ΄ όλες τις συγκλίνουσες έρευνες για το προβάδισμα των Σοσιαλδημοκρατών, τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων δεν συνιστούν προγνωστικά εκλογών, επισημαίνει ο Νίκο Ζίγκελ. Οι δημοσκοπήσεις εκφράζουν διαθέσεις των ψηφοφόρων σε μια συγκεκριμένη στιγμή. Αυτό δεν σημαίνει ότι την ημέρα των εκλογών δεν μπορεί να αλλάξουν γνώμη. Πόσο μάλλον που ένας σημαντικός αριθμός πολιτών δεν έχει ακόμη αποφασίσει ποιο κόμμα θα ψηφίσει. Παρά τις επιφυλάξεις του, ο κ. Ζίγκελ δηλώνει ότι θα ήταν «μεγάλη έκπληξη» αν την ερχόμενη Κυριακή το ποσοστό των χριστιανικών κομμάτων ήταν μεγαλύτερο από αυτό των Σοσιαλδημοκρατών.
Παναγιώτης Κουπαράνης/DW

Οι αυριανές εκλογές για το γερμανικό Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο (Bundestag)



Μετά από 16 χρόνια ως καγκελάριος της Γερμανίας, η Άνγκελα Μέρκελ αφήνει πίσω της μια αμφιλεγόμενη κληρονομιά όσον αφορά την κοινωνική πολιτική. Από την μια πλευρά, διοικεί έναν σε μεγάλο βαθμό ευκατάστατο πληθυσμό. Όμως, μια μεγάλη πλειοψηφία του έχει μικρότερη επιρροή από ό,τι στο παρελθόν και έχει αναπτύξει μια αίσθηση εξάρτησης από τις δημόσιες υπηρεσίες και τους μηχανισμούς κοινωνικής προστασίας που τον έχει διαμορφώσει ιδεολογικά και πολιτικά...

Εν μέσω της ύφεσης στον στον μεταποιητικό κλάδο της Γερμανίας και του γεγονότος ότι η Άνγκελα Μέρκελ δεν θα είναι εκ νέου υποψήφια, τα κόμματα των τριών υποψήφιων καγκελαρίων βρίσκονται πιο κοντά το ένα στο άλλο στις δημοσκοπήσεις περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη φορά. Υπάρχει μια πιθανότητα για τη συμμετοχή και της Αριστεράς στην εξουσία: σε ένα συνασπισμό με τους σοσιαλδημοκράτες και τους Πράσινους.

Αυτές οι κοινοβουλευτικές εκλογές μάλλον θα είναι μια συναρπαστική αναμέτρηση, με το εκλογικό σώμα να έχει τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ 47 κομμάτων. Κάποια μικρότερα κόμματα που έχουν να ανταγωνιστούν τα επτά που εκπροσωπούνται σήμερα στην Μπούντεσταγκ–τα συντηρητικά κόμματα Χριστιανοδημοκρατική Ένωση-CDU, την Χριστιανοκοινωνική Ένωση-CSU, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα- SPD, η ακροδεξιά Εναλλακτική για τη Γερμανία-AfD, το φιλελεύθερο Ελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα-FDP, η Αριστερά-Die LINKE και οι Πράσινοι - Greens- είναι απίθανο να ξεπεράσουν το εκλογικό κατώφλι του 5% που απαιτείται για την είσοδο στο γερμανικό κοινοβούλιο. Ένα κόμμα που μπορεί να κάνει την έκπληξη είναι οι Ελεύθεροι Ψηφοφόροι- Freie Wähler (Free Voters), που εκπροσωπούνται ήδη σε ορισμένα περιφερειακά κοινοβούλια καθώς και στο Ευρωκοινοβούλιο (στο οποίο ανήκει στη φιλελεύθερη ομάδα Renew Europe).


Το εκλογικό σώμα

Δικαίωμα ψήφου στις εκλογές για την Μπούντεσταγκ έχουν 60,4 εκατομμύρια γερμανοί πολίτες άνω των 18 ετών. Λόγω των δημογραφικών στοιχείων της χώρας οι παλιότερες γενιές έχουν μεγαλύτερη επιρροή στα εκλογικά αποτελέσματα. Αυτή ενισχύεται από την τάση των νεότερων ψηφοφόρων να απέχουν από την κάλπη.


Οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις, αλλαγές στις εκλογικές προτιμήσεις
Ο μεταποιητικός κλάδος της Γερμανίας βρίσκεται σήμερα σε ύφεση. Αυτό δεν είναι μόνο το αποτέλεσμα της πανδημίας του COVID-19 και της επακόλουθης διαταραχής που προκλήθηκε στο παγκόσμιο εμπόριο καθώς και στις διακοπές στις αλυσίδες παραγωγής. Η γερμανική βιομηχανία αντιμετωπίζει μια μακροχρόνια διαρθρωτική κρίση. Οι προβλέψεις για την οικονομική μεγέθυνση έχουν προσαρμοστεί προς τα κάτω στο επίπεδο του 2–3%. Η νέα γερμανική κυβέρνηση θα επιφοριστεί με το καθήκον της αναδιάρθρωσης της βιομηχανίας της χώρας στο φόντο μιας ριζικά μεταβαλλόμενης παγκόσμιας οικονομίας και του οικολογικού μετασχηματισμό της κοινωνίας.

Μετά από 16 χρόνια ως καγκελάριος της Γερμανίας, η Άνγκελα Μέρκελ αφήνει πίσω της μια αμφιλεγόμενη κληρονομιά όσον αφορά την κοινωνική πολιτική. Από την μια πλευρά, διοικεί έναν σε μεγάλο βαθμό ευκατάστατο πληθυσμό. Όμως, μια μεγάλη πλειοψηφία του έχει μικρότερη επιρροή από ό,τι στο παρελθόν και έχει αναπτύξει μια αίσθηση εξάρτησης από τις δημόσιες υπηρεσίες και τους μηχανισμούς κοινωνικής προστασίας που τον έχει διαμορφώσει ιδεολογικά και πολιτικά. Οι κοινωνικές αναταράξεις, η κλιματική κρίση, μια αποτυχημένη στρατηγική πρόληψης των καταστροφών, τα σχολεία με τα μεγάλα προβλήματα, και οι καταπονημένες διοικητικές και υγειονομικές υπηρεσίες αντιμετωπίζονται ως απειλές για μια φαινομενικά ασφαλή ευημερία, απειλές για τις οποίες ευθύνονται οι «πολιτικοί» και «τα κόμματα». Η σημερινή κατάσταση στο Αφγανιστάν θέτει το πρόσθετο θέμα εξωτερικής πολιτικής του σχετικά με την ικανότητα των υποψηφίων στη διαχείριση κρίσεων. Από την άλλη πλευρά, η κοινωνία αντιμετωπίζει μια πολιτισμική υπερένταση. Εμφανίστηκαν εχθρικά αντίπαλα στρατόπεδα σε διάφορα θέματα, από τα εμβόλια, τον COVID-19 και την επιστήμη μέχρι τις ψευδείς ειδήσεις (fake news), τη μετανάστευση, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη δημοκρατία. Στη δημόσια σκηνή εμφανίστηκαν νέες μορφές εξτρεμισμού.


Ποιο είναι το νέο αυτή τη φορά;

Δύο πράγματα θα είναι διαφορετικά στις βουλευτικές εκλογές αυτού του χρόνου. Πρώτον, η απερχόμενη Άνγκελα Μέρκελ δεν θα είναι εκ νέου υποψήφια. Κανείς δεν είναι σε θέσση να ασχοληθεί κριτικά μαζί της, αλλά όλοι θα συγκριθούν με αυτήν. Και η καγκελάριος Μέρκελ είναι αυτή την στιγμή εξαιρετικά δημοφιλής. Ως ο απερχόμενος αντικαγκελάριος, ο υποψήφιος του SPD Όλαφ Σολτς παρουσιάζει τον εαυτό του ως τον «προφανή» συνεχιστή της προηγούμενης κατάστασης. portrays himself almost as the 'obvious' continuity candidate. Κάνοντάς το αυτό, ελπίζει να πάρει πίσω τους «μερκελιστές σοσιαλδημοκράτες», δηλαδή εκείνους από τους συνήθεις ψηφοφόρους του SPD που φήφισαν την CDU λόγω της Μέρκελ.

Η Αναλένα Μπέρμποκ (Πράσινοι) και ο Άρμιν Λασετ (CDU) δεν τα έχουν πάει καλά. Το αποτέλεσμα είναι πολύ σοβαρό αν λάβει κανείς υπόψη ότι στους εξαιρετικά περίπλοκους καιρούς και σε στιγμές που απαιτείται μεγαλύτερη καθοδήγηση και ηγετική ικανότητα, η προσωπικότητα εκείνων που θα έχουν τη βασική ευθύνη της διακυβέρνησης είναι ένα πολύ σημαντικό ζήτημα.

Δεύτερον, αυτές οι εκλογές έχουν προσθέσει ένα νέο επίπεδο πολυπλοκότητας. Στις δημοσκοπήσεις τα ποσοστά των κομμάτων των τριών υποψήφιων καγκελαρίων είναι πιο κοντά από ποτέ το ένα στο άλλο. Παραμένει ασαφές ποιο από τα κόμματα το CDU, το SPD ή οι Πράσινοι, θα υπερισχύσει στις εκλογές. Είναι επίσης ασαφές ποια από τις πολλές συμμαχικές επιλογές θα αποφασιστεί. Με εξαίρεση το AfD, όλα τα καθιερωμένα κόμματα είναι υποψήφια για έναν κυβερνητικό συνασπισμό. Αυτό σημαίνει, κατ' αρχάς, ότι οι ψηφοφόροι δεν γνωρίζουν ποιος θα είναι τελικά ο ηγέτης της χώρας. Σημαίνει επίσης ότι, μετά την ολοκλήρωση της εκλογικής διαδικασίας, οι υποσχέσεις των εκλογικών προγραμμάτων και οι δηλώσεις των υποψηφίων κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου θα παίξουν τελικά δευτερεύοντα ρόλο στις διερευνητικές συζητήσεις για τη δημιουργία κάποιου κυβερνητικού συνασπισμού.

Η εμπειρία της χώρας από την πολιτική που έχουν ασκήσει η ομοσπονδιακή κυβέρνηση και οι κυβερνήσεις των κρατιδίων στις οποίες κατά περίπτωση συμμετέχουν διάφορα από τα υποψήφια κόμματα, και είχαν στόχο την αντιμετώπιση της πανδημίας του COVID-19, έχει μια πρόσθετη συμβολή στη δυσαρέσκεια με ένα κομματικό σύστημα στο οποίο τα κόμματα πασχίζουν να αναδείξουν τις μεταξύ τους διαφορές.

Έχει ξεκινήσει μια μάχη για τον τρόπο έκφρασης του πολιτικού μομέντουμ. Το «νέο» είναι μια λέξη που χρησιμοποιείται πολύ στην εκστρατεία του CDU/CSU, το «τώρα» εμφανίζεται στις αφίσες του DIE LINKE, τα προβλήματά μας «ποτέ» δεν ήταν τόσο μεγάλα υποστηρίζει το FDP, ενώ οι Πράσινοι είναι «έτοιμοι». Είτε υπάρχει μια σταθερή έκκληση για αλλαγή είτε η πεποίθηση ότι η αλλαγή έχει συμβεί και τώρα ήρθε η ώρα της άμεσης δράσης.

Αποτελέσματα των εκλογών για την Μπούντεσταγκ του 2017
CDU/CSU: Χριστιανοδημοκρατική Ένωση/Χριστιανοκοινωνική Ένωση, SPD: Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας, LINKE: Η Αριστερά, FDP: Ελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα, AfD: Εναλλακτική για τη Γερμανία


    Τα βασικά θέματα και οι θέσεις των κομμάτων

    Δομική οικονομική αλλαγή, οικολογικός μετασχηματισμός και εκσυγχρονισμός του κράτους πρόνοιας: αυτές είναι οι τρεις βασικές πολιτικές προκλήσεις στις οποίες πρέπει να ανταποκριθούν τα κόμματα που συμμετέχουν στις εκλογές-και πρέπει να το κάνουν σε ασυνήθιστους καιρούς που χαρακτηρίζονται από αστάθεια και κρίση.

    Ποια είναι τα βασικά θέματα που υπάρχουν στα εκλογικά προγράμματα των κομμάτων [1];

    Τo CDU και το CSU θεωρού ότι είναι τα μόνο λαϊκά κόμματα που έχουν απομείνει. Το πρόγραμμά τους στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην πλατφόρμα που είχε στις εκλογές του 2017. Το σύνθημά τους για τη Γερμανία και για την πολιτική της ΕΕ είναι «σταθερότητα».

    Μετά από σημαντικές κυβερνητικές παρεμβάσεις σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής κατά τη διάρκεια της πανδημίας, οι Χριστιανοδημοκράτες/Χριστιανοκοινωνιστές προσπαθούν να επαναφέρουν το κράτος σε ένα ανεκτό επίπεδο.

    Εστιάζουν την προσοχή τους εστιάζεται στο ζήτημα της τεχνολογίας και των υποδομών. Στο πρόγραμμα γίνεται έκκληση για μιας μεγάλης κλίμακας προώθηση της καινοτομίας. Αυτό θα συνδυαστεί με μείωση της γραφειοκρατίας. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι τα θέματα νόμου και τάξης βρίσκονται ψηλά στην ατζέντα. Τα ζητήματα που αφορούν το κράτος πρόνοιας είναι ζωτικής σημασίας.

    Οι ενεργητικές ευρωπαϊκές και παγκόσμιες πολιτικές έχουν ιδιαίτερη θέση στο πρόγραμμα των CDU/CSU, όπως και η μεγαλύτερη ολοκλήρωση της ΕΕ και η επιθυμία αυτή να παίζε έναν καθοριστικό ρόλο στη διεθνή σκηνή. Το κλίμα και το περιβάλλον είναι χαμηλά στην ατζέντα τους.

    Για άλλη μια φορά, το SPD τονίζει την ανάγκη για επενδύσεις στο κράτος πρόνοιας: παροχή δημόσιας υγειονομικής περίθαλψης, βελτιωμένη κοινωνική προστασία για τους άνεργους, συντάξεις και βασικό επίδομα παιδιού. Το SPD παρουσιάζεται ως το κόμμα των εργαζομένων, απαιτώντας «καλές και ασφαλείς θέσεις εργασίας».
    Ο όρος που χρησιμοποεί το SPD διατυπώνοντας το αίτημά του για μεγαλύτερη ισότητα σε θέματα όπως το εισόδημα και ο πλούτος, η προστασία των μειονοτήτων, το φύλο, η κατανομή των οικονομικών βαρών της που προκαλεί η κλιματική αλλαγή, είναι «σεβασμός». Η βιωσιμότητα είναι ένα άλλο βασικο θέμα του εκλογικού του προγράμματος.
    Σε γενικές γραμμές, το SPD θέτει τη ρύθμιση της αγοράς και τις επενδύσεις στο κράτος πρόνοιας στην κορυφή της ατζέντας του. Η συμπερίληψη θεμάτων όπως η ισότητα και ο σεβασμός καθιστούν αυτό το πρόγραμμα πιο αριστερό σε σύγκριση με εκείνο που είχε στις εκλογές του 2017.

    Στο δικό του προεκλογικό πρόγραμμα, το AfD εστιάζει σε μεγάλο βαθμό στις αυστηρές συντηρητικές, «παραδοσιακές αξίες», ιδιαίτερα στην «οικογένεια». Όσον αφορά την απορρύθμιση, το κόμμα υποστηρίζει μια ακόμη πιο υπερ-ελεύθερη αγορά και από το FDP. Η αντι-ΕΕ πολιτική είναι επίσης ένα καθοριστικό στοιχείο της ατζέντας του. Με το σύνθημα «Πρώτα η Γερμανία» προωθεί τον εθνικισμό και τον πατριωτισμό. Το AfD απορρίπτει την παραβίαση των πολιτικών δικαιωμάτων από τα μέτρα που επιβάλλονται για τον έλεγχο της πανδημίας. Οι «πολιτικές ελευθερίες» αποτελούν την αιχή του δόρατος του αγώνα του εναντίον, μεταξύ άλλων, των κρατικών ΜΜΕ «που αντιμετωπίζουν του πολίτες ως νήπια», της πολιτικής ορθότητας κ.λπ. Πρόκειαι, αναμφίβολα, για ένα δεξιό πρόγραμμα.

    Το FDP εμφανίζεται ως ένα προοδευτικό φιλελεύθερο κόμμα που επικεντρώνει την προσοχή του στις ίσες ευκαιρίες, τις πολιτικές ελευθερίες και τα ανθρώπινα δικαιώματα και την ενδυνάμωση της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Κατά τα άλλα, το κόμμα πιστεύει ακράδαντα στην ελεύθερη αγορά, την απορρύθμιση και την απελευθέρωση της οικονομίας της αγοράς από τη γραφειοκρατία και τις κυβερνητικές ρυθμίσεις.
    Η ψηφιοποίηση είναι ένα μείζον θέμα. Το κόμμα δείχνει μεγάλο ενδιαφέρον για την προώθηση της τεχνολογικής εξέλιξης και επιμένει ότι πρέπει να επεκταθούν οι υποδομές που σχετίζονται με αυτήν. Σε αντίθεση με προηγούμενα εκλογικά του προγράμματα, αυτή τη φορά το φιλελεύθερο αυτό κόμμα κάνει έκκληση και για επενδύσεις στο κράτος πρόνοιας.

    Οι Πράσινοι διατηρούν την γνωστή προσέγγισή τους στα προγραμματικά θέματα η οποία που βασίζεται στις αξίες τους. Η προτεραιότητά τους είναι η ισότητα και η δικαιοσύνη, που συνδέονται με το κλίμα και τη βιωσιμότητα.
    Το πρόγραμμά τους κλίνει επίσης σαφώς υπέρ «της προτεραιότητας του κράτους». Περισσότερη κυβέρνηση, υπό την έννοια της επέκτασης του κράτους πρόνοιας, σημαίνει να δοθεί βάρος στην ενίσχυση των δημόσιων υπηρεσιών, με έμφαση στη δημιουργία ενός μεγαλύτερου δημόσιο τομέα υγείας. Πρέπει να υπάρξει μεγαλύτερη ρύθμιση στην αγορά εργασίας, και να βελτιωθεί η ποιότητα της εκπαίδευσης. Όμως, για τους Πράσινους ένα μεγαλύτερο κράτος σημαίνει επίσης την ενίσχυση κάποιων θεσμών, όπως η αστυνομία και ο στρατός, καθώς και αυστηρότερες ρυθμίσεις στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Οι πλούσιοι ιδιώτες και οι εταιρείες πρέπει να πληρώνουν περισσότερους φόρους∙ συζητείται επίσης η επιβολή ενός φόρου περιουσίας. Προβλέπονται μεγαλύτερες κρατικές επενδύσεις σε «πράσινες» τεχνολογίες και στην έρευνα, καθώς και κοινωνικά μέτρα για την ανακούφιση των επιπτώσεων που θα έχουν οι αλλαγές. Η Γερμανία πρέπει να έχει μια ενεργητική μεταναστευτική πολιτική, καθώς και μια πιο ενεργητική εξωτερική πολιτική στα ζητήματα που αφορούν την προστασία του κλίματοςκαι τα ανθρώπινα δικαιώματα.

    Παραδοσιακά, το DIE LINKE εστιάζει την προσοχή του στο ζήτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης, δηλαδή της κοινωνικής αναδιανομής σε όλους τους τομείς της κοινωνίας, και σε μια ειρηνική εξωτερική πολιτική.

    Το πολιτικό εργαλείο που έχει επιλέξει είναι η αναδιανομή: αυτή περιλαμβάνει μια διαφορετική πρωτογενή κατανομή (υψηλότεροι μισθοί, εξάλειψη του τομέα των χαμηλών μισθών), μεταφορά εισοδημάτων (υψηλότερες συντάξεις, συνταξιοδότηση το αργότερο στα 65 έτη, αύξηση των χαμηλών συντάξεων) και κοινωνικές εγγυήσεις έναντι διαφόρων κινδύνων.

    Πρέπει να διευρυνθεί το κράτος πρόνοιας και να βελτιωθούν οι δημόσιες υπηρεσίες (στους τομείς της διαβίωσης, της φροντίδας και της υγείας, της εκπαίδευσης και των τοπικών δημόσιων συγκοινωνιών). Όλες αυτές οι δαπάνες θα χρηματοδοτηθούν μέσω μιας φορολογικής πολιτικής που θα μετατοπίζει το βάρος από εκείνους που έχουν χαμηλά και μεσαία εισοδήματα σε εκείνους που έχουν υψηλά εισοδήματα ή σημαντικό πλούτο.

    Ένα άλλο βασικό ζήτημα είναι η «δίκαιη μετάβαση» σε σχέση με το κλίμα και το περιβάλλον. Και εδώ το κλειδί είναι η κοινωνική αναδιανομή.

    Το πρόγραμμα του DIE LINKE προβάλλει ως βασική αξία την αλληλεγγύη, υποστηρίζοντας μια ριζοσπαστική, προοδευτική, ελευθεριακή πολιτική κατά των διακρίσεων και του ρατσισμού και μια πολιτική για το άσυλο και τους πρόσφυγες στην οποία αντανακλάται αυτή η αξία.

    Το DIE LINKE πρέπει να είναι πάλι στην Μπούντεσταγκ μετά από αυτές τις εκλογές. Σ' αυτήν την περίπτωση ένας μόνο δρόμος υπάρχει για τη συμμετοχή του στην εξουσία: ένας συνασπισμός με το SPD και τους Πράσινους. Κανένα από τα τρία κόμματα δεν είναι υπέρ μιας τέτοιας εταιρικής σχέσης, αλλά και κανένα δεν την αποκλείει. Η εκπροσώπηση στο γερμανικό κοινοβούλιο είναι ζωτικής σημασίας για την ανάπτυξη του κόμματος. Η πολιτική του ατζέντα έχει διαμορφωθεί εδώ και μια δεκαετία, και έκτοτε υπάρχει εισροή νέων μελών που αποτελούν πλέον το 50% της βάσης του κόμματος.Το DIE LINKE είναι πράγματι ένα κόμμα του μέλλοντος.

Υποσημείωση
Αυτό βασίζεται στην ανάλυση του Berlin Social Science Center (WZB):

Ο δισεκατομμυριούχος Αντρέϊ Μπάμπις κερδίζει στην Τσεχία, σχεδιάζει ευρωσκεπτικιστική στροφή

Αντρέι Μπάμπις έχει επίσης σφυρηλατήσει στενούς δεσμούς με τον Ούγγρο πρωθυπουργό Βίκτορ Όρμπαν και έχει συμμαχήσει με ακροδεξιές δυνάμεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο..

    Ο Αντρέι Μπάμπις φτάνοντας στην έδρα του κόμματός του στην Πράγα, δήλωσε «χαρούμενος», παίζοντας μια παλιά ιταλική επιτυχία μέσω ενός φορητού ηχείου. Ο αντιπρόεδρος Κάρελ Χάβλιτσεκ δήλωσε ότι το κόμμα ANO θα μπορούσε να φανταστεί μετεκλογική συνεργασία με τους Αυτοκινητιστές,


Με καταμετρημένο το 95% των ψήφων, το κόμμα της αντιπολίτευσης ANO με επικεφαλής τον πρώην πρωθυπουργό Αντρέϊ Μπάμπις (Andrej Babiš) κέρδισε τις τσεχικές βουλευτικές εκλογές με 35,5%. Ο συνασπισμός Spolu (Μαζί) ακολούθησε με 23% και οι Δήμαρχοι και Ανεξάρτητοι (STAN) τερμάτισαν τρίτοι με 11%. Οι Πειρατές κέρδισαν 8,6%, η Ελευθερία και Άμεση Δημοκρατία (SPD) 7,9% και οι Αυτοκινητιστές 6,8%. Η προσέλευση των ψηφοφόρων έφτασε σχεδόν το 69%.

Το ευρωσκεπτικιστικό κόμμα ANO του δισεκατομμυριούχου Αντρέϊ Μπάμπις έχει πάρει ένα σημαντικό προβάδισμα στις βουλευτικές εκλογές της Τσεχικής Δημοκρατίας, αλλά βρίσκεται σε καλό δρόμο για να μην εξασφαλίσει την πλειοψηφία.

Με καταμετρημένα τα ψηφοδέλτια από περισσότερο από το 97% των εκλογικών τμημάτων το Σάββατο, το ANO συγκέντρωσε το 35,5% των ψήφων, σύμφωνα με την Τσεχική Στατιστική Υπηρεσία. Η κεντροδεξιά συμμαχία Spolu (Μαζί) του πρωθυπουργού Petr Fiala έχασε το 23%.τέλος λίστας

Λίγο μετά την ανακοίνωση των προκαταρκτικών αποτελεσμάτων, o Petr Φιάλα παραδέχτηκε την ήττα της και έδωσε συγχαρητήρια στον Αντρέϊ Μπάμπις.

Η προσέλευση έφτασε το 68%, το υψηλότερο από το 1998, με περισσότερους από 4.400 υποψηφίους και 26 κόμματα να διεκδικούν έδρες στην κάτω βουλή των 200 μελών.

Ο πρόεδρος Πετρ Πάβελ, ο οποίος έχει την εξουσία να διορίσει τον επόμενο πρωθυπουργό, αναμένεται να ξεκινήσει συνομιλίες για τον σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού με τους ηγέτες των κομμάτων την Κυριακή, μόλις οριστικοποιηθούν τα αποτελέσματα. Οι αξιωματούχοι έχουν προειδοποιήσει ότι η καθιέρωση της επιστολικής ψήφου θα μπορούσε να επιβραδύνει την επίσημη επιβεβαίωση.

Παρά την ισχυρή επίδοση, η αποτυχία εξασφάλισης πλειοψηφίας σημαίνει ότι ο Μπάμπις δεν μπορεί να κυβερνήσει μόνος του. Τα πρώτα σημάδια υποδηλώνουν ότι το ANO μπορεί να ζητήσει υποστήριξη από τους Αυτοκινητιστές, ένα κόμμα που αντιτίθεται στις πράσινες πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και το ακροδεξιό κόμμα Ελευθερία και Άμεση Δημοκρατία (SPD), το οποίο έχει κάνει εκστρατεία κατά τόσο του ΝΑΤΟ όσο και της ΕΕ.

Ο αναπληρωτής πρόεδρος του SPD, Ράντιμ Φιάλα, δήλωσε στην τσεχική τηλεόραση ότι το κόμμα ήταν έτοιμο να βοηθήσει στην ανατροπή της κυβέρνησης. «Πήγαμε στις εκλογές με στόχο να τερματίσουμε την κυβέρνηση του Πέτρ Φιάλα και η υποστήριξη ακόμη και για ένα μειοψηφικό υπουργικό συμβούλιο του ANO είναι σημαντική για εμάς και θα επιτύγχανε τον στόχο που είχαμε για αυτές τις εκλογές», είπε.

Τα μερικά αποτελέσματα έδειξαν ότι τα περιθωριακά φιλορωσικά κόμματα δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα. Το SPD συγκέντρωσε το 8%, ενώ το ακροαριστερό κίνημα Stacilo!, με επίκεντρο το Κομμουνιστικό Κόμμα, δεν κατάφερε να ξεπεράσει το όριο του 5% για να εισέλθει στο κοινοβούλιο.

Ο Μπάμπις, ο οποίος ηγήθηκε μιας κεντροαριστερής κυβέρνησης από το 2017 έως το 2021, έχει μετατοπιστεί απότομα προς τα δεξιά τα τελευταία χρόνια. Κάποτε υποστήριζε την υιοθέτηση του ευρώ, τώρα αυτοαποκαλείται ευρωσκεπτικιστής και θαυμαστής του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, μοιράζοντας μάλιστα καπέλα του μπέιζμπολ «Strong Czechia» εμπνευσμένα από το σύνθημα MAGA του Τραμπ.

Έχει επίσης σφυρηλατήσει στενούς δεσμούς με τον Ούγγρο πρωθυπουργό Βίκτορ Όρμπαν και έχει συμμαχήσει με ακροδεξιές δυνάμεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Ενώ αντιστέκεται στο αίτημα του SPD για δημοψήφισμα σχετικά με την αποχώρηση από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ, ο Μπάμπις έχει υποσχεθεί να τερματίσει την πρωτοβουλία της Πράγας για την προμήθεια όπλων στην Ουκρανία, επιμένοντας ότι η στρατιωτική βοήθεια θα πρέπει να διαχειρίζεται απευθείας από το ΝΑΤΟ και την ΕΕ.
με πληροφορίες από τον Διρθνής τύπο

Γερμανία: «Κυβέρνηση των μεταρρυθμίσεων και της προόδου» - Έναρξη διερευνητικών για σχηματισμό κυβερνητικού συνασπισμού

The party leaders SPD. Greens and FDP 

 

SPD, Greens και FDP θέλουν μετά το πέρας των διερευνητικών να σχηματίσουν κυβερνητικό συνασπισμό ως τα Χριστούγεννα. «Κυβέρνηση των μεταρρυθμίσεων και της προόδου».


Σοσιαληδημοκράτες (SPD), Πράσινοι (Die Grünen) και Φιλελεύθεροι (FDP) ολοκλήρωσαν τις διερευνητικές συνομιλίες και συμφώνησαν να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις για το σχηματισμό κυβερνητικού συνασπισμού. Σε συνέντευξη τύπου το μεσημέρι της Παρασκευής στο Βερολίνο οι επικεφαλής των τριών κομμάτων εξέφρασαν την πεποίθηση ότι ο μελλοντικός συνασπισμός θα είναι μια «κυβέρνηση των μεταρρυθμίσεων και της προόδου» και ότι αυτή η δεκαετία θα είναι μια «δεκαετία της καινοτομίας» στη Γερμανία.

Σύμφωνα με τον υποψήφιο καγκελάριο των Σοσιαλδημοκρατών Όλαφ Σολτς, τα τρία κόμματα σκοπεύουν να υλοποιήσουν το «μεγαλύτερο βιομηχανικό εκσυγχρονιστικό πρόγραμμα, που εφαρμόστηκε στη Γερμανία την τελευταία εκατονταετία.» Ο δε πρόεδρος των Φιλελευθέρων, Κρίστιαν Λίντνερ, έκανε λόγο για μια «μεγάλη ευκαιρία» που δίνεται για τον εκσυγχρονισμό της κοινωνίας, της οικονομίας και κράτους. Ενώ ο συμπρόεδρος των Πρασίνων Ρόμπερτ Χάμπεκ τόνισε ότι το αποτέλεσμα των συμβιβασμών που έχουν κάνει τα κόμματα δεν συνιστά τον «ελάχιστό κοινό παρονομαστή».

Βασικά σημεία της συμφωνίας

Το δωδεκασέλιδο κείμενο, στο οποίο συμφώνησαν Σοσιαλδημοκράτες, Πράσινοι και Φιλελεύθεροι, αναφέρονται ως στόχοι μεταξύ άλλων:
  1. -Εντατική προώθηση της ψηφιοποίησης
  2. -Επίσπευση της απαλλαγής της Γερμανίας από τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα. Για παράδειγμα – το 2030 και όχι το 2038 θα σταματήσει να αξιοποιείται το κάρβουνο για την παραγωγή ενέργειας
  3. -Αύξηση του κατώτερου ωρομισθίου από 9,60 ευρώ στα 12 ευρώ (αίτημα SPD, Πρασίνων)
  4. -Δεν μειώνονται οι συντάξεις (αίτημα SPD, Πρασίνων)
  5. -Δεν αυξάνονται οι φόροι (αίτημα Φιλελευθέρων)\
  6. -Δεν επιβάλλεται όριο ταχύτητας 130 χμ/ώ (αίτημα Φιλελευθέρων)
  7. -Δεν χαλαρώνει το φρένο χρέους (αίτημα Φιλελευθέρων)
  8. -Τα δικαιώματα του παιδιού κατοχυρώνονται συνταγματικά
  9. -Κατάργηση της επιβάρυνσης που προβλέπει ο νόμος περί ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (EEG)
  10. -Διάθεση του 2% του εδάφους της χώρας στη στεριά και πολύ μεγαλύτερης έκτασης στη γερμανική ΑΟΖ για αιολικά πάρκα.
  11. - Νέα νομοθεσία για τη μετανάστευση – προσέλκυση καταρτισμένου προσωπικού από το εξωτερικό, επίσπευση διαδικασιών παροχής ασύλου και επανένωσης οικογενειών
  12. -Δημιουργία 400.000 νέων διαμερισμάτων ετησίως, από αυτά τα 100.000 με δημόσιες δαπάνες
  13. -Ααύξηση των δημόσιων επενδύσεων στον τομέα της έρευνας στο 3,5% του ΑΕΠ
  14. -Δικαίωμα ψήφου στα 16 για τις εθνικές και τις ευρωεκλογές.

Συνεδριάζουν τα κομματικά όργανα

Τα αποτελέσματα των διερευνητικών συνομιλιών θα συζητηθούν τώρα στα αρμόδια όργανα των τριών κομμάτων. Ήδη το απόγευμα της Παρασκευής συνήλθε το προεδρείο των Σοσιαλδημοκρατών και έδωσε ομόφωνα πράσινο φως για την έναρξη διαπραγματεύσεων για το σχηματισμό κυβερνητικού συνασπισμού. Ανάλογες αποφάσεις αναμένονται την Κυριακή από το «Μικρό Συνέδριο» των Πρασίνων και τη Δευτέρα από το προεδρείο των Φιλελευθέρων. Πιθανολογείται ότι οι διαπραγματεύσεις θα ξεκινήσουν την ερχόμενη εβδομάδα. Σύμφωνα με τον Όλαφ Σολτς, στόχος των τριών κομμάτων είναι να σχηματίσουν κυβέρνηση πριν από τα Χριστούγεννα.

Σε δημοσκόπηση μάλιστα για λογαριασμό του Δεύτερου Γερμανικού Προγράμματος (ZDF) το 62% των ερωτηθέντων επικροτεί την πρόθεση σχηματισμού κυβερνητικού συνασπισμού Σοσιαλδημοκρατών, Πρασίνων και Φιλελευθέρων

Την ίδια στιγμή η μεγάλη πλειοψηφία απορρίπτει είτε μια κυβέρνηση των χριστιανικών κομμάτων CDU/CSU με Πράσινους και Φιλελεύθερους, είτε μια κυβέρνηση Σοσιαλδημοκρατών και χριστιανικών κομμάτων. 

Το 75% των ερωτηθέντων θέλει τον Όλαφ Σολτς, ο οποίος παραμένει μετά την Άνγκελα Μέρκελ ο πιο δημοφιλής πολιτικός της Γερμανίας, στο αξίωμα του καγκελαρίου.
Παναγιώτης Κουπαράνης / DW

Γερμανία: «ΝΑΙ» των Σοσιαλδημοκρατών στο μεγάλο συνασπισμό

Υπέρ της έναρξης των επίσημων και ουσιαστικών διαπραγματεύσεων για το σχηματισμό κυβέρνησης με τη χριστιανική ένωση τάχθηκε σήμερα το έκτακτο συνέδριο των Σοσιαλδημοκρατών στη Βόννη.


  Σχεδόν τέσσερις μήνες μετά τις ομοσπονδιακές εκλογές του Σεπτεμβρίου το SPD έδωσε το πράσινο φως για την έναρξη διαπραγματεύσεων με τους Χριστιανοδημοκράτες / Χριστιανοκοινωνιστές για το σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας. Στο έκτακτο συνέδριο του κόμματος στη Βόννη το 56,4% των συνολικά 642 συνέδρων ψήφισαν υπέρ της πρότασης της κομματικής ηγεσίας. Συγκεκριμένα υπέρ ψήφισαν 362, 279 καταψήφισαν ενώ ένας απείχε.

«Ανακουφισμένος» δήλωσε μετά την ανακοίνωση του αποτελέσματος ο πρόεδρος των Σοσιαλδημοκρατών Μάρτιν Σουλτς, προαναγγέλλοντας την ίδια ώρα «σκληρές διαπραγματεύσεις» με τους συντηρητικούς της καγκελαρίου Μέρκελ. «Τις επόμενες μέρες το SPD θα έχει συνομιλίες με την CDU/CSU προκειμένου να συμφωνηθεί ένας οδικός χάρτης για τις διαπραγματεύσεις», όπως είπε.

Επόμενος σκόπελοςτο εσωκομματικό δημοψήφισμα


Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των τριών δυνητικών εταίρων αναμένεται να ξεκινήσουν εντός της εβδομάδας. Προσβλέποντας σε συνοπτικές διαδικασίες η Αγκ. Μέρκελ είπε πρόσφατα ότι στόχος είναι να έχουν ολοκληρωθεί εντός του Φεβρουαρίου. Εντούτοις ακόμη και η επιτυχής κατάληξη των επίσημων πλέον διαπραγματεύσεων δεν συνεπάγεται κάποιον αυτοματισμό στο σχηματισμό κυβέρνησης: επί του τελικού κειμένου της κυβερνητικής συμφωνίας μεταξύ των τριών κομμάτων θα κληθούν να τοποθετηθούν στο πλαίσιο εσωκομματικού δημοψηφίσματος και τα 440.000 μέλη του SPD. Σε περίπτωση που οι διαδικασίες προχωρήσουν κανονικά και δεν υπάρξουν σημαντικές καθυστερήσεις και εφόσον βέβαια δώσει το τελικό πράσινο φως και η κομματική βάση, η νέα γερμανική κυβέρνηση ενδέχεται να σχηματιστεί λίγο πριν το Πάσχα των Καθολικών (1η Απριλίου).

Της ψηφοφορίας που πραγματοποιήθηκε δι΄ ανατάσεως της χειρός προηγήθηκε μια έντονη, συναισθηματικά φορτισμένη και ιδιαίτερα «ζωντανή» συζήτηση όπου τα στρατόπεδα του «ναι» και του «όχι» παρουσίασαν τα επιχειρήματά τους.

 Η ομιλία Σουλτς και το μήνυμα Τσίπρα

 
Στην ομιλία του ο Μάρτιν Σουλτς, επιχειρώντας να αιτιολογήσει τη στροφή 180 μοιρών που έκανε -αφού προχώρησε σε διερευνητικές με τη Μέρκελ παρότι το βράδυ των εκλογών ο ίδιος το απέκλειε κατηγορηματικά- επισήμανε ότι μετά το ναυάγιο των διερευνητικών για τη λεγόμενη «Τζαμάικα» άλλαξαν ριζικά τα δεδομένα. Προτεραιότητά του, όπως είπε, όντας πρόεδρος ενός σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, είναι να προωθεί εν γένει πολιτικές που βελτιώνουν τις ζωές των ανθρώπων όχι μόνον στη Γερμανία, αλλά σε ολόκληρη την Ευρώπη. Και αυτό ακριβώς μπορεί να επιτευχθεί με τη συμφωνία που πέτυχε στις διερευνητικές και όπου σύμφωνα με τον ίδιο, το κόμμα κατάφερε να περάσει πολλές προτάσεις που διασφαλίζουν την κοινωνική δικαιοσύνη. «Κατεβήκαμε στις εκλογές για να κάνουμε τη Γερμανία πιο δίκαιη και την Ευρώπη πιο ισχυρή», είπε χαρακτηριστικά.

Ο αρχηγός του SPD αναφέρθηκε εκτενώς στο μέλλον της Ευρώπης, τις ευθύνες του κόμματος έναντι των υπολοίπων Ευρωπαίων, αλλά και στο ρόλο του SPD στην αναχαίτιση του ακροδεξιού ρεύματος στη γηραιά ήπειρο. Ο Μάρτιν Σουλτς περιέγραψε μάλιστα την προκαταρκτική συμφωνία με τους Χριστιανοδημοκράτες ως ένα «μανιφέστο για μια ευρωπαϊκή Γερμανία», για μια Ευρώπη των επενδύσεων και ενός ενιαίου κατώτατου μισθού, ενώ μίλησε για το τέλος της γερμανικής πολιτικής στην Ευρώπη, αλλά και το τέλος της λιτότητας.

Σε μια αποστροφή του λόγου του αναφέρθηκε μάλιστα σε πρόσφατο μήνυμα που του έστειλε ο έλληνας πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, γράφοντάς του ότι «αν γίνουν πραγματικότητα τα όσα συμφωνήσατε (σσ. με τη Μέρκελ) για την Ευρώπη, τότε και η νέα γενιά στην Ελλάδα μπορεί να τρέφει επιτέλους και πάλι ελπίδες για απασχόληση και εργασία».

Η καγκελάριος και πρόεδρος της CDU Άγκελα Μέρκελ χαιρέτισε το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας, τονίζοντας για άλλη μια φορά ότι το κόμμα της επιδιώκει μια σταθερή κυβέρνηση. Επανέλαβε όμως ότι βάση των διαπραγματεύσεων θα αποτελέσει το αποτέλεσμα των διερευνητικών, απορρίπτοντας ουσιαστικά τις αξιώσεις Σουλτς για επαναδιαπραγμάτευση και βελτιώσεις ορισμένων σημείων της προκαταρκτικής συμφωνίας.
Κώστας Συμεωνίδης/Deutsche Welle

Πράσινοι: Διεργασίες για συμμετοχή στην επόμενη κυβέρνηση Γερμανίας - Αισιοδοξία στο SPD – πόλεμος στο CDU

από το σημερινό Συνέδριο των Πρασίνων στο Βερολίνο

Στο «Μικρό Κομματικό Συνέδριο» των Πρασίνων δρομολογούνται διαδικασίετο για τον σχηματισμό της επόμενης κυβέρνησης συνασπισμού. Το SPD πιέζει για διαπραγματεύσεις, ενώ το CDU ασχολείται με τον εαυτό του.

Στο Βερολίνο πραγματοποιείται σήμερα το «Μικρό Κομματικό Συνέδριο» των Πρασίνων. Βασικά θέματα είναι ο απολογισμός των εκλογών και η δρομολόγηση των επόμενων βημάτων για τον σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού. Το σενάριο των Πρασίνων προβλέπει ότι σήμερα το συνέδριο αποφασίζει για τη σύνθεση της δεκαμελούς ομάδας, η οποία θα διεξάγει τις διερευνητικές συνομιλίες με τα άλλα κόμματα. Από τη στιγμή που ολοκληρωθεί ο γύρος των διερευνητικών, θα συνέλθει κανονικό κομματικό συνέδριο, για να δώσει πράσινο φως σε διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης. Το αποτέλεσμα αυτών των διαπραγματεύσεων αλλά και η λίστα των στελεχών των Πρασίνων που θα αναλάβουν κυβερνητικά αξιώματα, θα πρέπει να εγκριθούν με εσωκομματικό δημοψήφισμα. Στο πλαίσιο των πρώτων επαφών μεταξύ κομμάτων που διεξάγονται αυτό το διάστημα - την Κυριακή οι Σοσιαλδημοκράτες (SPD) θα συναντηθούν διαδοχικά με τους Πράσινους και με τους Φιλελεύθερους. Επίσης την Κυριακή, τα χριστιανικά κόμματα CDU/ CSU θα συνομιλήσουν με τους Φιλελευθέρους, ενώ την Τρίτη θα συναντηθούν με τους Πράσινους.

Αισιοδοξία στο SPD – πόλεμος στο CDU

Παρ' ότι δεν έχουν καν ξεκινήσει κανονικά διερευνητικές συνομιλίες ο συμπρόεδρος των Σοσιαλδημοκρατών, Νόρμπερτ Βάλτερ-Μπόργιανς εκφράζει την πεποίθηση ότι εντός του Οκτωβρίου θα μπορούσαν να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού των Σοσιαλδημοκρατών με τους Πράσινους και τους Φιλελευθέρους. Σε συνέντευξη με την κυριακάτική Welt το θεωρεί εφικτό να σχηματιστεί κυβέρνηση ως το τέλος του χρόνου.

Στα δε χριστιανικά κόμματα συνεχίζεται η δημόσια αμφισβήτηση του προέδρου των Χριστιανοδημοκρατών (CDU) και υποψήφιου καγκελάριου, Άρμιν Λάσετ. Σχεδόν απροκάλυπτα ηγετικά στελέχη όπως ο υπουργός Υγείας, Γενς Σπαν ή το μέλος του προεδρείου του κόμματος, Νόρμπερτ Ρέτγκεν, ζητούν την παραίτησηή του. Εκκλήσεις άλλων επιφανών στελεχών για συσπείρωση προκειμένου να διατηρηθεί η δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης με Πράσινους και Φιλελευθέρους μένουν χωρίς ανταπόκριση.
Παναγιώτης Κουπαράνης / DW

Ξαναζεσταμένη σούπα από τη Μέρκελ

Η «επανίδρυση»  της Χριστιανοδημοκρατίας θυμίζει ξαναζεσταμένο φαγητό, που προσπαθεί να νοστιμίσει με μπόλικο καυτό πιπέρι. Αυτό που απομένει, τώρα είναι να εγκρίνουν και «οι σύντροφοι» Σοσιαλδημοκράτες τα σχέδια της τέταρτης περιόδου του Μερκελισμού, σε ρόλο σερβιτόρου προς την κοινή γνώμη...



Οι Χριστιανοδημοκράτες έκαναν το «καθήκον» τους, όπως αρμόζει σε ένα καθωσπρέπει συντηρητικό κόμμα. Ενέκριναν με συντριπτική πλειοψηφία το κυβερνητικό πρόγραμμα συνεργασίας με τους Σοσιαλδημοκράτες και υπερψήφισαν τις επιλογές της Ανγκέλα Μέρκελ τόσο για την κυβέρνηση, όσο και για τη θέση της Γενικής Γραμματέως του κόμματος. Η «επανίδρυση» της Χριστιανοδημοκρατίας θυμίζει ξαναζεσταμένο φαγητό, που προσπαθεί να νοστιμίσει με μπόλικο καυτό πιπέρι. Αυτό που απομένει, τώρα είναι να εγκρίνουν και «οι σύντροφοι» Σοσιαλδημοκράτες τα σχέδια της τέταρτης περιόδου του Μερκελισμού, σε ρόλο σερβιτόρου προς την κοινή γνώμη. Η οικονομική ελίτ θεωρεί ότι μπορεί να κοιμάται ήσυχη για τα επόμενα τέσσερα χρόνια. Αλλά η Αριστερά δεν έχει την πολυτέλεια να πέσει σε λήθαργο απέναντι σε μια κυβέρνηση, που γλιστρώντας προς τα δεξιά, βάζει σε ολοένα και περισσότερα γερμανικά σπίτια εθνικιστικές, νεοσυντηρητικές ιδέες.

Η Ανγκέλα Μέρκελ έχει αποδείξει εδώ και δεκαετίες ότι παίζει στα δάχτυλα τα παιχνίδια με τους εσωκομματικούς μηχανισμούς. Το επιβεβαίωσε πανηγυρικά αυτή την εβδομάδα, σε ένα συνέδριο που ήταν μια πραγματική φιέστα συντηρητισμού, μαζί με τα απαραίτητα λόγω ηλικίας στοιχεία «λίφτινγκ». Η Χριστιανοδημοκρατική Ένωση είπε το μεγάλο «ναι» στο κυβερνητικό πρόγραμμα του επόμενου μεγάλου συνασπισμού και ενέκρινε τα νέα πρόσωπα που θα την εκπροσωπήσουν στην κυβέρνηση. Ξεχωρίζει η παρουσία γυναικών, που όμως όλες τους εκπροσωπούν σε μεγάλο βαθμό το συντηρητικό πρότυπο της εργαζόμενης νοικοκυράς. Γυναίκα θα είναι και η καινούρια γραμματέας του κόμματος Ανεγκρέτ Κραμπ-Κάρενμπάουερ, πρωθυπουργός του κρατιδίου του Ζάαρ και φερόμενη ως πιθανή διάδοχος της σημερινής καγκελαρίου. Πρόκειται για μια ίσως πιο εξελιγμένη εκδοχή του προτύπου Μέρκελ, αλλά μάλλον προς το συντηρητικότερον, όπως προστάζουν οι καιροί σε μια χώρα που ψήφισε συντηρητικότερα και απέκτησε εσχάτως και «υπουργείο Πατρίδος».

Στο ρόλο του «Κέρβερου», που θα φροντίζει να προλάβει παρεκκλίσεις των Σοσιαλδημοκρατών στο πεδίο της οικονομικής πολιτικής, θα βρεθεί ο έμπιστος της Μέρκελ, νέος υπουργός Οικονομίας Πέτερ Αλτμάιερ, ενώ τα περισσότερα σχόλια αφιέρωσε ο Τύπος στο νεαρό Γιενς Σπαν, ο οποίος ανέλαβε υπουργός Υγείας, προφανώς λόγω της προηγούμενης εμπειρίας του ως σύμβουλος φαρμακευτικών, αλλά και ασφαλιστικών εταιρειών. Ο Σπαν ήταν από τους πιο «γενναίους» επικριτές της Μέρκελ εκ δεξιών και η υπουργοποίηση θεωρείται ως επιβεβαίωση της λογικής ότι θα πρέπει να κρατά κανείς τους εχθρούς του όσο γίνεται πιο κοντά του, για να μπορεί να τους ελέγχει καλύτερα. Το πού θα καταλήξει αυτή η συμβίωση, μένει να αποδειχτεί… Ο ίδιος πάντως δεν έχει κρύψει ότι τον συγκινεί η προοπτική να διεκδικήσει κάποια στιγμή την ηγεσία του κόμματος ή του ό,τι θα έχει απομείνει από αυτό μέχρι τότε.

Η διαφαινόμενη ολοκλήρωση των εσωκομματικών διαδικασιών στο «τρίο» του κυβερνητικού συνασπισμού έδωσε την ευκαιρία στους πολιτικούς αναλυτές να ασχοληθούν λίγο περισσότερο με την τεράστια φθορά των άλλοτε πραγματικά μεγάλων «λαϊκών κομμάτων», Χριστιανοδημοκρατίας και Σοσιαλδημοκρατίας, που κάποτε κυμαίνονταν και τα δύο σε ποσοστά γύρω στο 40%. Το βασικότερο ερώτημα είναι ποιος θα αντικαταστήσει το SPD σε αυτό το ρόλο, αφού κανείς στη Γερμανία δεν δείχνει διατεθειμένος να ποντάρει στην ανάκαμψη του. (Προφανώς δεν έχουν ρωτήσει τη γνώμη κάποιων αναλυτών στον ελληνικό Τύπο).

Το SPD σταθερό στην …πτώση


Προς το παρόν το κόμμα που δείχνει έτοιμο να καλύψει αυτό το κενό, παρά τις δικές του εσωτερικές έριδες και αποσχίσεις, είναι η «Εναλλακτική για την Γερμανία» (AfD). Η σύγχρονη εκδοχή της γερμανικής κοινοβουλευτικής ακροδεξιάς επιδεικνύει πλέον μια σταθερότητα, σε ποσοστά που κάποιοι θεωρούσαν αδιανόητα πριν από μερικά χρόνια. Μια οκταετία συντηρητικής προπαγάνδας φαίνεται ότι φέρνει αποτελέσματα. Η κοινωνία προσπαθεί να ακουμπήσει τους φόβους της στους ώμους ακραίων δυνάμεων, που υπόσχονται μια φαινομενικά αντισυστημική «εναλλακτική» πρόταση. Υποβοηθούμενη η AfD και από τη …σταθερότητα του SPD προς τα κάτω, παγιώνεται στις περισσότερες δημοσκοπήσεις στη δεύτερη θέση, έστω και με μια διαφορά αναπνοής από τους Σοσιαλδημοκράτες. Οι τελευταίοι παραμένουν αιχμάλωτοι του εαυτού τους ή μάλλον της ηγεσίας τους, που δεν βλέπει την ώρα να αναλάβει… υπουργεία.

Λίγα εικοσιτετράωρα πριν ολοκληρωθεί η εσωτερική ψηφοφορία μεταξύ των μελών του SPD για την έγκριση του προγράμματος του μεγάλου συνασπισμού, το κόμμα βρισκόταν σε ποσοστά γύρω στο 16%. Οι ίδιες έρευνες έδιναν και μια ιδέα για την πιθανή έκβαση αυτής της εσωκομματικής διαδικασίας, αφού μπορεί οι αντιρρήσεις για τη συμπόρευση με την κεντροδεξιά να είναι πάρα πολλές, αλλά το 56% των ψηφοφόρων του φέρεται ότι την θεωρεί ως μοναδική λύση. Σε τέτοια ποσοστά ελπίζουν οι κάτοικοι των υψηλών ορόφων του κτιρίου Βίλλυ Μπραντ ότι θα κυμανθεί τελικά και το ποσοστό του «ναι» μετά την καταμέτρηση των ψηφοδελτίων, που αναμενόταν να ολοκληρωθεί χθες Σάββατο και τα αποτελέσματα της οποίας θα γίνουν γνωστά σήμερα.

Το δράμα της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας δεν θα τελειώσει βεβαίως εδώ. Είναι σίγουρο ότι η εσωκομματική αντιπολίτευση δεν θα καταθέσει τα όπλα. Όπως είναι σίγουρο ότι συνεχίζοντας να αποτελεί ουρά της Χριστιανοδημοκρατίας, απλά θα επιταχύνει τη συρρίκνωσή της. Εδώ βρίσκονται και οι ευθύνες της Αριστεράς και της ριζοσπαστικής πτέρυγας των Πρασίνων να αποδείξουν ότι μπορούν να γεμίσουν το κενό που αφήνει ο αργός θάνατος ενός άλλοτε «λαϊκού» κόμματος. Να μην αφήσουν την ακροδεξιά να καταλάβει το χώρο, που της έδωσαν οι απανωτές άστοχες επιλογές μιας πολιτικής «ελίτ», που απλά προσπαθούσε να παραμείνει γατζωμένη στην εξουσία με οποιοδήποτε τίμημα.
πηγή: Εποχή
© all rights reserved
customized with από: antikry.gr